Κατερίνα Ευαγγέλου–Κίσσα, Βαρύσκιωτος –Η επιστροφή

kissa16.7.14

fav-3

Χειμώνας και πάλι. Πάνε πέντε χρόνια απ’ το φευγιό του. Ούτε ένα γειά δεν της μήνυσε, έστω με κάποιον άλλον, κι απλά έφυγε. Κι έκτοτε ούτε μια φορά δε γύρισε. Νέα του δεν είχε αλλά έφτιανε ιστορίες με το νου της. Πότε τον ήταν στην Αμέρικα. Πότε στη Λόντρα. Πότε τον είχε χτυπήσει το σκορβούτο γιατί είχαν καιρό να δέσουν. Και πάντα τον φαντάζονταν να στέκει περήφανος μέσα στο παλτό του το σταυροκουμπωτό και να φοράει καπέλο σαν τους καπεταναίους – κι ας δούλευε στις μηχανές κάτω στ’ αμπάρια. Τον ήθελε να στέκεται εκεί πάνω στη γέφυρα απόμακρος και λυπημένος και ν’ αγναντεύει τις θάλασσες. Όπως στέκονταν κι αυτή στο παραθύρι της κι αγνάντευε μοναχή της τη συκιά, εκεί που ανταλλάξανε το πρώτο τους φιλί, το πρώτο και το τελευταίο.

Εκείνο το βράδυ ήτανε που της είχε τάξει πως θα τη ζητήσει ανήμερα της γιορτής της και να ‘τοιμάζεται. Μα το ‘φερε η κατάρα κι απέθανε ο κυρ Στρατής, ο πατέρας του Τζιμάκου, κι είχε αδερφές να προικίσει, τι να ‘κανε; Τότες τουλάχιστο ακόμα ζούσε η γιαγιά της. Τώρα ζούσε πια μοναχά εκείνη στο μεγάλο σπίτι, μαζί με τις θύμησες και την τύχη της τη ρημαγμένη.

Στα εικοσιτρία της ήτανε πια πολύ αργά για να ελπίζει σε οικογένεια και παιδικές φωνούλες. Κι ας έλεγε η θειά η Θωμαή, η προξενήτρα, πως τίποτες δεν της έλειπε. «Άμα δεν το σκέφτοσαν τόσο εγώ τώρα θα σ’ είχα παντρεμένη», της έλεγε όποτε την έβρισκε στην εκκλησία. «Γιατί τι σου λείπεται; Και το σπίτι σ’ το ‘χεις, και τα προικιά σ’ κι απ’ ούλα, τι καρτεράς, το θάμα;», την τσίγκλαγε γιατί ήξερε πως καρτέραγε η Καιτούλα. Καρτέραγε τον Τζιμάκο. Πως δεν της λείποταν τίποτις; Και κάθε φορά στη γιορτή του έφτιαχνε ύψωμα στον Άγιο Δημήτριο, να τον φυλάει εκεί που τον είναι κι ας την άφηκε έτσι. Τι να ‘καμε εξάλλου; Τι ήταν η καρδιά για να τη δώκει αλλού; «Με την καρδιά ούτε ανοίγει, ούτε κρατιέται το σπίτι», της έλεγε η θειά η Θωμαή, «μυαλό θέλει Καιτούλα μ’, μυαλό και κουμάντο». Κι εκείνη έσκυβε το κεφάλι και δε μίλαγε…

Ώσπου μια μέρα, εκεί που ήταν μπροστά στο παραθύρι της και κένταγε με το τελάρο, κάποιος της χτύπησε την πόρτα. «Μπα, εγώ μουσαφίρη;», σκέφτηκε η Καιτούλα και σηκώθηκε ν’ ανοίξει. Και να η θειά η Θωμαή, μπήκε σα σίφουνας, θρονιάστηκε στην πολυθρόνα στο τζάκι πριν προλάβει να συνέλθει η Καιτούλα απ’ την έκπληξη. «Έλα, κτασ’ καταεί και μη με θωρείς σα χάνος! Δεν έχου κι όλη μέρα!». Της είχε φέρει ένα κουτί λουκούμια. «Κέρασμα για τα καλά τα νέα», της είπε. «Ποια καλά νέα θειά;», τη ρώτησε η Καιτούλα κι η ελπίδα της της ρόδισε τα μάγουλα. «Θα ‘ρθει να σε ζητήξει ο Αποστόλης. Ξέρεις ντε, ο γιατρός που μας στείλαν απ’ τη Σαλονίκη. Καλός άνθρωπος, χρυσή τύχη Καιτούλα μ’. Λίγο μεγάλος, δε λέου, μα έτσι πρέπει να τον είν’ ο άντρας, αλλιώς τα είδαμε τα χαϊρια τ’!» Βούλιαξε η καρδιά της Καιτούλας. «Και μη με πεις όχι, δε θα σ’ αφήκω εγώ να μείνεις μαγκούφα, το ‘χω χρέος στη μακαρίτισσα τη γιαγιά σ’, Θεός σχωρέσ’ τη.  Έχ’ς μέχρι το Σαββάτο, θα ‘ρθουμε μαζί τ’ απόγεμα μετά τον εσπερινό, μη μολογάει κι ου κόσμος ότι δέχεσαι άντρες μοναχή σ’».

Κι όπως ήρθε έφυγε. Κι έπεσε η Καιτούλα του θανάτου. Λες και την είχαν κιόλας παντρέψει και δεν μπόραγε να τρέξει να φύγει… Βγήκε όξω στο κρύο, είχε πέσει σχεδόν η νύχτα. Γύρναγε στην αυλή σαν το αγρίμι, δεν ήξευρε τι να κάμει, σα που να κάνει… Και δεν ήταν ούτε ένα λουλούδι ανθισμένο να βρει παρηγοριά, να γλυκάνει το μέσα της. Και βγήκε απ’ την αυλή και έτρεξε στη συκιά. Και την αγκάλιασε απ’ όθε την έφτανε. Κι έκλαψε, έκλαψε με την ψυχή της. Όσο δεν είχε κλάψει πέντε χρόνια, το ‘κλαψε εκείνο το βράδυ. «Γιατί μ’ άφηκες; Μου το ‘χες τάξει! Ορφανό κορίτσι ήμαν κι εγώ, επειδής δεν ήμαν φτωχιά ψυχή δεν είχα?», έβγαλε το παράπονό της στη συκιά, το μόνο κοντινό πράμα που είχε στο Τζιμάκο. Κι ύστερα, σκούπισε με την ανάστροφη του χεριού της τα μάτια της, πήρε μια βαθιά ανάσα και γύρισε σπίτι της. Είχε ετοιμασίες να κάμει απ’ αύριο…

Έφτασε η Παρασκευή και τα ‘χε όλα έτοιμα. Είχε ασβεστώσει τις αυλές, είχε βάψει τις γλάστρες κόκκινες όπως έκανε το Πάσχα, είχε ρίξει στα πατώματα τα καλά της τα στρωσίδια κι είχε βγάλει όλα τα κεντίδια που ‘φτιαχνε τόσα χρόνια. Μέχρι και τις κουρτίνες άλλαξε, κι έβαλε τις άσπρες με το βελονάκι, κι ας ήταν καταχείμωνο, έτσι από πείσμα…  Κι είχε φτιάξει γλυκό ριτσέλι, όπως το ‘φτιαχνε η μακαρίτισσα η γιαγιά της. Κι έβαλε και τσίπουρο σε γυάλινη καράφα, που την είχε ταιριασμένη με ίδια σφηνοπότηρα.

Κι έφτασε η νύχτα, φόρεσε τη φανελένια νυχτικιά της, άναψε το καντήλι της, κοίταξε με παράπονο τις εικόνες της και τράβηξε να ξαπλώσει. «Εις αύριον τα σπουδαία», έτσι της είχε μηνύσει ο γιατρός με τη θειά τη Θωμαή. Μα δεν της κόλλαγε ο ύπνος. Ξαπλωμένη τ’ ανάσκελα, με τα χέρια σταυρωμένα στο στήθος, κοίταγε το ταβάνι και καρτέραγε να ξημερώσει ωσάν οι μελλοθάνατοι.

Ξάφνου σαν να της φάνηκε πως άκουσε την πόρτα της αυλής. Σκιάχτηκε και τέντωσε τ΄αυτί της ν’ ακούσει καλύτερα. Και μετά κάποιος βρόντησε την πόρτα. «Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ!», τρεις φορές, δυνατά και κοφτά. Πετάχτηκε κι έκλεισε με την παλάμη της το στόμα να μην ουρλιάξει. Και ξανά πάλι «Μπαμ! Μπαμ! Μπαμ!», σαν το αποφασιστικό χτύπημα της μοίρας… Έτρεξε ξυπόλητη στην πόρτα. «Ποιος είναι;», φώναξε κι η φωνή της έτρεμε. «Άνοιξε και πούντιασα!», της απάντησε μια αντρική φωνή. «Ποιος είσαι;», ξαναρώτησε εκείνη πιο φοβισμένη τώρα. «Μη σκιάζεσαι, εγώ είμαι, ο Δημήτρης, άνοιξέ μου θα μας ακούσει η γειτονιά».

Εκείνη ζύγωσε την πόρτα κι άνοιξε δειλά ώσπου τον είδε. Και στέκονταν αυτού. Με τους γιακάδες σηκωμένους, τις φαρδιές του πλάτες σκυφτές και το κασκέτο να του σκιάζει τα μάτια. Μα ήταν αυτός, το ένιωσε. Έκανε ένα βήμα πίσω και έσφιξε με το χέρι της τη νυχτικιά της στο μέρος της καρδιάς. Έπεσε στα γόνατα και κείνος με μια δρασκελιά την άρπαξε και την έσφιξε πάνω του. «Εγώ είμαι, σώπασε, εγώ…», της είπε. Μα εκείνη δεν μπορούσε να ανασάνει, η καρδιά της κόντευε να σπάσει. «Στο ‘ταξα πως θα σε πάρω», της είπε. «Για σένα δεν σταμάτησα ούτε μέρα», της ψιθύρισε με το μούτρο του χωμένο στα μαλλιά της. «Δικιά μου είσαι, για σένα δε σταμάτησα ούτε μέρα», και της φίλησε μάτια, μαλλιά. «Άργησα πολύ;», τη ρώτησε και έκλεισε τα μάτια του από φόβο.

«Μας λυπήθηκε ο Θεός», του απάντησε εκείνη και την τραντάξαν οι λυγμοί.

vintage_under2

©Κατερίνα Ευαγγέλου–Κίσσα
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Hoeilaart, druivenstreekfest 2009

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία