Ασημίνα Λαμπράκου, “οδόστρωμα βρεγμένο από βαλβολίνες” -ποίηση

lambrakou11.8.14

fav-3

Στιγμιότυπο στη Σόλωνος

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος
αγκομαχούν πίσω από κουρασμένες εξατμίσεις

Δημόσια στενότητα, πίσω από τα τζάμια
Αφίσες δηλωτικές
προτιμήσεων κι ισοδύναμων πεποιθήσεων
Τραπεζάκια μικρά, λιανά
πάνω τους χώρος ενός πακέτου από τσιγάρα
και δυο αγκώνων άγγιγμα

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος
γλιστρούν και χάνονται στις σχισμές των υπονόμων

Το χέρι γωνιωδώς προτεταμένο του προσώπου
Πρόσωπο δουλεμένο απ’ τον χρόνο
Δάκτυλα καταλλήλως κεκαμένα
ως υποδοχείς τσιγάρου και μιαν άφεση καλέσματος
Μάτια μισόκλειστα στις ακοές, συνταιριασμένα λες
στο μαύρο φόντο της αφίσας πίσω της
«…καταραμένοι ποιητές»…
ίσα που πρόλαβα να διακρίνω
πάνω της γραμμένο με άσπρο
σαν από τον καπνό νόμιζες

Τα μεσημέρια στη Σόλωνος
γλιστρούν σε οδόστρωμα βρεγμένο από βαλβολίνες κι
ευθύβολη αδιαφορία

Κι αυτός
«…εκατό χιλιάδες ευρώ η αξία του οικοπέδου»…
ακούστηκε να λέει, σκυμμένος ελαφρά κοντά της
–γι άλλα θα περίμενες.

Εκεί
στα μικρά καφέ της Σόλωνος
η εφηβεία ενηλικιώθηκε,
με παρατεταμένες κρίσεις
πανικόβλητης αυτοκριτικής

Καταραμένοι οι ποιητές
που οξειδώνονται στις ανάγκες των καιρών

(από τη συλλογή: οι απέναντι, Αθήνα 2012)

fav-3

φωνή κραυγή λυγμός

ένα άδειο κορμί η σιωπή των ανθρώπων η πόλη
η πόλη η σιωπή των ανθρώπων ο δρόμος Αραχώ-
βης ο δρόμος η πλατεία οι φύλακες οι φύλακες οι
φύλακες της πόλης οι φύλακες της πόλης δικάζουν
οι φύλακες της πόλης δικάζουν όποιον δεν είναι
ίδιος μ’ αυτούς το βλέμμα τους φυλακίζει την εικόνα
μου κρέμονται στη φόδρα του φορέματος ακινητο-
ποιούν το κινητό στ’ αφτί μου στήνουν αφτί στα
λόγια μου το βήμα μου ακολουθούν στο ρυθμό
μου πατινάρουν η αμηχανία μου δραπετεύει από
το υπόγειο νοτιοανατολικό μου βλέμμα καθηλώνε-
ται στην άκρη των ποτών τους μετεωρίζεται στην
κάπνα των τσιγάρων τους χάνεται στη στροφή το
δέντρο η καρδιά της πόλης η στροφή η στροφή
εξουσιάζει τον δρόμο στεγνός ο αέρας ο άνεμος δει-
λός άνθρωποι κουβέντες τραπέζια ο δρόμος η
Ελλάδα των καρτ ποστάλ και των εσωτερικών δια-
δικασιών ανασκαλεύει στα όρια δύο καθέτων τις
ορμές της η φωνή η φωνή απλώνει χέρι μίμηση
πράξης εξαθλίωσης βοηθήστε με που… το αίτημα
υποβάλλεται το αίτημα αποβάλλεται η φωνή μηρυ-
κάζει λόγια οργής δήθεν δήθεν οργή δήθεν λόγια
μίμηση πράξης εξαθλίωσης χάνεται στη στροφή ο
δρόμος ο δρόμος ένας υπόνομος η σκιά ο λυγμός
βγαίνει από το σκοτάδι δεν έχει πρόσωπο δεν έχει
μορφή δεν έχει χέρια είναι σκιά δώστε μου κάτι…
ένα άδειο κορμί ο υπόνομος η άλλη φωνή η αγωνία
η φωνή γαντζώνεται στη ψυχή μου λαιμητόμος της
συνείδησης μου η κραυγή το γέλιο κρυσταλλώνεται
σπάει σε κομμάτια ο υπόνομος το ρουφά το κεφάλι
μου κόβεται κυλάει στη σχάρα σφαχτάρι η χαρά να
χαθώ να χαθώ ο κάδος σκοτάδι το σύνθημα σκο-
τάδι η γωνία φως λιγοστό Αραχώβης να σηκωθώ
να σηκωθώ να σηκωθούμε ένα άδειο κορμί η
σιωπή των ανθρώπων η πόλη ._

(από τη συλλογή: νοτιοανατολικό βλέμμα, εκδ. Ενδυμίων, Αθήνα 2014)

fav-3

Θεμιστοκλέους 80 – Οι επενδυτές

Ζοριλίκια η άπνοια
για η ανάσα ρουφηγμένη από γλώσσα σαλαμάνδρας σε πέτρα άγονη;

Καρέκλες σε τετράγωνο
Τα τραπεζάκια στο σταυρό
Ένα έλειπε

Ποιητές και άλλοι
Ποιοι οι άλλοι;
Λέξεις σε μπάσο
Λέξεις άηχες
Άλλες που διστάζουν
Τα κορίτσια στο τραπέζι εμπρός σε αναμονή
Μόνη
Μονή
Οι κυρίες τολμηρές
Οι κυρίες τολμούν
Τα κορίτσια γελούν

Στην επόμενη σκηνή
Όπου οι ποιητές αποτραβιούνται
Λόγια
Κινήσεις
Βλέμματα
Σε ευθείες παράλληλες ή όχι
Όσο το ποίημα γράφεται
[στις αποστάσεις των ποδιών
τα τσιγάρα που δραπετεύουν απ’ το προσκήνιο
τα σπυριά χαρτιού που γεννά η αμηχανία
το βλέμμα που αποσπάται από το τρέμισμα της γάμπας]
κάτω από το τραπέζι

Δικιά μας κι αυτή, ως φράση
κι η ποίηση, επενδυτής
Το υποκείμενο αποτολμά άρνηση
Στα επόμενα λεπτά
τα ζάρια θα πέφτουν συνεχώς
στο τραπέζι
μέχρι να φτιάξουν ντόρτια
«το μη διδασκόμενο είναι σπατάλη εκδοχών και δεν δίνεται, δείχνεται»
Και το δήγμα δεικνύει μεγαλοψυχία στον τρόμο του θύματος

Μια αγάπη ξεχασμένη να εκφραστεί
ακολουθώντας τα ειωθότα
Αποτολμά στροφή στον αέρα
Και το φακελάκι του καπνού
Άδειο
Μένει να δίνει αποδείξεις αλήθειας στα συμφραζόμενα._

[ «το μη διδασκόμενο είναι σπατάλη εκδοχών και δεν δίνεται, δείχνεται»
αναφορά στο ποίημα "Μπουμ Ποιητέριον" του Βασίλη Λαλιώτη ]

(ανέκδοτο)

©Ασημίνα Λαμπράκου
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Οδός Σόλωνος, 2008

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση