Τιχομίρ, Ο πατροκτόνος

tixomir3.7.14

fav-3

ΚΕΦΑΛΑΙΟ I

Την Πέμπτη το πρωί έλαβα το εξής μήνυμα: Ο ΜΠΑΜΠΑΣ ΠΕΘΑΝΕ. Η ΚΗΔΕΙΑ ΘΑ ΓΙΝΕΙ ΑΥΡΙΟ ΤΟ ΑΠΟΓΕΥΜΑ ΣΤΗΝ ΕΚΚΛΗΣΙΑ ΤΟΥ ΑΓΙΟΥ ΣΠΥΡΙΔΩΝΑ. Με τον αδερφό μου δε μιλούσαμε πια. Δεν είναι πως δεν τον αγαπώ, απλώς επέλεξα έναν διαφορετικό δρόμο τον οποίον δεν τον πίστευαν. Έμεινα αρκετή ώρα στο κρεβάτι να συλλογίζομαι το γεγονός. Ο πατέρας μου ήταν νεκρός. Όχι «είναι», «ήταν», ένα γεγονός συντελεσμένο όπως και η ζωή του. Το δωμάτιό μου είναι άδειο, υπάρχει εκεί μόνο μια σπασμένη καρέκλα κι ένα κρεβάτι. Πριν από λίγο καιρό αγόρασα και μια σφουγγαρίστρα. Το σπίτι μου δεν είναι δικό μου. Το βρήκα όμως εγκαταλελειμμένο κι έμαθα αργότερα πως έμεινε έτσι μετά από μια πυρκαγιά. Αυτό εξηγούσε τη μαυρίλα των τοίχων. Είναι δίπατο κι έχει έναν κήπο περιφραγμένο με μαύρα κάγκελα. Ο κήπος παραμένει αφρόντιστος, αρχικά λόγω τεμπελιάς, αργότερα επειδή αποφάσισα ότι μου άρεσε έτσι μαραγκιασμένος. Το χρώμα των φυτών είναι παρ’ αυτά ένα έντονο πράσινο.
Σηκώθηκα και πήρα τη σφουγγαρίστρα. Αυτό το έκανα μια φορά την ημέρα, ήταν κάτι που με βοηθούσε να συγκεντρωθώ. Την άπλωνα προσεχτικά πάνω στο ξύλινο πάτωμα και άκουγα το νερό να ξεφεύγει απ’ τις τρύπες όταν τη σφούγγιζα.
Είχα και τα τσιγάρα. Το φαγητό δε μ’ απασχολούσε, δεν έτρωγα πολύ. Σφουγγάρισα όλο το πάτωμα του δωματίου μου και τοποθέτησα τη σφουγγαρίστρα στη θέση της. Σφουγγάριζα μόνο το δωμάτιό μου. Ύστερα βγήκα στους διαδρόμους του σπιτιού και κοίταξα μία προς μία τις γωνίες του ταβανιού, ελέγχοντας τις φωλιές των αραχνών, παλιές και νέες, μέχρι που κατέβηκα στο κάτω πάτωμα και βρήκα ένα γαλάζιο στρώμα, τελείως ξεφτισμένο, και διάφορα σκουπίδια που δεν τα ‘χα ξαναδεί. Είχα συμφωνήσει με τους άστεγους της περιοχής ότι μπορούσαν να κοιμούνται σπίτι μου, αρκεί να έφευγαν πριν σηκωθώ και να μην μου αφήνουν σκουπίδια. Αυτός θα ήταν καινούριος σκέφτηκα και δεν θα το ‘ξερε. Πήρα λοιπόν το στρώμα και το ‘βγαλα στον κήπο. Στο δρόμο δεν το έβγαλα γιατί μπορεί κάποιος να το βούταγε και θα κατηγορούσαν εμένα. Εκείνη την ώρα έβγαζε τα σκουπίδια η κυρία Όλγα που μένει στο απέναντι διαμέρισμα. Δε με χαιρετάει ποτέ. Φοράει πάντα πουά φουστάνια της γάμπας, με απαλούς χρωματισμούς. Εκείνη την ημέρα φορούσε ένα γαλάζιο και φαινόταν μουτρωμένη. Παλιότερα, πριν μάθει πού κατοικώ, με είχε καλέσει σπίτι της για να την βοηθήσω με τα ψώνια. Μου είχε πει πως δεν τα ‘βγαζε πέρα εύκολα, δούλευε σε κάποιο γραφείο και ότι ο μισθός της ήταν χαμηλός. Είχε αγοράσει φρούτα και λαχανικά, αρκετά τεμάχια κρέας, κρέμες προσώπου, η μια αντιγηραντική, και διάφορα ψιλολοϊδια για τα ανίψια. Τη ρώτησα τι τη χρειαζόταν την κρέμα, ήταν μόνο τριάντα και αρκετά όμορφη. Μου είπε ότι σχεδίαζε να πάει ταξίδι και ήθελε να είναι όμορφη. Μπορεί να συναντούσε τον άνδρα της ζωής της και δε θα τον έχανε για μια ρυτίδα. Σκέφτηκα πως το ταξίδι και οι κρέμες δε βοηθούσαν το μισθό της, αλλά δε μίλησα. Παρατήρησα όμως ότι η κουζίνα ήταν κίτρινη, με ένα μικρό τραπεζάκι που ήταν καλυμμένο με πράσινη ταπετσαρία στην οποία ήταν σχεδιασμένα διάφορα αραβουργήματα.  Στον τοίχο πάνω απ’ το τραπέζι ήταν στερεωμένη μια εικόνα του Ιησού Χριστού, όπου εικονίζεται με την μια πλευρά αυστηρή και την άλλη μάλλον συμπονετική. Αυτή την αγιογραφία την είχα δει και σε πολλές δημόσιες υπηρεσίες μα η Όλγα βάλθηκε τότε να απολογείται λέγοντας πως ήταν της γιαγιάς της που έμενε παλιά εδώ. Την ήξερα τη γιαγιά της. Χαμογελούσε αμήχανα και τα μάγουλά της είχαν κοκκινίσει. Πάντως εμένα μου φαίνεται πως κάπως έτσι θα ήταν ο Χριστός αν εμφανιζόταν στο μυαλό της. Αυτό όμως δεν της το ‘πα.
Τώρα παιδευόταν με μια μεγάλη σακούλα σκουπιδιών. Την έσερνε και κάπου θα πρέπει να είχε σκιστεί γιατί πίσω της άφηνε μια μακριά μαύρη γραμμή.
«Όλγα να σε βοηθήσω;»
«Όχι, ευχαριστώ.» Αυτό το είπε κάπως κοφτά και βιαστικά, αλλά κατάλαβα ότι αυτό εννοούσε κι έμεινα εκεί να την κοιτώ με κρεμασμένα χέρια να προσπαθεί, ρυτιδιασμένη απ’ τον ήλιο που της έπεφτε στα μάτια, ενώ μια πορτοκαλοκόκκινη γάτα μετρούσε τις κινήσεις της, μέχρι που κατάλαβε πως ερχόταν προς το μέρος της και πήδηξε γρήγορα απ’ τον κάδο. Αυτό τη σάστισε την Όλγα που έμπηξε μια φωνή κι άφησε τη σακούλα να σωριαστεί στο πάτωμα μαζί με όλα τα σκουπίδια που κύλησαν στο δρόμο. Έπειτα, καταλαβαίνοντας τι συνέβη, πήρε να βρίζει τις γάτες και το δήμο και όλες τις γριές αυτής της καταραμένης γειτονιάς που τάιζαν τις γάτες. Ήταν φανερό πως η γειτονιά δεν της άρεσε και δεν την αδικούσα. Κοντά τετράγωνα πλίνθινα σπιτάκια στραπατσαρισμένα το ένα πάνω στο άλλο σχηματίζοντας δεκάδες μικρά σοκάκια. Η γειτονιά βρισκόταν στη βάση ενός μικρού λοφίσκου κι αυτό μου εξήγησαν πως ευθυνόταν για τη μόνιμη μυρωδιά βόθρου που επικρατούσε απ’ τα νερά των πλυντηρίων που ξεβγάλονταν εδώ. Το χώμα ήταν μονίμως λασπωμένο και γεμάτο λιμνούλες που έκαναν τα κουνούπια να μένουν και να πολλαπλασιάζονται. Πρόσφατα στην είσοδο του κήπου της Μάργκως, μιας γριάς γειτόνισσας λίγο πιο κάτω, οι σφήκες είχαν φτιάξει φωλιές κι αυτό ανάγκαζε την Μάργκω να μένει όλη μέρα μέσα φοβούμενη την αλλεργία της. Εκείνη την ημέρα θα την βοηθούσα καθώς ήξερα να καταστρέφω φωλιές, όμως τώρα η Όλγα έτρεμε κοιτώντας με να μαζεύω τα σκουπίδια της απ’ το δρόμο.
«Τι κάνεις εκεί;»
Μα δεν της απάντησα, ένιωθα κάποια τρυφεράδα απέναντί της κι έτσι συνέχισα μόνος μου, ακούγοντας την πόρτα του σπιτιού της να κλείνει. Τι να πεις. Κάτι τέτοιες δουλειές όμως με βοηθούσαν να συγκεντρώνομαι και να περνώ την ημέρα. Το βλέμμα μου τότε έπεσε πάνω στα χέρια μου που είχαν ασπρίσει και είχαν σκάσει σε μερικά σημεία λόγω των συχνών πλύσεων με σαπούνι. Ήμουν κατά τ’ άλλα μικροβιοφοβικός. Τελείωσα με τα σκουπίδια και πήγα να πλύνω τα χέρια μου μετρώντας μέχρι το σαράντα καθώς τα ‘πλενα για να βεβαιωθώ για την καθαριότητά τους. Κάποτε μια κοπέλα μου είχε πει: «ναι, σας ΞΕΡΩ εσάς τους μικροβιοφοβικούς τι τσαπατσούληδες που είστε. Και η γιαγιά μου πλενόταν συνέχεια μα είχε το σπίτι άνω κάτω». Δίκιο είχε πάντως για μένα. Σκούπισα τα χέρια στην μπλούζα μου και ξεκίνησα για της Μάργκως. Δε θα πήγαινα στην κηδεία του πατέρα μου. Το είχα αποφασίσει απ’ τη στιγμή που έλαβα το μήνυμα, μόνο τώρα όμως η σκέψη φάνηκε ξεκάθαρα στο νου μου. Δεν είναι πως δεν τον αγαπούσα. Απλώς το ‘κανα με το δικό μου τρόπο, και ύστερα από όλα όσα συνέβησαν μάλλον ένιωθα πια κάτι σαν παγερή τρυφεράδα, όπως και για την Όλγα.
Ο ήλιος είχε ανεβεί κατακόρυφα και η ζέστη σε συνδυασμό με την υγρασία απ’ τα λιμνάζοντα νερά της περιοχής έκανε την κατάσταση ανυπόφορη. Περπάτησα στο δρόμο κάμποσο σκυφτός δίχως να σκέφτομαι τίποτα συγκεκριμένο μέχρι που άκουσα μια φωνή και σήκωσα το κεφάλι. Ένα παιδί κρατούσε ένα μακρύ κλαδί κι έκοβε με δυνατά ραπίσματα τα ξερόχορτα φωνάζοντας δυνατά: «είμαι ένας τύραννος, είμαι ο βασιλιάς σας, και θα με υπακούσετε». Και παρατήρησα πως έκοβε μόνο όσα προεξείχαν και τα υπόλοιπα τ’ άφηνε άθιχτα. Όταν τον πλησίασα ταλαιπωρούσε ένα σκαθάρι που έκανε τον ψόφιο κοριό.
« Θαρρείς πως θα με κοροϊδέψεις , ε; Νομίζεις πως ο βασιλιάς σου είναι χαζός. Μα θα σε σπλαχνιστώ και τη ζωή σου στην τύχη της θ’ αφήσω. Αν το σπαθί μου δε σε τσακίσει, ελεύθερος θα είσαι.» Και κατέβασε με δύναμη το σπαθί που έπεσε λίγο πιο δίπλα απ’ το σκαθάρι. Μα αυτό ακόμα ψόφιο το ‘παιζε, και θύμωσε το παιδί και είπε: «δειλέ! Δε σου είπα πως αν επιζήσεις θα σ’ αφήσω ελεύθερο; Γιατί λοιπόν με κοροϊδεύεις; Χάσου απ’ τα μάτια μου!» Και πράγματι το σκαθάρι σηκώθηκε κι έφυγε τρέχοντας.
Άφησα τον μικρό βασιλιά και συνέχισα μέσ’ από έναν θολωτό δρόμο χωμάτινο που κάλυπταν τα δέντρα, προσέχοντας που και που τα πόδια μου, μην πατήσω κάποιο φίδι. Σε λίγο φάνηκε στη γωνία το σπίτι της Μάργκως. Ήταν ένα μικρό σπίτι με κήπο και μουντά χρώματα. Στον κήπο η Μάργκω είχε φτιάξει ένα πρόχειρο θερμοκήπιο με διάφορα ζαρζαβατικά και για να φτάσεις εκεί ακολουθούσες ένα δυσδιάκριτο δρομάκι που η ίδια είχε φτιάξει και το είχε στολίσει με πήλινα λαγουδάκια δεξιά κι αριστερά. Στον κήπο, που δεν ήταν ιδιαίτερα φροντισμένος, ήταν παρατημένοι μερικοί βεραμάν κουβάδες που τους χρησιμοποιούσε για να μαζεύει τα λαχανικά.
«Ε, καλώς το παλικάρι»
«Καλημέρα κυρία Μάργκω»
«Να σε φιλέψω τίποτα;»
«Όχι, ευχαριστώ»
«Καλά παιδί μου. Θες να πιάσεις αμέσως δουλειά εσύ, έτσι;»
«Ναι»
«Αμ, καλά σε κατάλαβα ‘γω. Άιντε, κι άμα θες τίποτα μου το λες, έτσι;»
«Ναι»
Η Μάργκω ήταν κοντή και δραστήρια. Έμενε μαζί με τον παράλυτο άντρα της και τον σχιζοφρενή της γιο. Η Μάργκω τους φρόντιζε και τους δυο, τρέχοντας πάνω κάτω όλη μέρα. Εκείνη τη μέρα ο γιος της περνούσε δύσκολα. Η Μάργκω είχε μαγειρέψει μακαρόνια με κιμά αλλά χωρίς κιμά λόγω οικονομικών κι ο γιος της συνεχώς τη ρωτούσε:
«Μάνα, ε μάνα»
«Ναι;»
«Πού είναι ο κιμάς; Δεν έβαλες κιμά στα μακαρόνια;»
«Πώς δεν έβαλα»
«Και πού είναι;»
«Ψάξε μες στην κατσαρόλα και θα βρεις»
Και έμπαινε ο γιος μέσα και μετά από λίγο ρωτούσε ξανά. Μια άλλη φορά του ‘χε αγοράσει τρία κουτιά τσιγάρα για όλη την ημέρα κι αυτός φοβόταν μήπως δε του φτάσουν, κι έτσι η Μάργκω αναγκάστηκε να του πει πως κλείσαν για κείνη τη μέρα όλα τα περίπτερα. Ο σύζυγός της ήταν λένε παιδεραστής και λένε πως ο γιος βγήκε έτσι επειδή τον πείραξε. Ο σύζυγος ήταν κουρέας.
Άναψα ένα πανί με βενζίνη δεμένο σ’ ένα κλαδί και το ‘χωσα στην τρύπα με τις φωλιές.
«Θα μας κάψεις το σπίτι! Μάνα πάρ’ τον από δω θα μας κάψει το σπίτι.»
Και δεν μπόρεσα παρά να θαυμάσω αυτή τη γυναίκα και να σκεφτώ ότι βασανίζεται.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ II

Ο Κωνάκης προερχόταν από παλιά οικογένεια γαιοκτημόνων. Έμενε στην πύλη του κάστρου μέσα σ’ ένα πολυτελέστατο διαμέρισμα τριών ορόφων και στον κήπο του είχε ένα μεγάλο σαλιάρικο καφέ σκυλί που κάθε που περνούσες άρπαζε το πλαστικό παιχνίδι του και το τίναζε με τα δόντια δείχνοντας τι σου μέλλει να πάθεις αν επιχειρήσεις να μπεις. Με τον Κωνάκη δεν είχα επαφές όπως και οι περισσότεροι άλλωστε της γειτονιάς με τα σοκάκια. Το πρωί της επομένης της κηδείας του πατέρα μου κάποιος δικός του μου χτύπησε την πόρτα μηνύοντας πως θέλει να με δει. Ο τύπος φορούσε ένα μακρύ καφέ λιωμένο παλτό και κρατούσε ομπρέλα. Το πρόσωπό του δεν το πρόσεξα, θυμάμαι μόνο ένα λεπτό μουστάκι. Κάπνιζα εκείνη την ώρα και δεν αισθανόμουν καλά, ένιωθα ένα σφίξιμο στο στομάχι που μου έκοβε την αναπνοή και ήμουν έτοιμος να ξηλώσω μερικές σανίδες απ’ τον τοίχο προκειμένου να ξεσπάσω. Είχα μάλιστα διαλέξει ένα σημείο που ο τοίχος πρόβαλλε σχηματίζοντας κάτι σαν στύλο ορθογώνιο και πάνω του είχαν επιλέξει να κρεμάσουνε το κεφάλι κάποιου γέρου άρχοντα ή αξιωματικού. Ήταν ένα σκοτεινό πορτραίτο και το ωχρό δέρμα του άντρα έκανε άσχημη εντύπωση με τα χρώματα του πίνακα και τους καβουρνιασμένους τοίχους. Με αναστάτωνε τα βράδια και πολλές ήταν οι φορές που αποφάσισα να τον ξεκρεμάσω, όμως πάντοτε άλλαζα γνώμη. Έμοιαζε κάτι να επικυρώνει το κρεμασμένο τούτο κεφάλι.
Σύρθηκα πάλι μέσα και έκλεισα την πόρτα. Δεν είχα τι να κάνω και βάλθηκα να σκαλίζω μια πίπα καθισμένος στην σκονισμένη πολυθρόνα του σαλονιού. Κατά μια έννοια έμοιαζα κι εγώ με άρχοντα, ο σκοτεινός άρχοντας του μαύρου μου πύργου. Η επίσκεψη όμως του μηνυτή ξαναγύρισε στο νου μου. Τι τάχα να με ήθελε ο γερολόρδος; Δεν θα πρέπει να ήταν πάντως κάτι βιαστικό. Έξω έβρεχε και μικρά κυκλάκια σχηματίζονταν στις λιμνούλες λάσπης. Σηκώθηκα κι έκλεισα τις κουρτίνες. Θα μάθαινα αύριο. Σ’ ένα σημείο του πατώματος είχε δημιουργηθεί μια λιμνούλα κι από κάπου ακουγόταν ο μονότονος ήχος του νερού που στάζει. Αυτό μου προκάλεσε θλίψη και παράτησα το σκάλισμα της πίπας. Σηκώθηκα πάλι, αβέβαια αυτή τη φορά και κοίταξα γύρω. Δεν υπήρχε στ’ αλήθεια κανείς. Κανείς δε με φώναζε, κανείς δεν έπλενε τα πιάτα στην κουζίνα. Με πήραν τα κλάματα. Μόνος μου είχα επιλέξει ετούτο τον δρόμο, όχι όμως από γούστο. Αν γινόταν διαφορετικά, θα διάλεγα τους ανθρώπους.
Υπήρχε ένα λαμπατέρ εκεί και σκέφτηκα πως ποτέ δεν είχα δοκιμάσει να τ’ ανάψω. Το ‘βαλα στην πρίζα κι άναψε. Οι αρχές δεν είχαν μεριμνήσει να κόψουν το ρεύμα μετά την πυρκαγιά. Πείραζα τον διακόπτη κλικ-κλικ και το άφησα να λάμψει και το φως του με γέμισε χαρά. Έβγαλα λοιπόν ξανά το καλώδιο και το πήρα στο δωμάτιο όπου φώτισε ξανά και ήταν λες και τίποτα άλλο δεν υπήρχε στον κόσμο εξόν από τούτο το δωμάτιο και τη μικρή του λάμπα.
Ύστερα από ώρα κατάλαβα ότι η βροχή είχε σταματήσει. Η λάμπα δεν είχε πλέον κάποια χρησιμότητα για μένα και την έκλεισα. Κατέβηκα ενεργητικός τις σκάλες πηδώντας σχεδόν πάνω στις μύτες των ποδιών μου καθώς κατέβαινα και βγήκα στο δρόμο. Ο πατέρας μου τώρα θα είχε θαφτεί και ίσως να τον είχαν πλησιάσει ήδη κάποια σκουλήκια. Τώρα έστριβα στο δρόμο με τα γιασεμιά. Αυτό ήταν το αγαπημένο του λουλούδι κι απόλαυσα τη δροσερή μυρωδιά για λίγο μέχρι που ανακατεύτηκε με άλλες. Υπήρχε κάτι το ρομαντικό σε τούτο το κάστρο και μάλλον σε όλα τα κάστρα με σοκάκια, γάτες, αυλές και φυτά. Κάτι που έκανε όλα τα κορίτσια συμπαθητικά και τους δρόμους φονιάδες και το φως τα βράδια σε κάποια ξεχασμένη κάμαρα απ’ τη σειρά ένοχο ερωτισμού. Και θυμήθηκα τον Καβάφη.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ III

Προσπάθησα να βρω κάτι καλό για να φορέσω μιας και θα επισκεπτόμουν τον άρχοντα της περιοχής και διάλεξα ένα κίτρινο μακρυμάνικο πουκάμισο που είχα πεταμένο από καιρό στην καρέκλα. Ύστερα βρήκα μια καθαρή γωνιά στον καθρέφτη της ντουλάπας και χτένισα όσο μπορούσα τα μαλλιά. Έμεινα αρκετά ευχαριστημένος απ’ το αποτέλεσμα και ξεκίνησα για το αρχοντικό. Όταν έφτασα εκεί στάθηκα μπροστά απ’ το ταχυδρομικό κουτί και περίμενα κάποιον να με προϋπαντήσει. Δεν περίμεναν ασφαλώς να φτάσω σ’ αυτούς μέσ’ απ’ τα σαγόνια του μανιακού τους σκύλου. Όμως η ώρα πέρασε και αλήθεια κανείς δεν ερχόταν. Έκανα το γύρο του αρχοντικού και βρήκα ένα μέρος που ο φράχτης είχε υποχωρήσει και σκαρφαλώνοντας σε κάποιο δέντρο πήδηξα μέσα. Μπροστά μου υπήρχε μια σειρά λευκών σκαλιών περιστοιχιζόμενη από μαρμάρινα λιοντάρια και στο βάθος μια ξύλινη πόρτα, μικρότερη από αυτήν της κεντρικής εισόδου. Ανέβηκα προσεχτικά τα σκαλιά συλλογιζόμενος πως για κάποιον που δε θα με περίμενε θα έμοιαζα με κλέφτη και χτύπησα την πόρτα. Από μέσα ακουγόταν πολύς θόρυβος από πράγματα που συγκρούονται και άντρες που φωνάζουν και κανείς δεν θα άκουγε το υπόκωφο χτύπημά μου αν η πόρτα δεν ήταν τελικά ανοιχτή. Την έσπρωξα και βρέθηκα σε κάτι που θα πρέπει να ήταν τα μαγειρεία και ένιωσα αμέσως να με κόβει η λόρδα. Όμως ένας ιδρωμένος χοντρός άντρας κατευθυνόταν τώρα προς το μέρος μου κρατώντας μια κουτάλα.
«Ποιος είσαι εσύ;»
«Καλημέρα. Ήρθα να δω τον κύριο Κωνάκη, αυτός με ζήτησε»
«Μπήκες από λάθος πόρτα. Το δικαστήριο είναι στο πλάι»
Δεν κατάλαβα καλά τι εννοούσε ούτε όμως πρόλαβα να τον ρωτήσω γιατί έφυγε φωνάζοντας σε έναν νεαρό βοηθό. Βγήκα απ’ τα μαγειρεία και κοίταξα τριγύρω κι ευθύς ένιωσα προσβεβλημένος. Αυτός ο ξιπασμένος νόμιζε σίγουρα πως ήρθα για να δικαστώ. Δεν ήταν βέβαια η πρώτη φορά που οι άνθρωποι με παρεξηγούσαν απ’ το παρουσιαστικό μου αλλά αυτό παραπήγαινε. Θα έμπαινα στο δικαστήριο (γιατί μπροστά ήταν ο σκύλος) και όταν τους εξηγούσα, η παρεξήγηση θα λυνότανε.
Έστριψα στη γωνία και βρήκα την πόρτα του δικαστηρίου που δεν διέφερε και πολύ από των μαγειρείων, με εξαίρεση τους μαρμάρινους αετούς αυτή την φορά που την πλαισίωναν. Ήξερα ότι ο Κωνάκης διευθετούσε και δικαστικές υποθέσεις ελλείψει συστηματικού δικαστή στην περιοχή. Μπήκα μέσα κι ένας κύριος μου ευχήθηκε καλημέρα. Φορούσε μπλε μαρέν επίσημα ρούχα.
«Σε τι θα μπορούσα να σας βοηθήσω;»
«Ο κύριος Κωνάκης με κάλεσε να τον δω»
«Και πώς ονομάζεστε;»
«Νικηφόρος Τ.»
«Α μάλιστα. Βέβαια»
Πρόσεξα ότι μιλούσε με μια μακρόσυρτη φωνή σχεδόν μελωδική σε κάποια σημεία με οξείς τονισμούς. Τότε κάποιος κλήθηκε απ’ το βάθος κι όταν πλησίασε είδα ότι ήταν ο άντρας με το λεπτό μουστάκι και τώρα όλα θα κανονίζονταν, μα ο άνδρας αυτός είχε ένα άσχημο μούτρο γεμάτο ουλές και δυο φουντωτά μεγάλα φρύδια ενώ τα χείλη του είχαν ξεθωριάσει. Με έπιασε αγκαζέ και ανεβήκαμε μια μεγάλη ελικοειδή σκάλα μέχρι που φτάσαμε μπροστά σε μια θεόρατη πόρτα που άνοιξε ελευθερώνοντας ένα ανυπόφορο λευκό φως και κάποιος φώναξε με σοβαρή φωνή «να περάσει ο κατηγορούμενος Νικηφόρος Τ.».

ΚΕΦΑΛΑΙΟ IV

Η αίθουσα δεν ήταν καθόλου όπως τη φανταζόμουνα. Υπήρχαν σειρές από μεγάλα βαρέλια στους τοίχους που μάλλον περιείχαν κρασί και τριγωνικές σημαιούλες κρεμασμένες κάτω από πυρσούς. Έμοιαζε με μεσαιωνικό κελάρι. Σε λίγο παρατήρησα και τους ανθρώπους που βρίσκονταν εκεί φορώντας ρεντιγκότες και ψηλά καπέλα ή ασημόχρωμες περούκες που γυάλιζαν στο φως της φωτιάς. Ο κύριος Κωνάκης που καθόταν πάνω σε μια ψηλή έδρα φορούσε κι αυτός ασημένια περούκα και πορτοκαλί γιλέκο και κάθε τόσο σήκωνε το σφυρί για να λιώσει κάποιον αρουραίο ή κατσαρίδα.
Με έβαλαν και κάθισα στην πρώτη σειρά σε ένα μακρύ τραπέζι καπηλειού. Ωστόσο ήμουν μόνος σ’ εκείνο το τραπέζι και για μια στιγμή μου πέρασε η γελοία ιδέα πως κάποιος θα μου έδενε λευκό μαντήλι στο λαιμό και θα μου έφερναν το φαγητό. Οι παρόντες έμοιαζαν με συνδαιτυμόνες σε πλούσιο τσιμπούσι, αδιάφοροι για τον οικοδεσπότη. Κοίταξα γύρω μου και τότε είδα τον αδερφό μου να κάθεται στο δίπλα τραπέζι που όμως ήταν μικρότερο, και να με κοιτά με φρύδια ανασηκωμένα και ζαρωμένο μέτωπο λες και η παρουσία μου του δημιουργούσε έκπληξη. Το ίδιο πήγα να του πω κι εγώ μα δεν πρόλαβα γιατί ο Κωνάκης μίλησε εκείνη τη στιγμή χτυπώντας αποφασιστικά το σφυρί.
«Είστε ο κύριος Νικηφόρος Τ.;»
«Μάλιστα»
«Κληθήκατε εδώ ως κατηγορούμενος για το αδίκημα του φόνου και δη της πατροκτονίας.»
Μια συζήτηση ξεκίνησε αμέσως από πίσω μου. Κοίταξα τον αδερφό μου, μα εκείνος έσκυβε με σοβαρότητα πάνω απ’ το τραπέζι του.
«Τι έχετε να πείτε γι’ αυτό;»
Εγώ ακόμη κοίταζα τον αδερφό μου που η σιωπή μου τον έκανε να γυρίσει προς το μέρος μου με το ίδιο βλέμμα.
«Πολύ καλά. Ο κατήγορος έχει το λόγο.»
Έψαξα αυτόν τον κατήγορο κι όταν βεβαιώθηκα πως κανείς δεν κουνήθηκε ένιωσα προς στιγμήν να ανακουφίζομαι, μα τότε κάποιος άρχισε να μιλάει. Ήταν ο αδερφός μου.
« Κύριε δικαστά, πριν από λίγες μέρες ο πατέρας μας πέθανε κι αυτός εδώ ο άνθρωπος δεν εμφανίστηκε ούτε καν στην κηδεία του κι ας γνώριζε πως το βάρος του κόστισε στον πατέρα μου τη ζωή. Αυτός ο άνθρωπος που κάποτε υπήρξε αδερφός μου, αφού σκόρπισε ό,τι απέμενε απ’ την περιουσία του πατρός μου, χάθηκε αδιάφορος για τις τύχες μας ζώντας σαν αλήτης, δυσφημώντας την οικογένειά μας. Ο πατέρας μου φρόντισε να τον σπουδάσει σκορπώντας ένα κάρο λεφτά και ποιο το ευχαριστώ κύριε δικαστά; Παράτησε τις σπουδές του και σαν να μην έφτανε αυτό, φάνηκε αχάριστος μην παραδεχόμενος ούτε στο ελάχιστο τη βοήθεια που προσφέρθηκε από μας. Τουναντίον» (και εδώ παρατήρησα πως δεν είχα ξανακούσει τον αδερφό μου να μιλάει έτσι) «ισχυρίστηκε πως τίποτα δεν του προσφέραμε και πως στ’ ονόματά μας καμιά οικογένεια δεν αναγνώριζε. Πλανηθείς εκ της αλαζονείας του θεώρησε τον εαυτό του διάνοια κι εμάς κατώτερούς του, δίχως να καταλαβαίνει στο ελάχιστο τις θυσίες που έκανε γι’ αυτόν ο δύστυχος πατέρας μας. Και σαν να μην έφτανε αυτό, τον άφηνε να μαραζώνει, αρνούμενος να του μιλά ούτε για καλημέρα κι άρρωστο απ’ την στενοχώρια τον παράτησε αδιαφορώντας. Πίστευα παλιά πως ήταν πιο σοβαρός, πιο ώριμος μα έκανα λάθος. Είναι ο μεγαλύτερος εγωιστής του κόσμου. Μα ακόμα κι αυτό θα του το συγχωρούσα όπως του το συγχώρεσε ο πατέρας, τον φόνο του όμως ποτέ!»
Κανείς δε μίλησε γι’ αρκετή ώρα. Δεν καταλάβαινα καλά τι συνέβαινε. Πίστευα πως βλέπω κάποιο όνειρο και μου ‘ρθε να βάλω τα γέλια βλέποντας όλους αυτούς με τις αστείες τους φορεσιές και τις περούκες. Ο δικαστής όμως συνέχισε.
«Καλώ την μάρτυρα Όλγα Γ.»
Και η Όλγα με το μωβ πουά της φόρεμα μπήκε ζαλισμένη στην αίθουσα ζαρώνοντας το μέτωπο όπως εκείνο το πρωί απ’ τον ήλιο και σκέφτηκα πως τελικά την αντιγηραντική τη χρειαζόταν.
Την έβαλαν να ορκιστεί και το έκανε με περισσή σοβαρότητα. Ύστερα τη ρώτησαν ποια ήταν η γνώμη της για μένα κι εκείνη μίλησε για το σπίτι μου, για τους άστεγους που κοιμούνταν εκεί και τα αίσχη που γίνονταν, για τα σκασμένα μου χέρια και για το ότι με είχε δει να περπατώ πάνω κάτω στο δωμάτιό μου, για την περιέργειά μου όταν χώθηκα στο σπίτι της με το πρόσχημα να την βοηθήσω στα ψώνια ενώ θα ήθελα σίγουρα να την κλέψω και μόνο η σύνεσή της το απέτρεψε αυτό. Ο δικαστής τότε με ρώτησε για τα χέρια, μα πριν προλάβω να μιλήσω ο αδερφός μου πετάχτηκε δηλώνοντας:
«Είναι τρελός κύριε δικαστά! Πλένει συνέχεια τα χέρια του με τις ώρες σαν τον εγκληματία που ξεπλένει το αίμα.»
Ο γραφιάς το σημείωσε αυτό χαμογελώντας σαρδόνια. Ήταν ψηλόλιγνος με κοντοκουρεμένο μαλλί και σπυριάρικο πρόσωπο. Τα μάτια του ήταν πεταχτά και όσο έγραφε έβγαζε ελαφρώς τη γλώσσα έξω, αφήνοντας να φανούν τα στραβά του δόντια. Είχε απλωμένο το ένα χέρι μπροστά και έσκυβε ενθουσιασμένος πάνω στο χαρτί, ενώ οι κινήσεις του ήταν κάπως σπαστικές.
Έκαναν μερικές ακόμη ερωτήσεις στην Όλγα για το σπίτι στο οποίο κατοικούσα και τον τρόπο με τον οποίο απέκτησα πρόσβαση σ’ αυτό, ερώτηση στην οποία η Όλγα απάντησε: «Μπήκε μέσα έτσι απλά» και ο δικαστής ζήτησε να σημειωθεί μέλλουσα έρευνα στα ακατοίκητα σπίτια του κάστρου.
Η επόμενη μάρτυς ήταν η Μάργκω, την έδιωξαν όμως γρήγορα γιατί άρχισε να παρακαλεί τον κύριο Κωνάκη να κάνει κάτι για την οικογένειά της. Μετά από αυτήν δεν πρόσεξα πολύ, είδα όμως αρκετά πρόσωπα ξεχασμένα από καιρό και μεταξύ τους διάφοροι συμφοιτητές μου και αξιωματικοί απ’ τα χρόνια μου στον στρατό που απ’ ότι κατάλαβα με έκριναν ένοχο. Στη συνέχεια ο αδερφός μου έδωσε κι άλλες εξηγήσεις με λεπτομέρειες τώρα και κάπου εκεί η συνεδρίαση έληξε και με οδήγησαν έξω σπρώχνοντάς με ελαφρώς στα σκαλιά, μα ήταν αρκετό για να σωριαστώ. Ποτέ στη ζωή μου δεν ένιωσα τόσο ταπεινωμένος. Λίγο πριν κλείσει η πόρτα κάποιος μου φώναξε «έλα πάλι στις οχτώ το πρωί» και πολύ το σκέφτηκα αν έπρεπε να πάω. Η κατάσταση μού φαινόταν γελοία μα συνειδητοποίησα πως αυτό ήταν που με τρόμαζε περισσότερο. Πολλές φορές στο παρελθόν είχα βρεθεί σε ανάλογες καταστάσεις κινδυνεύοντας να χάσω τη ζωή μου ή ακόμα χειρότερα την ελευθερία μου. Θυμήθηκα τότε που κάποιος με είχε πετάξει στη μέση μιας λεωφόρου εν ώρα αιχμής επειδή νόμιζε πως του ‘χα πει «άι γαμήσου». Κόντεψε να με πατήσει αυτοκίνητο και γύρισα στο πεζοδρόμιο και τον ρώτησα «γιατί;». Το πρόβλημά μου ήταν πως αργούσα να θυμώσω και το ‘κανα πάντα τη λάθος στιγμή και με τον λάθος τρόπο, όπως εκείνη την φορά στα ΚΤΕΛ που κατουριόμουν κι επειδή η καθαρίστρια καθάριζε τις αντρικές με τη μάνικα, μπήκα στις γυναικείες σίγουρος πως όταν με δει θα μου ζητούσε εξηγήσεις κι έτσι βγήκα έξω και της φώναξα «και τι ήθελες να κάνω; Να περιμένω να σπάσει η κύστη μου;» κι έφυγα λουσμένος απ’ τις βρισιές της. Οι άνθρωποι πάντα με αντιπαθούσαν σε κάτι τέτοιες καταστάσεις μα τώρα τα πράγματα έδειχναν σοβαρά, υπήρχε ένα ακροατήριο εκεί με περούκες και ρεντιγκότες που πίστευε πως ήμουν ένοχος για το φόνο του πατέρα μου κι αυτό οπωσδήποτε δεν ήταν καλό. Ανέκαθεν φοβόμουν τη μάζα όσο την περιφρονούσα. Φοβόμουν την αδυναμία να βρω το δίκιο μου ανάμεσα σ’ αυτούς και στους νόμους τους, θέτοντας έτσι εξαρχής τον εαυτό μου ένοχο. Αυτό ήταν μια αλήθεια και δε μπορούσα να κάνω τίποτε γι’ αυτό. Δεν είχα πρόβλημα να πλακωθώ στο ξύλο με κάποιον για την τιμιότητα και την αξιοπρέπεια του οποίου ήμουν σίγουρος, τον βλάκα όμως, τον δειλό τον φοβόμουνα, αυτόν και τις αμέτρητες προεκτάσεις της βλακείας του που φάνταζαν σ’ εμένα σαν ένας αιώνιος λαβύρινθος δίχως διαφυγή. Φοβόμουν την βλακεία, αυτό ήταν, και κατά την κρίση μου αυτό ήταν σωστό.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ V

