Τέος Ρόμβος, Μια νύχτα στο άσυλο της Ρεμς

romvos9.7.14

fav-3

Νύχτωνε και το χιόνι έπεφτε εδώ και λίγα λεπτά πυκνό. Το δρόμο τον ήξερα καλά γιατί τον είχα κάνει αμέτρητες φορές. Τι να το κάνω όμως, που είχα πάνω από τρακόσια χιλιόμετρα μπροστά μου και κανείς δεν σταμάταγε να με πάρει. Ξέμεινα, κι ούτε και γω δεν ξέρω πώς. Είχα ξεκινήσει πρωί απ’ το Παρίσι με προορισμό τη Φραγκφούρτη. Στην αρχή με πήρανε δυο πιτσιρικάδες μ’ ένα γρήγορο αμάξι αλλά πηγαίνανε μόνο μέχρι το Μω. Στο δρόμο κάνανε μια στάση και ο ένας έστριψε ένα τσιγάρο που το καπνίσαμε επί τόπου. Είπαμε και δυο κουβέντες και σαν χωρίσαμε ήμουνα κουδούνι. Με πήρε μια κυρά με γυαλάκια, σαν εκπαιδευτικός έμοιαζε. Το αμάξι ήταν ωραίο, πράσινο με άσπρα γούνινα καθίσματα. Πήγαινε στο Σααρμπρύκεν και με βόλευε. Η κυρά δεν έμοιαζε να θέλει να μάθει τίποτα για μένα, έτσι κοίταζα ολόισια μπροστά στην τηλεόραση. Στο δρόμο όμως, φλιπαρισμένος όπως ήμoυνα και μαστούρης, ξέρασα κι έκανα χάλια τα όμορφα καθίσματα. Η εκπαιδευτικός με τα σκουριασμένα μάτια έγινε έξω φρενών και στο πρώτο κωλοχώρι που συναντήσαμε με πέταξε έξω. Κι εδώ πέρασα ώρες αμέτρητες. Κανείς δεν πέρναγε. Νύχτωσε. Έκανε πολύ παγωνιά πια και δεν άντεχα. Πιο πέρα ήτανε ο σταθμός της Χωροφυλακής. Πήγα μέχρι εκεί και μπήκα μέσα. Τέσσερις χωροφύλακες γύρω από μια σόμπα που έκαιγε με ξύλα, ζέσταιναν τα απλωμένα πόδια τους και χασμουριόντουσαν.
«Γεια σας», τους είπα.
Με κοιτάξανε με βαρεμάρα. «Τι επιθυμεί ο κύριος;» ρώτησε ένας.
«Να κάτσω μαζί σας , να ζεσταθώ, κι αν υπάρχει κανένα μέρος να κοιμηθώ τη νύχτα».
Με κοιτάξανε όλοι σαν να βλέπανε τρελό. «Δεν είναι ξενοδοχείο, κάποιο λάθος κάνατε… »
«Δεν έχω φράγκα», τους δήλωσα εγώ.
«Τι λες;» είπε ο ένας και σκάσανε στα γέλια.
« Έχετε υποχρέωση» τους είπα «να βοηθάτε τους πολίτες. Αφήστε με να κοιμηθώ σε κανένα κελί… »
«Τα κελιά είναι για τους παράνομους» μου εξήγησε ο πιο ηλικιωμένος.
«Μα μόνο να κοιμηθώ θέλω», επέμεινα εγώ.
«Δεν γίνεται κύριε. Άντε τράβα από δω… »
«Κι αν δεν βγω;» εκβίασα την κατάσταση.
«Θα σε πετάξουμε έξω». Τους έβλεπα που αρχίζανε να τρίβουνε τα χέρια τους…
«Αν θέλεις όμως, σώνει και καλά, να κοιμηθείς απόψε σε κελί πήγαινε απέναντι στο φούρνο, σπάσε τη βιτρίνα κι ερχόμαστε να σε πάρουμε… Θα καλοπεράσεις… »
«Μωρέ, και τι δεν λέτε δω μέσα». Ήτανε μια αστεία και χαρούμενη παρέα. Δε γαμιόντανε! Σηκώθηκα να φύγω.
Έξω πολύ χιόνι, όπως λέγαμε, αλλά γι αυτό γλίστρησε ο διάβολος κι έσπασε το ποδάρι του κι αμέσως ένα αμάξι σταμάτησε και με πήρε. Ένας μοναχικός τύπος που πήγαινε μέχρι τη Ρουέν. Το αμάξι μύριζε, τι μύριζε, βρώμαγε μια δυνατή και λιπαρή μυρωδιά από αλλαντικά και τρύπωνε στη μύτη μου, στα μάτια μου, στ’ αυτιά μου και καθώς ο δρόμος είχε ένα σωρό στροφές μου ’ρχότανε ναυτία και εμετός. Κρατιόμουνα με τα δόντια να μη ξεράσω, γιατί τότε ο τύπος θα με πέταγε έξω στο κρύο και στη νύχτα που ‘χε πέσει πια κι άντε να ζήσεις μετά.

Συγκέντρωνα το βλέμμα μου στην πρώτη πινακίδα και μόλις την προσπερνάγαμε στην αμέσως επόμενη, γιατί έτσι ήξερα ότι αντιμετωπίζεται η ναυτία.

Ο τύπος που ήταν πλασιέ αλλαντικών, όπως μου είχε πει, και γύριζε όλη τη βόρεια Γαλλία για να διαθέσει τα βρωμοσάλαμά του φαινότανε πτώμα στην κούραση, αλλά και μένα τα μάτια μου κλείνανε. Φτάναμε στη Ρεμς, όπου φυσικά αυτός θα σταμάταγε για ύπνο και αναγκαστικά θα ’πρεπε κι εγώ να ψάξω για μέρος να κοιμηθώ.
«Ξέρεις αν στη Ρέμς έχει κανένα άσυλο για ύπνο;» τον ρώτησα.
Ναι, κάτι είχε ακουστά, αλλά δεν ήξερε πού ακριβώς πέφτει, καλύτερα θα ’κανα να ρωτήσω στη χωροφυλακή. Έτσι, μόλις φτάσαμε στην πόλη, έκανε κάνα δυο στροφές στους πρώτους δρόμους, σταμάτησε έξω απ’ το κτίριο της αστυνομίας και κει αποχαιρετηθήκαμε. Καθώς μάζευα το σάκο μου από το πίσω κάθισμα, μου ’χωσε στο χέρι ένα σαλάμι σαν ψωλή, να χω κάτι να τρώω, μου ’πε. Μου’ ρθε να του το βάλω στον κώλο αλλά όπως από την ανοιχτή πόρτα με χτύπησε το κρύο, σκέφτηκα ότι αν αυτός ο φουκαράς δεν μ’ έπαιρνε μαζί του, ακόμη θα περίμενα στο δρόμο. Τον ευχαρίστησα και χωρίσαμε.

Πεινούσα αλλά αυτό το πράμα που κράταγα στο χέρι μ’ αναγούλιαζε. Έσκυψα και τακτοποίησα την κάλτσα με τα λεφτά, μην και λασκάρει και μου φύγουν τα ελάχιστα φράγκα που είχα και τότε γάμησέ τα. Και μετά με το σάκο στο ένα χέρι και το σαλάμι στο άλλο ανέβηκα τα σκαλιά της αστυνομίας και μπήκα στο ζεστό προθάλαμο. Κόσμος πολύς περίμενε εκεί, φωνάζανε, τσιρίζανε, κάποιος είχε σφάξει κάποιαν. Τέλος πάντων, αυτοί φαίνεται δεν είχαν πρόβλημα ύπνου.

Διέσχισα όλη την πόλη για να βρω το άσυλο. Κάνα δυο που ρώτησα στο δρόμο, αν ξέρανε πού πέφτει, μόνο που δε φωνάξανε βοήθεια. Σερνόμουνα από την κούραση και την κακοδιαθεσία. Αλλά το χαρτί που είχα πάρει από την αστυνομία μου άνοιγε την πόρτα του άσυλου διάπλατη για μια διανυκτέρευση. Η ώρα ήτανε οχτώ και η πόλη φαινότανε να ‘χει πεθάνει. Πουθενά φώτα, άνθρωποι, αυτοκίνητα. Μόνο χιόνι, βρώμικο και κρύο. Τελικά το βρήκα. Χωμένο σ’ ένα μικρό αδιέξοδο δρομάκο, ένα μαυρισμένα σπίτι με τρελές εφιαλτικές φάτσες δαιμόνων στις γωνιές, που σάλευαν κάτω από το φεγγάρι. Σκιές και βρώμα. Μια γειτονιά με εργοστάσια απ’ αυτά που ρουφάνε τους εργάτες για πάντα στα σπλάχνα τους. Σκότος, έρεβος κι ανατριχίλες. Διάβασα στην ταμπέλα δίπλα στην πόρτα. Δημόσιο Yπνωτήριo της Ρέμς. Κοίταξα για κουδούνι, δεν υπήρχε. Μόνο ένα σιδερένιο νύχι από πόδι βρυκόλακα πρόβαλε στη μέση της πόρτας. Το τράβηξα και μέσα παίξανε κουδούνια. Περίμενα. Τα πόδια μου δεν με κρατούσαν πια. Άκουσα παντόφλες να σέρνονται και η μαύρη πόρτα άνοιξε και τη μαυρίλα διαδέχτηκε η μαυρίλα. Μια μαύρη σιλουέτα εμφανίστηκε στο επίσης μαύρο περιθώριο της ανοιχτής πόρτας. Με ρώτησε τι ζητάω. Τουλάχιστον έτσι κατάλαβα. Έδωσα το χαρτί της αστυνομίας. Μ’ έμπασε μέσα χωρίς πολλές ευγένειες. Προχωρήσαμε σ’ ένα ατέλειωτο μαύρο διάδρομο, μπροστά το στοιχειό, πίσω εγώ. Τελικά στρίψαμε αριστερά και μπήκαμε σ’ ένα δωμάτιο. Μεγάλα φουσκωτά ξύλινα έπιπλα, ύφασμα με λουλούδια και κλάρες στους τοίχους, λίγο φως από μια γυάλινη λάμπα με χάντρες, μια τηλεόραση που έπαιζε χωρίς ήχο, σκιές, κούτσουρα που καίγανε σ’ ένα μικρό τζάκι, Βερολίνο, μεσοπόλεμος, μπαρόκ και μούχλα. Ακούμπησα το σάκο και το σαλάμι κάτω. Όταν σήκωσα το κεφάλι, είδα το πρόσωπο μιας γριάς να με κοιτάει. Ωχρό και βαμμένο. Ασπροκίτρινο δέρμα, κόκκινο στόμα, ροζ μήλα, πρασινομπλέ σκιά στα μάτια, μαλλιά σκούρα μαζεμένα. Moυ άπλωσε το χέρι και χωρίς να το καταλάβω, το φίλησα. Περίεργο χέρι, λεπτό, διάφανο και σ’ όλα τα δάχτυλα φορούσε δαχτυλίδια κάθε λογής, πέτρες ή γυαλιά χρωματιστά. Προχώρησε και κάθισε σ’ ένα μεγάλο γραφείο ροκοκό με λεπτά πόδια και φούσκες. Πάνω ήταν απλωμένη μια τράπουλα ταρό κι ένα μαύρο βιβλίο. Moυ ζήτησε το διαβατήριο, πέρασε μέσα τα στοιχεία μου και μετά με ρώτησε αν πεινάω.

Πήγαμε στην κουζίνα που ήταν καθαρή με μεγάλες άσπρες και μαύρες πλάκες στο πάτωμα και στους τοίχους. Έφαγα χυλό από αρακά ενώ εκείνη καθότανε αντίκρυ και με κοίταζε. Ήτανε νόστιμος και ζεστός. Κάποια στιγμή με ρώτησε αν είμαι ηθοποιός. Της είπα ότι δούλευα κάποια εποχή σ’ ένα θίασο που γύρναγε σ’ επαρχίες. Μου είπε ότι κι εκείνη ήταν κάποτε ηθοποιός πολύ γνωστή και τώρα πια είχε αποτραβηχτεί. Το ‘πε απλά και χωρίς καμιά έπαρση. Ένιωθα καλύτερα τώρα το στομάχι μου. Κι έβλεπα και τη γριά με πιο καλό μάτι, λιγότερο αποκρουστική. Κάπνισα ένα τσιγάρο ενώ τα μάτια μου γλαρώνανε. Moυ είπε ότι θα έπρεπε να κοιμηθώ στη σάλα των γυναικών γιατί των αντρών ήτανε πλήρης. Δε μ’ ένοιαξε καθόλου. Moυ ζήτησε να βγάλω τα κορδόνια από τα παπούτσια μου και τη ζώνη μου, κάτι είπε για τον κανονισμό και μου πήρε το σαλάμι απ ‘ το χέρι αλλά ούτε που μ’ ένοιαζε καθόλου. Ήθελα μόνο να κοιμηθώ, να κοιμηθώ. Έβαλε όλοι μου τα πράγματα σ’ ένα ντουλάπι και μετά πήγαμε στη σάλα που θα κοιμόμουνα. Κρατούσα το παντελόνι που μου ‘πεφτε ενώ σε κάθε βήμα τα πόδια μου μπαινοβγαίνανε στις αρβύλες κι ακολουθούσα.

Η σάλα ήτανε αρκετά μεγάλη, γεμάτη με σιδερένια κρεβάτια που έπιαναν όλο το χώρο και με ασπρόμαυρα πλακάκια στο πάτωμα. Μια λάμπα μπλε φώτιζε όλο το δωμάτιο ισχνά κι εφιαλτικά. Διάφορες γυναικείες φάτσες βγήκανε κάτω από στρατιωτικές κουβέρτες και κοιτάζανε. Μου φάνηκε σαν νεκροταφείο με τους νεκρούς να βγαίνουνε λιγάκι από τα μνήματα να δούνε τον καινούργιο που έφτασε. Δε μ’ ένοιαζε, είχα κοιμηθεί κι άλλες φορές σε νεκροταφείο. Τα κρεβάτια ήταν από βαρύ χυτοσίδηρο, βαμμένα άσπρα. Ένα καταβρώμικο γεμάτο λεκέδες στρώμα ήταν δεμένο στις άκρες. Δυο στρατιωτικές κουβέρτες ήτανε διπλωμένες στα πόδια, τις ξεδίπλωσα και τις άπλωσα. Η κυρά βγήκε κι έκλεισε την πόρτα.

‘Ολα τα κεφάλια είχανε πάλι χαθεί, το μπλε φως έμενε. Έβγαλα τις αρβύλες και ξάπλωσα με τα ρούχα. Έκανε ζέστη. Τα παλιά καλοριφέρ τρίζανε. Έμεινα μόνος με του τριγμούς τους γκλουγκλουγκλουγκρρρρρρρφλοπτσπτσπτς …

Ζεσταινόμουνα πολύ, σηκώθηκα έβγαλα το παντελόνι και το πουλόβερ, κράτησα τις κάλτσες και ξανάπεσα. Ένιωσα να με κοιτάζουν μάτια κάτω από τις κουβέρτες. Το μπλε φως δε με βoήθαγε να δω η κάνουν από κάτω. Ησύχασα με τη σκέψη ότι ούτε αυτές μπορούσαν να δουν τι κάνω εγώ. ‘Εκανε ζέστη
ακόμα. Τα καλοριφέρ συνεχίζανε να τρίζουνε σε μια γλώσσα παράξενη γκλουγκλουγκλουγκρρρρρφλοπτφλοπτς … κι αποκοιμήθηκα.

Ξύπνησα τη νύχτα σε φοβερή διέγερση. ‘Ενα χέρι με χάιδευε πάνω απ’ το σώβρακο. Στο λίγο μπλε φως είδα πολλές γυναίκες να βρίσκονται τριγύρω μου. Κάποια με φίλησε. Μια τελευταία εικόνα από το χυλό μου ’ρθε στο μυαλό κι έπειτα μόνο ένιωθα. Πάνε οι σκέψεις, πάνε οι ενδοιασμοί κι οι αναστολές και τα δεν κάνει και δεν πρέπει, άλλωστε κανείς δε ζήτησε τη γνώμη μου. Δεν έβλεπα πια τίποτα, μόνο ένοιωθα.
Με γλείφανε στην ψωλή, στον κώλο, στις μασχάλες, στις πατούσες, μου βάζανε κωλοδάχτυλο, σε μια στιγμούλα έπιασα το χέρι με τα δαχτυλίδια. ‘Ακουγα και ένοιωθα. ‘Ημουνα ολόκληρος μια στύση. Και τότε είδα το τρίμορφο κεφάλι της Χθονίας. Ήταν υπέροχα, όμως είχα και μια μικρή ανησυχία. Με ρουφάγανε, έχυνα κι αμέσως άλλη καθότανε πάνω μου και χοροπήδαγε και κάλπαζε και το δωμάτιο κουνιότανε γύρω μου τρελά, κλυδωνιζότανε σαν βάρκα σε φουρτουνιασμένη θάλασσα, κι έχυνα ξανά και ξανά, δίπλα άλλη αγκομαχούσε καβλωμένη ενώ τριβότανε αφηνιασμένη και γω πήδαγα σβέλτα πάνω της κι έχυνα στον καθαγιασμένο και κάθιδρο κόλπο. Χύναμε ουρλιάζοντας, εφτά μπλε εφιαλτικές μορφές βγαλμένες από πίνακα ζωγραφικής του Μπρύγκελ.

Το πρωί ήπια μια γαβάθα καφέ φίλτρου. Η ηθοποιός με κοίταζε χωρίς να μιλάει με μια δαντελένια ροζ ρόμπα. Πήρα το σάκο στο χέρι κι έφυγα μασουλώντας το σαλάμι.

vintage_under2

©Τέος Ρόμβος, από τη συλλογή διηγημάτων «Τρία φεγγάρια στην πλατεία». Το βιβλίο διατίθεται δωρεάν στην ιστοσελίδα του συγγραφέα, ΕΔΩ  –Ευχαριστούμε ολόψυχα τον συγγραφέα για την γενναιοδωρία του.
-Η φωτογραφία είναι αγνώστου δημιουργού.

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία