Βασίλης Λαλιώτης, Θαλάσσια μπάνια -αποσπάσματα

επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου

επεξεργασμένη φωτογραφία από το εξώφυλλο του βιβλίου

Κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις Bibliothèque

fav-3

Η σημασία του φωτός σήμερα είναι κάτι απόμερο. Στη θάλασσα του Σουνίου ο θεός με χτύπησε με την υπόμνηση της μοίρας του Τειρεσία. Δεν μιλάς για το φως ατιμώρητα. Ωστόσο τί απέγινε αυτό που έδωσε τα λόγια στους ποιητές. Στο παρακμασμένο λεωφορείο της Εργατικής Εστίας του εξήντα, μια στρωματογραφία σκουπιδιών που περιμένεις να σκάσει το αχειροποίητο του τόπου και να μιλήσει με τα έργα των χεριών των ανθρώπων, και ταυτόχρονα ένα είδος ύβρεως απέναντι στο φως που αφήνει στο έλεος της φθοράς τα ίχνη από τις γενιές των ανθρώπων. Τόλμησες για το φως, θα τιμωρηθείς. Όχι στα μάρμαρα που παίζουν τις χορδές της αρχαίας άρπας των ποιητών, αλλά στην κούφια κολόνα του οφθαλμολογικού κέντρου των κλεπτοκρατών, στο κυλικείο, έρμαιο φωτός…

fav-3

 

2

Πόσα παγάκια καλοκαίρι…

Το εμπριμέ ανήκει στη σημειολογία του δροσερού
είναι ένα είδος ιδρωμένου ποτηριού αλλά σε ύφασμα.

Το ερείπιο ήταν σπίτια σχεδιασμένα για βλέμματα
κατά μέτωπον στην ακτή. Τώρα στίχος του Ελύτη:
τα σκατά των παιδιών με την πράσινη μύγα…

Το διπλανό παίζει το παιχνίδι του πεύκου και
της σκιάς. Το παραδίπλα μια γέφυρα πλοίου
από μπετόν, κουπαστές, έτοιμο για σαλπάρισμα.

Στη σκιά του η νωχέλεια δυο σαιζ-λόνγκ, η κυρία
κατεβαίνει αργά με τζόκεϊ ιστιοπλοϊκού και χανγκόβερ.
Δεν βγάζει τα σκούρα γυαλιά ούτε όταν βουτάει.

Εν τω μεταξύ μια γυναίκα σε ασπρόμαυρο με ομπρέλα
μαύρη και ρόμπα ψιλοκοπάκι μαύρο με γκρίζα ανθάκια
κάνει για μια στιγμή το πράγμα ασπρόμαυρη ταινία.

Η παναγία με το γιο της, διανοητικά ανάπηρος. Λέει
με υπαινιγμούς ότι τον αυνανίζει πριν έρθουν
για να μην ενοχλεί τις λουόμενες.

Οι πορτοκαλάδες πάνω στο τραπεζάκι μου θυμίζουν
ότι διψάω… και οι μεσόκοπες κυρίες μου θυμίζουν
τις λέξεις μπιρίμπα, κουμ καν, σταυρόλεξα

Μήπως έχετε σταυρόλεξα λέει μια κυρία στο περίπτερο…

Ο Χορκχάϊμερ έχει γίνει καθηγητής, κι έχει παντρευτεί
επιτέλους την αγαπημένη του.

Ανάσκελα, κλείνεις τα μάτια επιπλέοντας. Όταν τα ανοίγεις
όλα βρίσκονται κάτω από φρέσκο φως.

fav-3

8

Αν ήταν να της δώσω ένα όνομα θα έλεγα: Βίλα Ραστώνη…
πώς σηκώνονται οι αγαύες στον άνεμο… να απλώσουμε κάτι
κάτω να ξαπλώσουμε να μας πάρει ο επίμονος αέρας.

Ο μικρός χρόνος της κατασκευής παράλληλος με το μικρό
χρόνο της καταστροφής… το κάθε υλικό έχει το χρόνο του
και το συνολικό γλυπτό της φθοράς γίνεται από τα στάδια
της φθοράς των υλικών που απαρτίζουν το κτίριο.

Ο φόβος φυλάει τα έρμα έλεγε η μάνα μου και γύρω
τόσο πληγωμένο αχειροποίητο… Έρωτας με αέρα.

Κατέβασα την Ελληνική Γραμμή του Περικλή Γιαννόπουλου
από το ράφι: … κάθε ιδικόν μας εργόχειρον χρησιμεύει μόνον
δια να ξεφουσκώσωμεν από τα πράγματα που έχομεν καταπιεί
αποθαλασσώνοντες ούτω τα πάντα.

“Όταν βλέπωμεν τον κόσμον εις τον δρόμον νομίζομεν ότι βλέπομεν
άτομα. Απάτη. Είναι αι ιδέαι των δύο μεγάλων μας ανδρών.”

Το ξενοδοχείο είναι κυριολεκτικά πλάτη στη συνομιλία της
αρχαίας κολώνας με το γύρω τοπίο.

Κουρασμένος από θάλασσα παραδομένος στον αέρα
αλλιώς ψάχνονται έτσι τα γυμνά σώματα, αλλιώς
ελευθερώνεται το ανυπόφορο σ’ αυτό το σχεδόν ύπαιθρο.

Η αρχή του έρωτα διδάσκεται από τον αέρα και το τέλος
από το βλέμμα στο τοπίο… πριν να βγάλουν τα κορμιά
αυτό που πιέζει μέσα τους, υποταγμένα σε εξερεύνηση,
άλλες καμπύλες που πεινάει το χέρι, όλα είναι τυφλά
στην ορμόνη που κρατάει το φυτό στον άνεμο.

“…το φως δεν παίζει…”

Η αρχιτεκτονική του Κωνσταντινίδη είναι σύμβολο ανάπτυξης
του Κράτους της Δεξιάς. Μιας παιδείας που έτεινε προς το
φάντασμα του αστού… Πρέπει να εξαφανισθεί από κάθε τι δημόσιο.
Όλα πρέπει να παραδωθούν στην αρχιτεκτονική του στοματικού
σταδίου, τούρτες από τσιμέντο, που χαρακτηρίζει το Κράτος
των Σοσιαλδημοκρατών… Υπάρχει μια μάχη συμβόλων στο χώρο.

Η οδός που αναγράφουν τα τικέτα του The Mall, είναι:
οδός Ανδρέα Παπανδρέου… στο μεγαλύτερο αυθαίρετο κτίριο
των Βαλκανίων… ο ηγέτης της αυθαιρεσίας… ο βαλκάνιος Περόν…

Η θάλασσα είναι είδος παρηγορίας για τις πληγές
στο αχειροποίητο του τόπου που καταφέρνει ο κυρίαρχος
ξεβράκωτος με την ιδεολογία της πλαστικής σημαίας.

Θέλω κι άλλη θάλασσα για επίδεσμο στα μάτια.

Να κάνεις έρωτα σε κάποιο ερείπιο του Άρη Κωνσταντινίδη
μεσημέρι με αέρα… σαν τελετή αποχαιρετισμού… στην εφηβεία
στην αποτυχία του αστού, στη φθορά του σώματός σου.

Θα μπορούσε κάποιος να ζήσει και τυφλός, με τα μάτια
καμένα από την προσπάθεια για λίγο αχειροποίητο.

Πρέπει να βγάλεις το καταφατικό φως από τα μάτια σου
και να μιλήσεις τυφλός μέσα από φως αποφατικό.

fav-3

9

Μαλακοί όρχεις πάνω στο χειρουργικό τραπέζι, τα μερμύγκια
ανεβαίνουν από αριστερά, ναι πιλότος της νάρκωσης στα σκηνικά
της ανάγνωσης του Χούλιο Κορτάσαρ… ένας ανεμιστήρας γυρίζει
χωρίς να αερίζει κανέναν… σχεδόν ξέρω ποιοι θα διαχειριστούν
το κορμί μου όταν πεθάνω… καλοκαίρι να πεθάνω, να ενοχλήσω ελάχιστους.

Ένα γαλάζιο από Τζόϋς τσιγάρο και Μπόρχες… να πεθάνω γαλάζια.

Υπνοβάτης διαδρόμων, λίγος Υμηττός κι ένα φεγγάρι διαθλασμένο
αυτοί που αγαπώ ήσυχοι… η σοβαρότης της καταστάσεως ο Γκλεν
Γκουλντ στο σκαμνάκι παίζει Μπαχ και μουρμουράει… τα παιδιά.

“Μάνα, στα μάτια μου για δες, λάμπουνε τέσσερις φωτιές.
-Δεν είναι τίποτα, έλα πια, ειν’ τα μπακίρια αστραφτερά.”

Πριν σπάσει το φως γεύση θαλασσινού γυναίκας το χθαμαλόν της
βλάστησης που του ήπιε ο ήλιος όλο το νερό… σαρίδια, το φως
γράφει στο δέρμα… μια καλωσύνη που σιγά σιγά γίνεται τυραννία.

Κι έπειτα όνειρο, ένα όνειρο στο γαλάζιο, αρχιτεκτονικές, μανουάλια,
οι χρυσές τομές του Κωνσταντινίδη στο κτίριο του εθνικού συστήματος
υγείας, τα υπόλοιπα παράγκες, δημοτικές καφετέριες μυρουδιά πατάτες
γιαχνί από νυχτερινά μαγειρεία. Ένα φεγγάρι στο λευκό, σε κάθε λευκό.

“μέσα στη νύχτα και τη ζέστη
φέγγαν οι τοίχοι απ΄τον ασβέστη”

Διάδρομοι ασανσέρ ιδρωμένα μαξιλάρια παραληρητικές σταγόνες
που χτυπάν από τα μάτια ώς τις άκρες των ποδιών. Οι τυφλοί
δακρύζουν και τους παίρνει η γεύση της θάλασσας. Το παιδί να μη
μου το φοβίζετε και με σπαράζει με λυγμούς να το μωρώνω.

Να ξέρουν τα παιδιά ν’ ανοίγουν τις σελίδες της απώλειας από μικρά.

Ο Τειρεσίας είδε την επιθυμία της γυναίκας… τιμωρήθηκε.

Έχει καθένας μέσα του ένα ήλιο, τυφλό.

“Κοιμήσου γιε μου κι είναι αργά
σήμανε η ώρα έντεκα.”

fav-3
10

Εκεί που στρίβει η δημοσιά, μετά του Παπακασελά τα δέντρα
τελειώνει η φαντασίωση της ανάγνωσης του Χάιντεγκερ κι είναι
μια αποθήκη να ξεραίνουν τα φύλλα του καπνού ξεχασμένη, ο τόπος
λεύκες και καλαμποκιές, απέναντι νυχτερινό κέντρο… ποιός είπε
πως το Φουέντεβακέρος δεν έχει θάλασσα;.. Κουρούτα. Σ’ έχω περιμένει
εκεί με γαλότσες στη βροχή τη νύχτα… συμμετρίες το σπίτι της
Δόνιας Λόρκα που από πραγματικότητα αναχωρεί προς γραφήν
σπίτι δυσβάσταχτο σαν δάνειο της Κτηματικής Τραπέζης, πόσο
ερείπιο του αυτόνομου σταφιδικού οργανισμού, το σπίτι το ψηλό
αετώματα σαν τα χέρια που βάζεις να κόψουν τον ήλιο… Το Φουεντε-
βακέρος βγάζει θάλασσα, Κουρούτα… το αστικό γεμάτο φουσκωμένες
μπάλες και σωσίβια και μια σαμπρέλα μαύρη τεράστια από ρόδα…
πατάτες τηγανητές ακόμα ζεστές με ίχνη άμμου στα δόντια,
μα να κρατάει το καρπούζι στα χέρια για τη φωτογραφία, μόνο
εγώ κι ο θάνατος δεν φαινόμαστε στην σκηνή… διάδρομος και πόρτες
δύο δεξιά δύο αριστερά, ίσα που να χωράει ένα ταπεινό φέρετρο
να ελιχθεί, κι αυτός ο πατέρας που τον ξέχασε ο θάνατος
φύτεψε το αμπέλι με τα κέρινα, πέθαναν όσοι το φύτεψε μαζί, ξεράθηκε
και το αμπέλι… τον ρωτάς για τα παλιά και δεν χάνει όνομα…
Ωστόσο πλαντάζεις κι είναι Μάρτιος στο Φουέντεβακέρος που λέμε
τώρα βγάζει Κουρούτα, οι ρόδες του ποδηλάτου στην παρθένο άμμο…
η μικρή μουσμουλιά που της πήρες τους πρώτους καρπούς ανελέητα,
η καρδιά του καρπουζιού με τη μουσούδα σου μέσα του, η γυναίκα
που επιταχύνει επί πώλου όνου και λέει ένα καλησπέρα… Οι τόποι
που πέρασες μικρός και δεν έκανες έρωτα μεγάλος δεν ελευθερώνονται.
Γιατί αυτό θα πει συνείδηση της Αρχιτεκτονικής: να πιάσει μια βροχή
και να βρεθείς με το κορίτσι στις οσμές του χόρτου μες στο παλιό
ξηραντήριο καπνού για να περάσει η μπόρα, να σ’ έχει κλειδώσει
ο χρόνος σε μιαν ερημιά και μόνη διέξοδος τα έργα της σάρκας, σε μια
κραυγή ανυπόφορου να τρομάζουνε φιλέρημα πουλιά, οι στρωμένες
ζακέτες, τα πουκάμισα, το νερό που τρέχει από την παρατημένη
στέγη Φουεντεβακέρος που βλέπει Κουρούτα αλαφρωμένος
και να ξανοίγει ο καιρός απόβροχα σαν εκπληρωμένη επιθυμία.
Έλα να κρυφτούμε. Θα σου δείξω τί κάνουν οι μεγάλοι. Θέλω
να σου πω όπως στο σινεμά “σ’ αγαπώ” και ντρέπομαι…. έλα, χείλια
με χείλια… άσε με… μάτια με μάτια τώρα… άκου, θάλασσα…

fav-3

laliotis-bk-baniaΒασίλης Λαλιώτης
Θαλάσσια μπάνια
Εκδόσεις Bibliothèque

 

 

 

 

 

 

 

 

 

favicon

 Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε.

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, ποίηση