Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, Ο σακάτης της Gare de Lyon

trichon-milsany7.7.14

fav-3

Περίμενε μ’ εκείνη την ψηλομύτα τη φίλη του το λεωφορείο της Αir France  για να πάνε στο αεροδρόμιο. Nευρικός, έτσι είναι πάντα όταν ταξιδεύει. Μήπως συμβεί κάτι απρόβλεπτο, κάτι δυσάρεστο και χάσει την πτήση.

 Στη στάση μπροστά στο σταθμό, φυσάει παγωμένος αέρας, ο κόσμος που περιμένει στριμώχνεται τρέμοντας κάτω από το στέγαστρο. Ελπίζει να βρει καλύτερο καιρό στην Ελλάδα. H Αθήνα βέβαια, παρ’ όλη την ύφεση που επικρατεί, από πλευράς καιρού είναι ευλογημένη: πάντα ηλιοφάνεια, αλκυονίδες, καλοκαίρι στη μέση του Φλεβάρη.

Ο υπάλληλος που βάζει τις βαλίτσες στο πορτ μπαγκάζ του απευθύνει ένα μικρό συνένοχο χαμόγελο. Άραβας ακαθορίστου ηλικίας, αδύνατος και μαυριδερός, καλό ανθρωπάκι. Πάντα  εκεί, από ταξίδι σε ταξίδι, πρόθυμος και ευπροσήγορος. Ωστόσο τον εκνευρίζει  γιατί ποτέ δεν ξέρει αν  πρέπει να του δώσει κάποιο φιλοδώρημα, να ανταμείψει τις αυθόρμητες και τόσο εξυπηρετικές προσφορές του.  Καθώς κανείς δεν το κάνει, φοβάται μήπως τον προσβάλει… Και σήμερα το ίδιο και  χειρότερα, γιατί το λεωφορείο αργεί  και  το άγχος κορυφώνεται. Η φίλη του ψύχραιμη προσπαθεί να τον ηρεμήσει, ωστόσο ούτε μιλιά δεν βγαίνει από το ζοχαδιασμένο στόμα του.

Ξαφνικά σαν απ’ το πουθενά εμφανίζεται ένα περίεργο υποκείμενο.  Κουτσός κρεμασμένος σε δύο πατερίτσες σέρνει το στραπατσαρισμένο ισχνό σώμα του διαγράφοντας περίεργες δρασκελιές. Το οστεώδες πρόσωπό του, πλαισιωμένο από καστανά μαλλιά, θα ήταν σχεδόν όμορφο αν δεν του έλειπαν μερικά μπροστινά δόντια  και το φαφούτικο χαμόγελό του έχει κάτι το απωθητικό.

-Μήπως μπορείτε να με εξυπηρετήσετε με δύο ευρώ; Του πέταξε κοιτώντας τον ασκαρδαμυκτί και καθώς δεν πήρε απάντηση επανέλαβε την ερώτησή πιο δυνατά.

Οι φράσεις ειπωμένες επιβλητικά  δεν πέτυχαν το στόχο τους. Αυτοί οι άνθρωποι του προκαλούσαν ανάμεικτα συναισθήματα λύπης και αηδίας κιαν κατέληγε  κάποτε να τους δώσει μερικά κέρματα ήταν για να τους ξεφορτωθεί. Η παρουσία του σακάτη αύξησε τον εκνευρισμό του. Γύρισε το κεφάλι του απ’ την άλλη μεριά και αντάλλαξε με την κοπέλα μια σύντομη ελληνική στιχομυθία.

Το εξασκημένο αφτί του ζητιάνου άρπαξε την ξενική φράση και στο πρόσωπό του ζωγραφίστηκε μονομιάς  μια απέραντη έκπληξη.

-Μήπως είστε Έλληνες; Ε; μήπως; Μα ναι, είστε Έλληνες! Συμπέρανε θριαμβευτικά χωρίς να περιμένει απάντηση, αποκαλύπτοντας  μια απρόσμενη εξοικείωση για τις ξένες γλώσσες.

Η κοπέλα ξαφνιασμένη έγνεψε καταφατικά.

Το πρόσωπο του επαίτη έγινε πιο εκδηλωτικό. Ένας χείμαρρος από λέξεις  κύλησαν με βιάση από τα ξεδοντιασμένα χείλη του.

-Έλληνες λοιπόν; Τι λέτε, απίστευτο! κι είστε εδώ στο Παρίσι; Να υποθέσω ότι ταξιδεύετε; Ότι ήρθατε εκδρομή;  Κι εγώ που νόμιζα πως όλοι οι Έλληνες είναι τώρα βουτηγμένοι στο κλάμα, τόσο είναι το χάλι τους…

Η έκπληξή του είναι ειλικρινής όσο και κωμική. Πληροφορημένος ως γνήσιος Γάλλος για την κρίση της Ελλάδας, προφανώς από τα μίντια, δεν μπορεί  να φανταστεί πως δύο αυθεντικοί Έλληνες βρίσκονταν ολοζώντανοι  μπροστά του στη στάση της Gare de Lyon, ντυμένοι ευπρεπώς και φέροντες βαλίτσες  Πως ετοιμάζονταν μάλιστα  να επιβιβαστούν  σε αεροπλάνο κύριος οίδε προς ποία κατεύθυνση ενώ κανονικά θα έπρεπε να έχουν κουρνιάσει κάπου στη χώρα τους άφραγκοι, πειναλέοι και ρακένδυτοι να μουσκεύουν τα μαντήλια τους με δάκρυα.

Ξέχασε την επαγγελματική του υπόσταση και ήταν έτοιμος να αρχίσει μια μακριά κουβέντα πάνω σε τούτο το θέμα που ουρανόσταλτο βρέθηκε μπροστά του δίνοντάς του την ευκαιρία να λάβει άμεση γνώση της επικαιρότητας.

Εκείνος άκουσε με μισό αυτί τις κοινοτυπίες του ζητιάνου. Ενοχλημένος, θέλοντας να τελειώσει οριστικά μαζί του, γύρισε επιδεικτικά την πλάτη. Δεν μπόρεσε όμως να μη προσέξει  τη φωνή του. Στεντόρεια, θεατρική με όμορφους κυματισμούς εκφωνούσε τα εξαίρετα γαλλικά του με την  προφορά  της κομεντί Φρανσέζ!

-Δος του κάτι, άκουσε την φίλη του να του λέει. Κι ας μας παίρνει για ξευτίλες. Εδώ δίνει παράσταση!

Έκανε μια κίνηση ανυπομονησίας. Ήξερε πως εκείνη δεν απαξιούσε τέτοια φαινόμενα. Ούτε κι αυτός, που πέρασε μια ολόκληρη ζωή στη Γαλλία κακοποιώντας την γλώσσα του Μολιέρου, μπορούσε να παραβλέψει  με πόση τέχνη, ετούτος  ο άθλιος, ήξερε να  την απογειώνει. Η φίλη του σίγουρα  θα ένοιωθε κάποιο θαυμασμό…

  Άκεφα έβγαλε ένα ευρώ και το έτεινε στο παράξενο τύπο που το χούφτωσε με ύφος δυσαρεστημένο.  Προφανώς θα προτιμούσε αντί οβολού δακρύβρεχτες εκμυστηρεύσεις. Στα μάτια του  η δυστυχία της χώρας τους  τον εξίσωνε μαζί τους. Απομακρύνθηκε σκαρφαλωμένος στις  πατερίτσες του ευτυχισμένος ωστόσο που ως Γάλλος δεν θα ζούσε ποτέ το δράμα των Ελλήνων.

Τον παρακολούθησε για μια στιγμή με το βλέμμα.

-Που να πάρει… μούγκρισε κοιτώντας τον Άραβα που, αμίλητο μαραμπού, παρακολουθούσε τη σκηνή.  Εκείνος γεμάτος συμπόνια του πέταξε τσαχπίνικα κλείνοντας το μάτι.

-Το λεωφορείο θα είναι εδώ σε πέντε λεπτά!

 vintage_under2

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, Xειμώνας 2014
φωτο©Στράτος Φουντούλης, Gare de Lyon, Paris 2010

 

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία