Ιστορίες της Πέμπτης -Μαρίας Πετρίτση: Σεξ, ρακόμελα και ξύλο

petritsi17.7.14

fav-3

Όταν γνωριστήκαμε ήταν 25 χρονών, κι εγώ 31. Φορούσε ροκαμπίλι γυαλιά και φαινόταν πολύ αγχωμένη. Οι φίλοι της – αγόρια οι περισσότεροι – την αγαπούσαν, σχεδόν την προστάτευαν, φοβόντουσαν μην τους σαλτάρει εντελώς με τέτοια μυαλά που κουβαλούσε.

Η γνωριμία μας είχε σαφή προσανατολισμό. Την φανταζόμουν διαρκώς πεσμένη στα τέσσερα κι εγώ ριγμένος στα γόνατα, ο μισός μέσα της και ο άλλος μισός σκυμμένος πάνω της, με τα χέρια μου να χαστουκίζουν το γυμνό της σώμα και τα δόντια μου να χώνονται στη λευκή σάρκα του σβέρκου της.

Εκείνη με έβλεπε σαν τον διανοητικό ηγέτη που δίπλα του θα καλλιεργούσε όσα πίστευε πως είχε μέσα της αλλά οι συνηθισμένοι άντρες αδυνατούσαν να καταλάβουν. Θεωρούσε πως μαζί μου θα ζούσε μια παράξενη ζωή. Ταυτοχρόνως την κολάκευε ιδιαίτερα η προτίμησή μου, ειδικά όταν την εκδήλωνα σε ανοιχτό χώρο. Με θαύμαζε και με ήθελε. Μου ήταν αρκετό.

Γνωριστήκαμε καλοκαίρι. Μεθυσμένοι και οι δυο. Σε ένα μπαρ στην παραλία. Ήταν κάπως αστεία, αλλά μου άρεσε ο κώλος της. Οι καμπύλες των ώμων της, τα κορακίσια μαλλιά της. Τα σαρκώδη χείλη της που από την πρώτη στιγμή μου θύμιζαν την Tracy Chapman. Χόρευε καλά. Και αγχωνόταν. Η αγωνία της με διασκέδαζε. Τα πάντα μπορούσαν να την αγχώσουν. Ακόμα κι ένα φύλλο που έπεφτε στο χώμα ή ένα πουλί που πετούσε υπερβολικά κοντά στη γη. Γελούσε εύκολα και κάπνιζε λίγο. Μετά άρχισε να καπνίζει πολύ. Μελαγχολούσε με το παραμικρό και ήταν εξίσου εύκολα ικανή να ξεχάσει την όποια λύπη της αν κάτι της αποσπούσε την προσοχή από αυτό που σκεφτόταν.

Μιλούσε καλά Αγγλικά και της άρεσε η μαύρη σοκολάτα. Τα βράδια φτιάχναμε ρακόμελα και ακούγαμε Nick Cave.

“Του μοιάζεις”, μου έλεγε και μου άναβαν τα λαμπάκια από εκνευρισμό.

Καταλήγαμε στο κρεβάτι της, πάνω σε μια μάλλινη ροζ κουβέρτα με κρόσσια που τσίμπαγε και μου φαινόταν εξαιρετικά ενοχλητική. Φώναζε στο κρεβάτι – ευχαριστιόταν την κάθε στιγμή. Πολλές φορές της έκλεινα το στόμα με την παλάμη, την χαστούκιζα στο πρόσωπο να το βουλώσει, την απειλούσα πως θα την σκότωνα. Συνήθως δεν μάσαγε. Χτύπαγε γροθιά στο μαχαίρι. Με τελείωνε το πείσμα της, φτιαχνόμουν με τον τσαμπουκά της. Αγωνιούσε και καύλωνε, κι αυτό μου φαινόταν μεγαλειώδες.

Ένα χρόνο μετά μέναμε στο ίδιο σπίτι, οι φίλοι της με σιχαίνονταν, οι δικοί μου την μισούσαν. Σε μια παρτούζα που κάναμε με κάτι νεόφερτους στη σχολή, ο κάμεραμαν που όλο το βράδυ την τράβαγε γκρο πλαν της πρότεινε να την στείλει σε κάτι φίλους του μιας διαφημιστικής που έψαχναν μοντέλα. Έφυγε με δυο δόντια λιγότερα αφού τον πλάκωσα στα κλωτσίδια και στις μπουνιές. Εκείνη με κοιτούσε ψύχραιμα από την άκρη του κρεβατιού, ενώ ένας μικρός σκλάβος της έγλυφε τα δάχτυλα των ποδιών καθώς του χάιδευε το μαλλιαρό του κεφάλι. Απόρησα τι συνέβαινε με το άγχος της, στριμώχτηκα με την άνεσή της. Δεν είπα τίποτα. Ήταν όμως η τελευταία φορά που ανέχτηκα να την πηδήξει άλλος.

Γύρω στην άνοιξη συνέβη το ατύχημα που μου γάμησε το φελέκι. Τρέχαμε με 200 στην εθνική, με τρεις μονάδες αλκοόλ στο αίμα, με βροχή και κωλόκαιρο. Εκείνη δεν έγδαρε ούτε αγκώνα. Εγώ κόλλησα στο καροτσάκι δια παντός. Εξακολουθούμε να μένουμε μαζί, να πίνουμε ρακόμελα και να τρώμε αγγλικά φασόλια και ροσμπήφ κονσέρβα, σαν εκείνο που λέει ότι έφερνε ο πατέρας της στο σπίτι όταν ήταν μικρή. Οι δίσκοι του Cave έγιναν σιντί των Coil, τα ροκαμπίλι γυαλιά θάφτηκαν σε κάποιο συρτάρι. Τώρα φοράει φακούς επαφής και παριστάνει την κοκκινομάλλα. Ο κώλος της εξακολουθεί να μου φαίνεται καυλωτικός. Οι ώμοι της παραμένουν ωραίοι. Όταν τσαντίζομαι βρίζω θεούς και δαίμονες, της αλλάζω το ξεσταύρι στα μπινελίκια. Πλησιάζει, γονατίζει στα τέσσερα και με αφήνει να ξεσπάω πάνω της μέχρι να ησυχάσω. Στο σεξ κάνει πλέον αυτή τα πιο πολλά, συνεχίζει όμως να φωνάζει όπως και τότε.

Το μόνο που με σκοτώνει είναι αυτή η γαλήνη που διακρίνω κάποιες φορές στο βλέμμα της. Μόνο αυτό με στέλνει. Αναρωτιέμαι τι συνέβη και πού στο διάολο πήγε εκείνο το άγχος της, το παλιό. Εκείνη η εύφλεκτη αγωνία που την έκανε να μοιάζει με ετοιμόγεννη πυρκαγιά. Εκείνη η ωραία της τρεμούλα την ώρα που προσπερνούσε κάποιον και ανησυχούσε για την ίδια της τη μυρωδιά, μπας και άφηνε ξωπίσω της ιδρώτα. Εκείνο το μαύρο πέπλο που σκέπαζε τα μάτια της όταν δεν την κοιτούσα. Τώρα πια είμαι εγώ εκείνος που αγωνιά. Για την κάθε μέρα που ξημερώνει και την εξημερώνει.

Μόνο αυτό έχει αλλάξει από τον πρώτο καιρό που την ερωτεύτηκα και η ζωή μας ήταν μια παράλογη γιορτή γεμάτη σεξ, ρακόμελα και ξύλο. Μόνο αυτό στάθηκε αρκετό για να αντιστραφούν οι ρόλοι. Γιατί, στην ουσία πλέον, η σχέση μας είναι απλώς και μόνο η ανάμνηση μιας ωραίας, αγέρωχης αγριότητας που κάποτε ένωσε δυο ζώα αχόρταγα που σήμερα τρέφονται πια το ένα με τη θλίψη, τον εκνευρισμό και την ανάγκη του άλλου. Και κατά βάθος ίσως, και ανεξήγητα, συνεχίζουν κατά κάποιο παράξενο τρόπο να αγαπιούνται. Τρέχα γύρευε γιατί ή ως πότε…

vintage_under2

©Μαρία Πετρίτση
φωτογραφία: wallstreetinsanity.com -Creative Commons

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Οι ιστορίες της Πέμπτης, Πεζογραφία