Εκείνο το βράδυ είδα ένα παράξενο όνειρο. Ήμουν σε έναν φάρο σε κάποιο βραχώδες ακρωτήρι που το τσάκιζαν μεγάλα κύματα. Γενικά επικρατούσε σκοτάδι όμως ο αφρός των κυμάτων διαγράφονταν ξεκάθαρα. Ο φάρος φαινόταν παλιός και είχε τρεις σκοτεινές τρύπες που χρησίμευαν ως παράθυρα, φως όμως δεν εξέπεμπε ο φάρος. Μπήκα μέσα και ανέβηκα πολλά σκαλιά μέχρι που έφτασα σε έναν μακρύ διάδρομο. Υπήρχε φως από κάπου πίσω μου σαν φως κεριού το οποίο μπορεί να πήγαζε απ’ το σώμα μου. Και είδα σβηστούς δαυλούς κατά μήκος του διαδρόμου και το πάτωμα ήταν στρωμένο από λείες πέτρες, έτσι που μου φάνηκε πως διάβαινα κάποιο σοκάκι του κάστρου. Στο τέλος του διαδρόμου υπήρχε φως και όταν πλησίασα είδα άντρα γερασμένο με ψαρά μαλλιά και ρουφηγμένα μάγουλα που κρατούσε καντήλι και κοίταζε κάτι που υπήρχε ανάμεσά μας μα εγώ δεν το ‘βλεπα. Στο νου μου ευθύς ξεπήδησε το όνομα καντηλανάφτης και αυτό υπέθεσα πως ήταν το όνομα του γέρου. Γύρω του σαράντα κεριά αιωρούνταν αναμμένα και στα μάτια του αντιφέγγιζε φως από φυτίλι. Κι ο γέρος μην κοιτώντας εμένα, αλλά την τρύπα ακόμα στο πάτωμα που μας χώριζε, με ρώτησε «τι ζητάς» κι έμεινα άλαλος να τον κοιτάω λες και κάποιο χέρι μού είχε αφαιρέσει τη μιλιά. Κι όλα τότε μάκρυναν μαζί κι ο γέρος και φύσηξε άνεμος κι ακούστηκε πόρτα που κλεινόταν.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VI

Σηκώθηκα το πρωί ζαλισμένος ακόμη απ’ το όνειρο και έδεσα τα κορδόνια των παπουτσιών μου αβέβαιος για το αν θα πήγαινα στη δίκη ή αν έπρεπε κάπου να πάω, κι έτσι βγήκα απ’ το σπίτι μου ακολουθώντας κάποιο ένστικτο όπως συνήθιζα να κάνω στη ζωή μου. Δεν περπάτησα πολύ ή τουλάχιστον έτσι μου φάνηκε, και βρέθηκα σε κάποια πλατεία που ‘χε στη μέση ένα σιντριβάνι στολισμένο με μαρμάρινα λιοντάρια. Τα λιοντάρια κοιτούσαν βασανισμένα τον ουρανό κι αυτό μου θύμισε κάποια γιαγιά παλιά σε κάποιο νοσοκομείο ξαπλωμένη στο φορείο ν’ αναζητά πότε τον άνθρωπο και πότε τον θεό. Στην πλατεία αυτή δεν είχα ξαναπάει και από περιέργεια σήκωσα το βλέμμα μου τριγύρω. Λίγο πιο κει υπήρχε μια εκκλησία δυτικής αρχιτεκτονικής που ήταν αφιερωμένη όπως είδα σε κάποιον ποιητή. Μπήκα μέσα και κάθισα στην πρώτη σειρά κοιτάζοντας για ώρα την Παναγία κι αναλογιζόμενος πόσο δύσκολο, πόσο περίπλοκο είναι το να μεγαλώνεις παιδιά. Αυτή είναι η πρώτη και η μεγαλύτερη δυστυχία του ανθρώπου. Γιατί αν κάποιον ρωτήσεις τη γνώμη του πάνω στο θέμα θα σου δώσει ένα «βέβαια» θεαματικό απαριθμώντας τις ανάγκες σε υλικά. Καμιά προσοχή στο ασυνείδητο και το υποσυνείδητο, στην πάσης φύσεως λεπτομέρεια, στην ευθραυστότητα της ανθρώπινης ψυχής. Κοίταξα στο βάθος και είδα το ιερό. Όταν ήμουν μικρός είχα κάνει πολλές φορές παπαδάκι στις επισκέψεις στην εκκλησία μαζί με το σχολείο και τότε μου δημιουργήθηκε ένας θυμός για την απαγόρευση των ιερέων να εισβάλλουν οι πιστοί που δεν έχουν δουλειά σ’ αυτό το μέρος. Άφησα τη θέση μου που έτριξε διαμαρτυρόμενη κι έσπρωξα την πόρτα που πάνω της εικονιζόταν κάποιος αρχαίος πολεμιστής και μπήκα στο ιερό. Με το που το αντίκρυσα μου φάνηκε φοβερά βαρετό κι έκανα να φύγω όμως μια φωνή με σταμάτησε λέγοντας «τι ζητάς;». Δεν ήταν ο γέρος μου και πώς θα μπορούσε να είναι άλλωστε, αλλά κάποιος βιαστικός κι ανυπόμονος ιερέας. Τον άφησα δίχως απάντηση και βγήκα πάλι έξω αφού έριξα μια φευγαλέα ματιά στις σειρές κεριών πάνω στα κηροπήγια. Την πόρτα την άφησα ανοιχτή και στον ήλιο θυμήθηκα τη δίκη που έπρεπε να πάω. Σχεδόν δισταχτικά ξεκίνησα για εκεί και χάζεψα αδιάφορα στο δρόμο ένα σπίτι με γεράνια φυτεμένα σε πήλινους αμφορείς, όπως αυτά που έβλεπες σε καρτ ποστάλ με κάποια γάτα να περιφέρεται τριγύρω. Το μέγαρο του Κωνάκη φάνηκε στο βάθος μα όταν έφτασα προτίμησα να αγοράσω ένα παγωτό απ’ το παγωτατζίδικο που βρισκόταν έξω απ’ την πύλη του κάστρου. Γύρισα με το παγωτό μου και κάθισα σ’ ένα παγκάκι κοιτώντας το μέγαρο μέχρι που ένας χωροφύλακας βγήκε από κει και μου πε
«Τι ζητάς;»
Αυτό μου φάνηκε περίεργο για λίγο και του εξήγησα στα γρήγορα τα της δίκης. Εκείνος έγνεψε καταφατικά. Θυμόταν την υπόθεση και μου είπε να βιαστώ. Άφησα το παγωτό μου μισοτελειωμένο και χώθηκα στο μέγαρο κατευθυνόμενος προς την δικαστική πόρτα. Όλα μου φαίνονταν πολύ οικεία, σχεδόν φιλικά, κι αυτό ήταν κάτι που με γέμιζε χαρά μαζί και τρόμο. Ο επίσημα ντυμένος κύριος δεν ήταν τώρα εκεί κι έτσι ανέβηκα μόνος μου τη σκάλα προσέχοντας αδιάφορα τους τοίχους. Εδώ κι εκεί πράσινη μούχλα ξεπετάγονταν σαν μπουκέτα λουλουδιών κι αυτό ήταν κάτι συνηθισμένο στο κάστρο λόγω της φοβερής υγρασίας. Ένα κρατς ακούστηκε και σήκωσα την πατούσα μου μαζί με το λιωμένο έντομο. Αυτό ήταν αρκετό και μπήκα στην αίθουσα του δικαστηρίου χεσμένος απ’ το φόβο.
Οι κύριοι με τις ρεντιγκότες τα καπέλα και τις περούκες δεν βρίσκονταν εκεί και πάνω στην εξέδρα μια κρεμάλα από μαύρο καραβόσκοινο λαμπύριζε απ’ τη γλίτσα. Δεξιά κι αριστερά κάθονταν άνδρες και γυναίκες που μάλλον ήταν οι ένορκοι όπως κατάλαβα από περιγραφές που είχα ακούσει για δίκες. Έμοιαζαν με φοιτητικό ακροατήριο της ιατρικής σχολής και κοίταξα ξανά το σημείο που θα γινόταν το χειρουργείο.
«Παρακαλώ, παρακαλώ» είπε κάποιος. «Καθίστε τώρα κύριε Τ.» Κάθισα πάλι στην πρώτη σειρά και κοίταξα μαζί με τους φοιτητές το χειρουργικό κρεβάτι.
«Όπως βλέπετε εδώ έχουμε έναν άνδρα ασθενή νεαρής ηλικίας… Τι ηλικία έχει Σβουνιά;»
«Τριάντα δύο, κύριε» απάντησε ο Σβουνιάς.
« Τριάντα δύο ετών και μετρίου αναστήματος. Λοιπόν για να δούμε, υπάρχουν ερωτήσεις πριν ξεκινήσουμε; Όχι; Πολύ καλά. Σήμερα όπως ξέρετε θα επιχειρηθεί η μελέτη του εγκεφάλου αυτού του ανθρώπου προς διεξαγωγή συμπερασμάτων περί της ας πούμε ιδιαίτερης φύσης του».
Σ’ αυτό κάποια κοπέλα λιποθύμησε και νταγλαράδες την έσυραν έξω.
«Ναι… όπως έλεγα το πείραμα, γιατί περί πειράματος πρόκειται, είναι άκρως καινοτόμο και γι’ αυτό θα ήθελα την προσοχή σας. Δεσποινίς παρακαλώ μην γράφετε. Ναι, εσείς. Λοιπόν, αν δεν υπάρχουν ερωτήσεις, μπορούμε να ξεκινήσουμε.»
Δε υπήρχαν ερωτήσεις κι έτσι ο καθηγητής με βοήθησε να σηκωθώ και να ξαπλώσω στο κρεβάτι. Κοίταζα το λευκό φως από πάνω μου και μου φάνηκε ενοχλητικό.
«Κατεβάστε το σας παρακαλώ.»
« Α, σας ενοχλεί. Βέβαια, έτσι κι αλλιώς δεν θα χρειαστεί. Έχουμε άπλετο φως εδώ πέρα.» Εννοούσε μάλλον τον φεγγίτη, το φως του οποίου έπεφτε διαγώνια ακριβώς πάνω στο κρανίο μου.
«Θα πάρετε βαθιά ανάσα. Πολύ καλά, Γιώργο φέρε μου αυτό το μαραφέτι. Όχι, το δίπλα, ναι.»
Ένιωσα κάτι να χώνεται βαθιά στο κρανίο μου, παγωμένο και σκληρό, και τον εγκέφαλό μου να δροσίζεται από κάποιο αεράκι.
«Τώρα όπως βλέπετε ο δεξής λοβός…»
Το μαραφέτι όπως το έλεγε ο γιατρός μ’ έκανε να νιώθω δυσφορία.
«Θέλω να σταματήσουμε.»
« Αυτό φοβάμαι πως δε γίνεται. Φανταστείτε έναν άνθρωπο να τρέχει σα τρελός στους δρόμους μ’ ανοιγμένο το κρανίο. Όχι αυτό παρά είναι. Αν θέλετε τώρα…»
« Όχι αρκετά σας έδειξα.»
Κάτι γυάλισε στα μάτια του γιατρού μα μπορεί να ήταν το νυστέρι.
«Πολύ καλά. Θα υπογράψετε εδώ, να εδώ βλέπετε «ο ασθενής εξήχθη με δική του βούληση, παρά την φρόνηση των γιατρών» εντάξει, κανένα πρόβλημα, καλό είναι πάντως να επιστρέψετε αν νιώσετε την παραμικρή ενόχληση.»
Κάποιοι φοιτητές γέλαγαν μεταξύ τους κάνοντας αστεία. Ήταν φανερό πως η σημερινή ακρόαση εξελίχθηκε σε φιάσκο.

ΚΕΦΑΛΑΙΟ VII

Το πτώμα είχε σαπίσει από καιρό κι εγώ δεν το ‘χα ακουμπήσει, δεν τολμούσα μ’ εκείνη την τρύπα στο κρανίο να το πλησιάσω μην κατασπαράξει εμένα που είχα απομείνει. Έβαλα μόνο την καρέκλα ανάποδα και στηρίζοντας το κεφάλι μου στους αγκώνες κοιτούσα, περιμένοντας κάποιον ν’ ανοίξει την πόρτα ενοχλημένος απ’ τη μυρωδιά. Δεν θα ‘βρισκε τίποτε άλλο πέρα από ένα φάντασμα κι έναν κρεμασμένο γέρο αξιωματικό που κάποτε μίλησαν, και μείναν σα μνημεία να κοιτούν τα όσα είπαν.

Φορούσα πάντως τα παπούτσια μου κάθε που σηκωνόμουν έτσι, από συνήθεια, και τότε βημάτιζα. Όλο βημάτιζα. Αυτή ήταν η αιωνιότητα.

vintage_under2

©Τιχομίρ
photo by murielle29, used under a Creative Commons license -adjusted to blog needs, by Staxtes.com

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία