Δήμητρα Διδαγγέλου, “Η Σύβι και ο Ντάντυ” –της Ελένης Κοφτερού

didangelou-bk-2

fav-3

Μια προσέγγιση στην αφήγηση της νουβέλας Η Σύβι και ο Ντάντυ
της Δήμητρας Διδαγγέλου
Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013

ΠΡΟΣΤΑΚΤΙΚΗ ΦΩΝΗ
Χτίσε μια μεγάλη
Μοναξιά
Ένα παράδοξο θέατρο
Σιωπής στήσε
Ίσως αντηχήσει
Μια φλογερή γιορτή ζωής.

(Ε. Κοφτερού /Γράμμα σε γενέθλια πόλη/ εκδόσεις Σαιξπηρικόν )

fav-3

Το πρώτο πράγμα που μου ήρθε στο μυαλό διαβάζοντας το οπισθόφυλλο του Η Σύβι και ο Ντάντυτης Δήμητρας Διδαγγέλου, ήταν το παραπάνω ποίημά μου. Κι αμέσως μετά μια αρνητική σκέψη για την οποία έχω ακόμη ενοχές: «Μα πώς μπορεί να γραφτεί λογοτεχνία πάνω σε αληθινές, απομαγνητοφωνημένες μαρτυρίες;», σκέφτηκα, «δε γίνεται αυτό».

Τελειώνοντας το βιβλίο, μια πανηγυρική, ουσιαστική διάψευση με γέμισε χαρά. Οι αληθινές μαρτυρίες είναι το μεγάλο λογοτεχνικό εύρημα σ’ αυτή τη νουβέλα, πάνω στις οποίες η συγγραφέας χτίζει την αφήγηση της ηρωίδας της και δημιουργεί δωμάτια με πόρτες λευκές για να ξαποστάσει η Σύλβια Πλαθ, να μας κοινωνήσει την αγωνία της.

Οι αληθινές μαρτυρίες που περιέχονται σ’ αυτή τη νουβέλα είναι ακριβώς αυτές που φωτίζουν την κίνηση, τον δυναμισμό και τη θεατρικότητα της αφήγησης (όπως η θεατρικότητα που κουβαλά η ζωή απ’ την αρχή ως το τέλος της ). Είναι ο χορός της τραγωδίας, οι ηθοποιοί που έλιωσαν στις πρόβες μαζί με τους πρωταγωνιστές για ν’ ανέβει η παράσταση.

Το ποίημα εκεί να επιμένει κι εγώ να του υπενθυμίζω ότι ήρθε ακάλεστο, οφείλει να κάτσει ήσυχο στη σελίδα του, χωρίς εξάρσεις και αλαζονικά πετάγματα.

Λιτή, μεστή, ουσιαστικά απογυμνωμένη η αφήγηση -για να φωτίζονται τα πλευρά και τα κόκαλα, να ακούγεται ο πνιγμένος λυγμός – απ’ την αρχή φανερώνει τα τρία παράλληλα επίπεδά της, χωρίς ταβάνι, μα, προπάντων τους λείπει το πάτωμα που θα το γουβώσουν τα δάκρυα. Αυτά σχηματίζουν μικρές ασημένιες λίμνες με νούφαρα, εκεί που έπαιζε η Σύλβια μικρή, ρυάκια γαλάζια κυλούν προς τα πίσω, δροσίζοντας κάποτε τα όνειρα των «διαφορετικών» ανθρώπων, αυτών που πνίγηκαν απ’ την αθλιότητα της πραγματικότητας.

Σε τρία επίπεδα, λοιπόν, που εναλλάσσονται αρμονικά από τους τόπους της ψυχής – τι κοινότυπη στ’ αλήθεια έκφραση για κάτι που δεν βρίσκει τόπο αιώνες τώρα, όχι μόνο στην τραχιά επιφάνεια του φλοιού της γης, αλλά παίζεται αν και στον ουρανό έχει βρει κανένα χωραφάκι ν’ απαγκιάσει. Για κάτι που μόνο το σώμα ως τώρα έχει βρει ως άλλοθι, να υποδουλώνει, να κατοικεί, να κατέχει, να λεηλατεί, να το πληγώνει σταθερά και μεθοδικά με όνειρα και προσδοκίες και χάδια και φιλιά και έρωτες και ταξίδια, μα προπάντων με φθορά, για ν’ αρπάζει απ’ τα μαλλιά την εξαίσια δυνατότητα της (δήθεν) παρηγοριάς που (αν είσαι τυχερός) ακολουθεί κι αρχίζει τότε η ψυχή να παίζει τον πιο σπουδαίο ρόλο της, γίνεται γάτα που γλείφει τις πληγές, σκεπάζει τα παλιά ερείπια με νέα, από πηλό κι αφράτο χώμα καμωμένα – στους χρόνους του υποτιθέμενου πολιτισμού και των κοινωνικών σχέσεων και δομών όπως και στον πραγματικό τόπο της Αμερικής, εκεί που γεννήθηκε για να πονέσει, ν’ αρρωστήσει και να βάλει το κεφάλι της στο φούρνο η αγαπημένη μας Σύλβια. Η γλυκιά Σύλβια που μεγαλώνει παίζοντας μήλα και σχοινάκι με την απώλεια και την απόρριψη, γδέρνει τα χέρια της στα πλήκτρα της γραφομηχανής και το μυαλό της στα αιχμηρά περιγράμματα της προσδοκίας της αγάπης, ανασαίνει το αεράκι της τέχνης, γραπώνεται δυνατά απ’ την εμμονή της ποίησης, υφαίνει και ξηλώνει λέξεις.

Η υπέροχη παγίδα των λέξεων είναι ανοιχτή σε όλο το βιβλίο για αφηγητές και αναγνώστες. Και χρησιμοποιώ εσκεμμένα πληθυντικό αριθμό καθώς οι αφηγητές είναι πολλοί κι ο αναγνώστης τους οικειώνεται μαζί με την ηρωίδα- αφηγήτρια που θα μπορούσε να είναι (υπέροχο εύρημα αυτό της γράφουσας) από ψυχολόγος μέχρι σφετερίστρια των εξομολογήσεων αυτών των ανθρώπων για να πάρει ιδέες για κανένα ποίημα ενώ παλεύει με τους δικούς της δράκους.

Παρακινεί τον αναγνώστη σε δεύτερη και τρίτη ανάγνωση, όπως λίγα βιβλία μπορούν να καταφέρουν. Επίσης έχει κι άλλο τρόπο ανάγνωσης. Μπορεί δηλαδή να διαβαστεί και να σταθεί σαν μικρή νουβέλα μόνο η αφήγηση της ηρωίδας, όπως και η σπαραχτικά όμορφη (ή μήπως η θεσπέσια σπαραχτική;) αφήγηση της Πλαθ. Κι έπειτα μένουν οι πραγματικές μαρτυρίες. Δεν είναι εύκολο να διαβαστούν από άπειρους αναγνώστες ή ευαίσθητους αναγνώστες ή ψαγμένους αναγνώστες. Οι μαρτυρίες είναι για πραγματικούς αναγνώστες που βιώνουν την τελετουργία της ανάγνωσης. Εκεί θ’ ανακαλύψουν μια συμπυκνωμένη λογοτεχνία, θα κοιτάξουν κατάματα τη γέννηση χιλιάδων λέξεων και την κυοφορία περισσότερων που σκαλώνουν στο λαρύγγι και γίνονται κόμπος πυκνός και αξεδιάλυτος.

Η γλώσσα και τα εργαλεία της, οι λέξεις, είναι το καταλυτικό στοιχείο του ανθρώπου και πολλές φορές το αβάσταχτο της ευθραυστότητάς του. Αυτές που προσχηματικά τη μοναξιά παρηγορούν. Όσα ποιήματα και αν διάβασε η Σύλβια στο ραδιόφωνο, απ’ την απώλεια δεν λυτρώθηκε, απ’ τον πόνο δεν γλίτωσε ούτε για μια μέρα. Σε όσα διαδίκτυα κι αν ταξιδέψει ο σύγχρονος άνθρωπος για να σπαταλήσει λέξεις , δεν πρόκειται να βρει τη σιγανή κυρτότητα ενός χαδιού, της κλειδωμένης αγκαλιάς το τρυφερό λύσιμο δεν θα μπορέσει ν’ ακούσει, αν δεν καταφέρει να επικοινωνήσει έστω και για μια φορά με ανθρώπους, χωρίς τα προσχήματα των κοινωνικών δομών, δίχως την άχρηστη συναλλαγή οποιασδήποτε εξουσίας. Θα μένει για πάντα ακρωτηριασμένος και μόνος.

Κι έτσι, η μοναξιά και η απομόνωση ριζώνουν στις οικογένειες και τις ομάδες, τρυπώνουν στα ζευγάρια και τις φιλίες, διαχέονται στα παιδιά λικνιζόμενες στο ρυθμό του χρόνου και της κληρονομικότητας για να φτάσουμε στο ανοίκειο συμπέρασμα ότι η δυστυχία είναι εντέλει κληρονομική. Κληρονομείται κι ο εγκλεισμός στην κοινωνικότητα και τις κοινωνικές δομές. Εκείνοι που δεν αντέχουν αρρωσταίνουν. Φορούν το ρούχο της διαταραχής. Πού αρχίζει η διαταραχή και πού τελειώνει η ψυχική υγεία; Ποιος ορίζει το κανονικό και ποιος το παθολογικό; Ερωτήματα που φυσικά δεν περιμένουμε ν’ απαντηθούν σε μια νουβέλα 100 περίπου σελίδων, αλλά το σημαντικό είναι ότι τίθενται με ευαισθησία, αγάπη και διεισδυτικότητα.

Δεν είναι τυχαίο νομίζω, ότι η συγγραφέας επιλέγει να μας παρουσιάσει μια αφηγήτρια που αναγνωρίζει και προβάλλει τη δική της απώλεια και την αδυναμία της στο υποκατάστατο του αλκοόλ. Η αφηγήτρια που απομαγνητοφωνεί τις μαρτυρίες των σακατεμένων ανθρώπων δεν είναι αλύγιστη ούτε ατσαλάκωτη. Είναι μόνο ευάλωτη κι αναζητά αγάπη, όπως όλοι μας.

«Και η Σύλβια, τι ρόλο παίζει η Σύλβια;», θ’ αναρωτηθεί ο αναγνώστης. Μα η Σύλβια είναι η ενσάρκωση της συλλογικής μοναξιάς, το θύμα και ο θύτης της απώλειας. Η Σύλβια θα μπορούσε να είναι ο καθένας από τους ομιλούντες και σε πολλά σημεία της αφήγησης ξεπροβάλλει μέσα απ’ τα τρεμάμενα χέρια της αφηγήτριας. Η γυναίκα που σπαραχτικά ομολογεί: «το παιδί μου με ξέρει. Εγώ δεν το ξέρω» είναι η Σύλβια. Ο άντρας που δηλώνει κατηγορηματικά: «Όταν τρελαθείς πεθαίνεις. Από τότε που θα’ χεις τρελαθεί , που θα’ χεις τρελαθεί, χάνεσαι, δεν αποβιώνεις. Όταν τρελαθείς, χάνεται η ζωή σου, χάνεσαι. Έτσι» είναι η Σύλβια που δεν μπορούσε να κάνει τίποτε άλλο παρά να μετουσιώσει σε τέχνη τη μοναξιά και την απόγνωσή της.

Κι έπειτα σκέφτομαι όλους εμάς που «είμαστε υγιείς» και τις λευκές σελίδες που σκοτεινιάζουμε, τις μύτες των μολυβιών που δεν αντέχουν την πίεση, τα δάχτυλα που μουδιάζουν τη νύχτα απ’ τα χτυπήματα στα πλήκτρα, την εμμονή της γραφής και τα σημειωματάρια που κουβαλάμε και σιγουρεύομαι ότι η Σύλβια είναι μέσα μας, κοιμάται αγκαλιά με το γατάκι της. Καμιά φορά, ξυπνά μέσα στη νύχτα ο Ντάντυ, τεντώνεται άγρια και βγάζει τα νύχια του γδέρνοντας πρώτα τα πνευμόνια και το συκώτι, φράζει τον λάρυγγα με πανικούς παγόβουνα, στέρεα, άλιωτα τα καρφώνει στα άκρα μας, μας στέλνει μες στο σκοτάδι να ψάχνουμε πηγάδια με λέξεις για να βουτήξουμε…

Η Διδαγγέλου χρησιμοποίει με μεγάλη μαεστρία τις λέξεις, δεν αναλώνεται στα περιττά κι έχει πετύχει εξαιρετική συμμετρία στην αφήγηση, με αποτέλεσμα μια νουβέλα καλαίσθητη, διαφορετική, που αξίζει να διαβαστεί.

Γοητευτικό στοιχείο επίσης για τον αναγνώστη, είναι ότι στα τελευταία κεφάλαια μπλέκονται οι αφηγήσεις, υφαίνοντας το κουβάρι της κοινής μοίρας των ευαίσθητων ανθρώπων, φτιαγμένο από σκούρα άραχλα νήματα και χρωματιστά κουρέλια.
Το εύρημα της εφτάψυχης γάτας λειτουργεί ψυχοθεραπευτικά για τον αναγνώστη και την αφηγήτρια.

Τυχερή που είναι η ηρωίδα, έχοντας μόνο τη θλίψη και την απώλειά της, τις ενοχές και την εσωστρέφειά της, χωρίς την αρρώστια της Σύλβιας…Κι έτσι βρίσκει τη δύναμη να σωθεί, να μην καταποντιστεί.
Τον γλιτωμό της τον χρωστά στ’ αεράκι και την αλαφράδα τ’ ουρανού.
Κλείνοντας το βιβλίο, χαμογελώ, χαϊδεύω κλεφτά τον χάρτινο Ντάντυ του εξωφύλλου και μια θαυμάσια αίσθηση ότι αυτός ο πλανήτης δεν φτιάχτηκε εντελώς άσκοπα, αφού το αεράκι και η γαλάζια χλόη τ’ ουρανού μπορούν ακόμη να σώσουν έστω κι έναν άνθρωπο, με κατακλύζει…

vintage_under2

©Eλένη Κοφτερού -αναδημοσίευση από το περιοδικό Φρέαρ κατόπιν άδειάς της

didaggelou-bkΔήμητρα Διδαγγέλου
Η Σύβι και ο Ντάντυ
Εκδόσεις Γαβριηλίδη, 2013

 

 

 

 

 

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

favicon

 

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, Πεζογραφία