Αλέξανδρος Αραμπατζής, Στο φαράγγι του διαβόλου

arambatzis1.7.14

fav-3

Ακολουθούσα τον καταραμένο, όλο στροφές, φιδωτό ανηφορικό δρόμο, και δεν ήξερα αν οι ρόδες γυρίζανε ή απλά τσουλούσαν πάνω σε μια λεπτή, στενή κρυστάλλινη λωρίδα που οδηγούσε κατευθείαν στην κόλαση. Δίπλα μας, οι τεράστιοι απόκρημνοι γκρεμοί μετέδιδαν στη ψυχή μας σκοτοδίνη, και καθώς άρχιζε να σουρουπώνει και ολοένα λιγόστευε το φως, ο τρόμος ρουφούσε και την τελευταία ικμάδα θάρρους που μας είχε απομείνει. Ο παπάς, δίπλα μου, σιγοψιθύριζε ακατανόητες προσευχές, ενώ εγώ έκανα αγώνα να κρατήσω την ψυχραιμία μου και το αμάξι σε μια ασφαλή ισορροπία και πορεία. Τα ουρλιαχτά των λύκων άρχισαν ήδη να πλησιάζουν στα αυτιά μας.
—–Πότε θα φθάσουμε στο Ακροβούνι; ρώτησε ο παπάς τουρτουρίζοντας.
—–Εδώ, πάτερ, δεν ξέρουμε αν θα φθάσουμε ποτέ και με ρωτάς πότε θα φθάσουμε; απάντησα τσαντισμένος. Μας μένουν άλλα δεκαπέντε χιλιόμετρα περίπου, προχωράμε σαν μαστουρωμένες γαλοπούλες και δεν ξέρουμε πότε ο διάβολος θα κουνήσει την ουρά του και θα μας στείλει στα ανήλιαγα βάθη της χοάνης του Φαραγγιού του Διαβόλου.
—–Το είπα πολύ παραστατικά μάλλον και ο παπάς ανατρίχιασε σα να τον κατάβρεξα μ΄ έναν κουβά παγωμένο νερό.
—–Ω, Θεέ μου, θ΄ αφήσουμε εδώ τα κοκαλάκια μας, είπε ο παπάς, κι έβγαλε κάτι ανάμεσα σε λυγμό και μουγκρητό.
—–Πάση θυσία έπρεπε να προχωρήσουμε, δεν υπήρχε άλλη επιλογή, αλλιώς, αν σταματούσαμε, θα πεθαίναμε από το κρύο και θα μας τρώγανε οι λύκοι.
—–Γαμώ την ατυχία μου, βόγκηξε με τη σειρά του από πίσω μου ο συνάδελφος συνοριοφύλακας..
—–΄Αναψε τσιγάρο και μας τράταρε από ένα αλλά δεν είχαμε καμιά όρεξη εγώ και ο παπάς για τσιγάρο εκείνη τη στιγμή.
—–Εσένα, παππούλη, πως σε πιάσανε κορόιδο και σε στείλανε εδώ πάνω στην άκρη της γης; ρώτησε ο συνάδελφος.
—–Ο παππούλης, που σημειωτέον ήταν συνομήλικός μας, γύρω στα είκοσιέξι, έδειξε να ενοχλείται.
Είμαι υπηρέτης Θεού και ανθρώπων, είπε, και σαν πιστός υπηρέτης δεν μπορώ να αρνηθώ την υπηρεσία μου σε κανέναν άνθρωπο, ιδίως εδώ πάνω, σ΄ αυτούς τους φουκαράδες, που είναι τόσο απομονωμένοι και χρειάζονται τις υπηρεσίες ενός υπηρέτη του Θεού.
—–Εδώ πάνω θα υπηρετείτε τον Θεό μόνο εσύ και τα αγρίμια, είπε ο συνάδελφος. Γιατί οι χωριάτες, όπως άκουσα, δεν είναι και πολύ σόι. Είναι άγρια ράτσα και δεν κουμαντάρονται εύκολα.
—–Θα κάνω ότι περνάει από το χέρι μου, τέκνον μου, είπε ο παπάς, που φάνηκε ενοχλημένος. Και για νάχουμε το καλό ρώτημα εσείς οι έξυπνοι πως την πατήσατε και σας στέλνουν εδώ πάνω;
—–Εντάξει, δεν είχαμε τον σωστό θείο από την Κορώνη, πετάχθηκα εγώ, για να μην εκτραχυνθεί η συζήτηση.
—–Α, μάλιστα, είπε ο παπάς.
—–Καταραμένα κόμματα, είπε ο συνάδελφος. Εδώ πάνω θ΄ αφήσουμε τα κοκαλάκια μας. Πάνω που σχεδίαζα φέτος να παντρευθώ, να κάνω οικογένεια.
—–Ο Θεός είναι μεγάλος, είπε ο παπάς, να έχεις πίστη, τέκνον μου.
—–Κι εσύ που έχεις πίστη γιατί κατουριέσαι από τον φόβο σου; είπε ο συνάδελφος.
—–Διάβολε, φώναξε ο παπάς. Είσαι θρασύς κι αυθάδης.
—–Εντάξει, παιδιά, είπα, ηρεμήστε. Ξέρω ότι τα νεύρα μας είναι τεντωμένα αλλά έτσι χειροτερεύουμε την κατάσταση.
—–Στο μεταξύ, χωρίς να το πολυκαταλάβουμε, χωθήκαμε μέσα σ΄ ένα τεράστιο δάσος με πανύψηλα δένδρα που κρέμονταν από πάνω μας σαν τεράστιες νυχτερίδες – φαντάσματα. Το τοπίο ήταν πραγματικά μυστηριώδες και τρομακτικό κι ακόμα πιο τρομακτικό το έκανε ο άνεμος που σφύριζε μανιασμένα και μετέφερε την ακατανόητη και δυσοίωνη ηχώ κάποιων μυστήριων όντων που κατοικούσαν στο δάσος.
—–Εδώ πάνω θα κυνηγήσουμε λαθρομετανάστες; είπε ο συνάδελφος. ΄Οποιος κακομοίρης βρεθεί εδώ πάνω θα πεθάνει πρώτα απ΄ όλα από τον φόβο του.
—–Ο παπάς σταυροκοπήθηκε κι έσκυψε το κεφάλι.
—–Μετά από είκοσι λεπτά περίπου αυτοί οι περίεργοι, τρομακτικοί, μακρόσυρτοι ήχοι, που μοιάζανε σαν το ίδιο το βουνό να μούγκριζε και να βόγκαγε, φθάνανε πιο ευκρινείς στα αυτιά μας.
—–Ρε παιδιά, ακούτε αυτά που ακούω ή έχω παραισθήσεις; ρώτησε ο συνάδελφος.
—–Σε λίγο όμως, καθώς πλησιάζαμε περισσότερο, βρεθήκαμε απέναντι σ΄ ένα μεγάλο ξέφωτο που έμοιαζε σαν μια εκτεταμένη κοιλάδα, και μες στο λιγοστό φως της χειμωνιάτικης νύχτας διακρίναμε στο βάθος τους τεράστιους όγκους κάποιων προιστορικών τεράτων, κάποιων μεγαθήριων της προιστορικής εποχής, δεινόσαυρων, βροντόσαυρων, μαμούθ, και δεν συμμαζεύεται, που λικνίζονταν άγρια και μονότονα στον ρυθμό του αέρα, προκαλώντας παράλληλα τα φρικτά και κολασμένα μουγκρητά που σ΄ έκαναν να αισθάνεσαι ότι βρέθηκες πραγματικά σ΄ ένα κολασμένο τοπίο.
—–Μου κόπηκε η φωνή μπροστά σ΄ αυτό το απίστευτο, μεγαλοπρεπές θέαμα.
—–Ο παπάς άρχισε πλέον να προσεύχεται δυνατά και να κλαίει. Ο συνάδελφος μονολογούσε, μήπως ονειρεύομαι; μήπως ονειρεύομαι;
—–Ένιωσα ξαφνικά να γυρίζω πίσω στον χρόνο, να νιώθω ένας μικρός ανθρωπάκος κυνηγός, αδύναμος μπροστά στα τέρατα της φύσης. Ένα ανάξιο λόγου πλάσμα που σε κάθε μουγκρητό των μεγαθήριων κοβόντουσαν τα γόνατά του κι έτρεχε να κρυφθεί σε λαγούμια και σπηλιές για να προφυλαχθεί. ΄Ενιωσα τόσο μικρός και τόσο ταπεινός και με πλημμύρισε τέτοιο δέος που αισθάνθηκα πως ο χρόνος είχε αντιστραφεί. Η ζωή αναποδογύρισε και μετεγκαταστάθηκε στο παρελθόν, σα νάγινε ένα υπερφυσικό θαύμα και ανατράπηκε η τάξη του κόσμου. Μέσα σε όλο αυτό το απόκοσμο τεφρό γαλαξιακό φως που έλουζε την κοιλάδα η γη ξανάγινε το βασίλειο αυτών των δύσμορφων και τεράστιων θηλαστικών κι ερπετών, όπου η βασιλεία τους ξανάρχιζε μετά βαίων και κλάδων για άλλα δεν ξέρω πόσα εκατομμύρια χρόνια. Ζούσα αυτήν την κοσμοιστορική στιγμή με την οδύνη του τελευταίου εκπροσώπου του ανθρώπινου είδους που συνειδητοποίησε ξαφνικά ότι τελικά τα ανθρώπινα πάθη δεν βγήκανε σε καλό, ο άνθρωπος ξαναγύριζε στη ζωώδη κατάσταση. Ζούσα τις πιο εκστατικές κι εφιαλτικές στιγμές της ζωής μου. ΄Ενιωσα αυτόπτης μάρτυρας μιας κοσμογονίας.
—–Αλλά πως βρέθηκαν τόσα προιστορικά τέρατα στην συγκεκριμένη κοιλάδα; αναρρωτήθηκα..
—–Το πιο εύκολο που μπορούσα να σκεφθώ ήταν η αποτυχία ενός μυστικού γενετικού πειράματος κάποιων ηλίθιων επιστημόνων, που προφανώς πέσανε και οι ίδιοι θύματα των ανόητων, προκλητικών και πέραν των δυνάμεών τους πειραμάτων.
—–Και τώρα τι κάνουμε; ψέλλισε ο συνάδελφος.
—–Ο παπάς έπεσε στα γόνατα, προσευχόταν κι έκλαιγε. Ιησούς Χριστός νικά όλα τα κακά σκορπά.
—–Απομείναμε σιωπηλοί κι αποσβολωμένοι γι΄ αρκετή ώρα, παγωμένοι από το κρύο, την απορία και την απόγνωση, απόκοσμα όντα εξορισμένα στην εσχατιά του σύμπαντος μαζί με απόκοσμα φαντάσματα, όπου κανένα ανθρώπινο πλάσμα ή θεός μπορούσε πλέον να μας βοηθήσει. Και καθώς κάποια στιγμή ο απόλυτος τρόμος μετατρέπεται σε τρέλα ο συνάδελφος άρπαξε την καραμπίνα του κι άρχισε να πυροβολεί σαν τρελός πάνω στα μαμούθ και στους δεινόσαυρους.
—–Χωρίς να το πολυκαταλάβω άρπαξα κι εγώ την καραμπίνα κι άρχισα να ρίχνω ανεξέλεγκτα πάνω τους, ουρλιάζοντας, γαμώ το κέρατό σας σιχαμένα τερατάκια.
—–Ακολούθησε ο παπάς που ξαφνικά έβγαλε κάτω από το ράσο του κι αυτός μια καραμπίνα κι άρχισε να πυροβολεί με μανία ουρλιάζοντας, καταραμένοι σατανάδες, καταραμένοι σατανάδες, καταραμένοι σατανάδες.
—–Δεν ξέραμε πόσο κράτησε η μάχη αλλά ξαφνικά ως δια μαγείας διαπιστώσαμε ότι τα τέρατα είχαν εξαφανισθεί από μπροστά μας. Δεν ακούγαμε πια μουγκρητά και στο βάθος μόνον κάτι ακίνδυνες σκιές λικνίζονταν στον ρυθμό του ανέμου. Δεν πιστεύαμε στα μάτια μας, σα να πολεμήσαμε και νικήσαμε έναν τεράστιο εφιάλτη.
—–Ο παπάς σκούπισε τον ιδρώτα από το πρόσωπό του κι έκανε τον σταυρό του.
—–Να ξανάρθουμε μια μέρα να κάνω ευχέλαιο, είπε. Αλλά κι εσείς να προσέλθετε μια μέρα στον Οίκο του Θεού να σας εξομολογήσω. Είσθε πολύ βλάσφημοι και λιγόψυχοι ενώπιον του μεγαλείου του Κυρίου.
—–Ξέρεις κάτι, πάτερ, είπε ο συνάδελφος, ή εδώ έγινε κάποιο μοναδικό θαύμα, ή και οι τρεις είμαστε για δέσιμο.
—–Ξεκινήσαμε πιο ανάλαφροι και λιγότερο τσιτωμένοι, σα να γυρίζαμε από κυνήγι. Τουλάχιστον, έστω και στην άκρη του κόσμου, μετά από λίγο, θα βρισκόμασταν πάλι ανάμεσα σε ανθρώπους.

vintage_under2
©Αλέξανδρος Αραμπατζής
φωτό©Στράτος Φουντούλης, Forêt de Soignes, Bruxelles 2008

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία