Πέτρος Κυρίμης, απόσπασμα από το ακυκλοφόρητο μυθιστόρημα “Η νύφη”…

kyrimis29.9.14

fav-3

Είχε σφουγγαρίσει το μπροστινό δωμάτιο κι ετοιμαζόταν να αρχίσει στο μικρό που η μάνα της το είχε για εργαστήρι. Σήκωσε τα μάτια για να της πει να περάσει έξω και την είδε να έχει σηκωθεί κιόλας και να κοιτάει πίσω πάνω από τον ώμο της με την έκπληξη ζωγραφισμένη στο πρόσωπο. Γύρισε να δει και μόλις πρόλαβε να στηριχτεί στη σφουγγαρίστρα για να μην πέσει. Στο ανοιχτό κατώφλι της πόρτας στεκόταν ο άντρας που πριν είχε δει στη γωνία.

«Η πόρτα ήταν ανοιχτή» είπε, αλλά ο τόνος του δεν ήταν απολογητικός, ούτε σα να ζητούσε δικαιολογία. Έδινε την εντύπωση ότι και κλειστή να ήταν αυτός θα την άνοιγε χωρίς καν να χτυπήσει. Στο δεξί χέρι κρατούσε ένα κουτί με περιτύλιγμα.

Η μάνα της έδειχνε τρομαγμένη. Οι καιροί ήταν δύσκολοι. Αριστεροί και Δεξιοί δεν είχαν ακόμα λύσει τις διαφορές τους. Τις προάλλες λίγο πιο κάτω μπήκαν και πήραν το γιο του σπιτιού στα καλά καθούμενα. Τυπογράφος ήταν το παιδί. Αριστερό τον είπαν. Τον πήραν και κανείς δεν ξέρει ακόμα που τον πήγαν. Σε κάνα ξερονήσι σίγουρα. Εκεί λέει τους πήγαιναν. Έτσι άκουγε να λένε. Μέσα στο φόβο της τώρα και στη σιωπή αυτός ο άντρας έκανε την καρδιά της να χτυπάει σαν τρελή. Κοίταξε την κόρη της. Έδειχνε αναστατωμένη κι αυτό την παραξένεψε. Δεν την είχε δει ποτέ έτσι.

«Παναγία μου – είπε μέσα της – κάνε να μην έχει ανάμιξη» Καμιά φορά που το έφερνε η κουβέντα, έτσι εκεί που έτρωγαν μονάχες τους την άκουγε να παίρνει το μέρος των αριστερών.

«Αυτοί για μας αγωνίζονται… για τους φτωχούς μάνα… οι άλλοι οι δεξιοί για τους πλούσιους…

«Παναγία μου»  ξανάπε μέσα της

Είδε τον άντρα να κάνει δυο βήματα μέσα στο δωμάτιο και της φάνηκε ότι κάτι κακό θα συνέβαινε. Ένοιωσε τα πόδια της να μην την κρατούν και έκατσε στην καρέκλα.

Η Άννα κοιτούσε όλη την ώρα σαν υπνωτισμένη. Δεν είχε ξαναδεί πιο όμορφο και καλοντυμένο άντρα μέχρι τώρα. Ψηλός και στέρεος με μαλλιά ανοιχτόχρωμα και κάτι μάτια γαλανά που όμως τώρα που τα κοίταζε από τόσο κοντά είχαν μέσα κι ένα γκρίζο που τα έκανε να χάνουν κάπως την αθωότητα του γαλάζιου. Τα ρούχα του φαίνονταν ακριβά και όλο το παρουσιαστικό του έδειχνε άνθρωπο που δεν είχε να κάνει με όσους έβλεπε στη φτωχική συνοικία που μεγάλωνε.

«Τι θέλετε; Άκουσε τη φωνή της.

«Να γίνεις γυναίκα μου» είπε ο άντρας σαν να έλεγε «ένα ποτήρι νερό». Η γριά μάνα σηκώθηκε. Τώρα που δεν ήταν αυτό που φοβήθηκε ξαναβρήκε το θάρρος της.

«Δεν σε ξέρουμε… ο τρόπος σου… έτσι δεν… δεν… μπορεί να γίνει γυναίκα σου…

«Είμαι κι όλας μάνα»  είπε η Άννα και πήγε ένα βήμα μπροστά. Λες και μια πάχνη είχε τυλίξει το μυαλό της ίδια όπως τυχαίνει στα όνειρα πάνω κάτω, η Άννα σα να είχε βγει από την πραγματικότητα. Αυτός ο άντρας κατά έναν μαγικό τρόπο την εξουσίαζε.

Ο άντρας χαμογέλασε σα να το περίμενε.

Τράβηξε μια καρέκλα καθώς άφηνε πάνω στο τραπέζι το κουτί που κρατούσε.

«Έφερα γλυκά – είπε – ας πιούμε έναν καφέ όλοι μαζί… εγώ τον πίνω μέτριο»

Έδωσε το πακέτο στη γυναίκα κι εκείνη το πήρε.

Η Άννα κοίταξε τη μάνα της κι εκείνη σαστισμένη έφυγε για την κουζίνα.

Έμειναν μόνοι ξαφνικά.

«Κάθισε» είπε πάλι ο άντρας. Η φωνή του ήταν αλλαγμένη όμως. Σχεδόν τρυφερή.

Η Άννα κάθισε και το ίδιο έκανε ο άντρας στην καρέκλα που κρατούσε.

Άπλωσε και τα δυο χέρια πάνω στο λευκό τραπεζομάντιλο κι έμπλεξε τα δάχτυλα.

Η Άννα με χαμηλωμένα μάτια παρατήρησε πόσο λεπτά και περιποιημένα ήταν. Σήκωσε το κεφάλι και τα μάτια τους συναντήθηκαν. Εκείνος τα κατέβασε πρώτος.

Η φωνή του ακούστηκε σιγανή.

«Εσύ με είδες σήμερα το πρωί»… Σταμάτησε και η Άννα νόμισε ότι περιμένει απάντηση.

«Ναι» είπε

Ο άντρας δεν έδειξε να άκουσε. Συνέχισε να μιλάει με τα μάτια καρφωμένα στο τραπέζι.

«Εγώ σε βλέπω σχεδόν κάθε μέρα… μήνες τώρα… εσύ δεν το πρόσεξες…

«Γιατί; Είπε άθελα της.

«Ήθελα να είμαι σίγουρος…

«Για πιο πράγμα ήθελες να είσαι σίγουρος;

«Γιατί δέχτηκες; Ρώτησε ο άντρας αντί για απάντηση.

Η Άννα πήγε να απαντήσει όμως μπήκε η μάνα της. Κρατούσε έναν μεγάλο δίσκο με τους καφέδες και έδειχνε να τα έχει ακόμα χαμένα. Σηκώθηκε και πήρε τον δίσκο. Ακούμπησε το μικρό φλιτζάνι μπροστά στον άντρα και κάθισε πάλι στην καρέκλα της κρατώντας τον δικό της στο χέρι. Η μάνα της έκανε να ξαναβγεί.

Ο άντρας πρόλαβε.

«Μείνε, πρέπει να ακούσεις κι εσύ… μάνα είσαι…

«Μάνα είμαι… όμως δεν με ρώτησες… μπήκες μέσα στο σπίτι και δίχως να ξέρουμε ούτε το μικρό σου όνομα, θες να παντρευτείς την κόρη μου… στην εποχή μου…

Είχε βρει το θάρρος της μπροστά στο αναπάντεχο συμβάν. Μια κόρη είχε και μόνο εκείνη ήξερε με τι στερήσεις την ανάθρεψε. Να παντρευτεί, αλλά όχι κι έτσι.

Ο άντρας την έκοψε χαμογελώντας.

«Στην εποχή σου… ναι… όμως έχουν αλλάξει τα πράγματα σήμερα… έχεις δίκιο κι εγώ αλλιώς το φανταζόμουνα ότι θα γίνει όταν θα έφτανε η ώρα… όμως έλα που η ώρα έφτασε σε μια εποχή που καθόλου κατάλληλη δεν είναι για όλα αυτά που ξέραμε… έξω ο ένας σκοτώνει τον άλλον… κανένας δεν είναι σίγουρος για την άλλη μέρα…

«Ε, μήπως να το αφήσουμε… να μιλήσουμε ξανά όταν θα έχουν ησυχάσει τα πράγματα… δεν σας πήρανε δα και τα χρόνια…

Η μάνα έκανε μια τελευταία προσπάθεια αν και μέσα της ένοιωθε ότι τίποτα δεν θα μπορούσε να αλλάξει πια.

Ο άντρας γέλασε δυνατά αυτή τη φορά και η Άννα αν είχε κάποιες μικρές επιφυλάξεις βαθιά μέσα της τις ένοιωσε να φτερουγίζουν μακριά. Τόσο καθαρό γέλιο δεν είχε ξανακούσει κι εκείνη τη στιγμή η Άννα ήταν σίγουρη πως όποιος και να ήταν, ότι όνομα και να είχε από όπου κι αν ερχόταν θα τον ακολουθούσε. Ο άντρας σηκώθηκε, κούμπωσε το σακάκι του και άπλωσε σχεδόν με επισημότητα το χέρι του σκύβοντας λίγο πάνω από το τραπέζι για να φτάσει προς τη μεριά της – Αλέκος – είπε ο άντρας σα να ήθελε να τελειώνει –  Αλέκος Καπίρης γιατρός… ασκούμενος… πρόσθεσε κομπιάζοντας.

Ασυναίσθητα εκείνη σηκώθηκε και το ίδιο έκανε και η Άννα. Η μάνα έδωσε το χέρι δειλά γιατί δεν είχε συνηθίσει σε κάτι τέτοια, άντε σε καμιά κηδεία για συλλυπητήρια ή σε κανένα γάμο πιο σπάνια για να συγχαρεί. Σκέφτηκε προς στιγμή να πει κι εκείνη το όνομά της, μα δείλιασε, τέτοιες επισημότητες ούτε που τις ήξερε και μετά το Σοφία Σκαρμούτσου… μοδίστρα, της φάνηκε πολύ φτωχό σε σχέση με το γιατρός… και μάλιστα «ασκούμενος» που το πήρε για ανώτερο τίτλο.

Καθώς ο άντρας έκανε τη χειραψία με τη μάνα, τα μάτια του κοίταξαν την Άννα.

«Ας το πάρουμε για  αρραβώνα αυτό… ο γάμος θα γίνει σε ένα μήνα

*

©Πέτρος Κυρίμης
Φωτογραφία αγνώστου το 1900 -κατάλληλα προσαρμοσμένη από τις Στάχτες

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Μνήσθητί μου Κύριε, Πεζογραφία