Δανιήλ Ιακώβ: Οι διαλογισμοί του Κάφκα

Σχέδιο του Κωνσταντίνου Παπαμιχαλόπουλου

Φραντς Κάφκα, Αφορισμοί, μετάφραση και εισαγωγικό σημείωμα: Σπύρος Δοντάς, επιμέλεια σειράς: Ν. Μ. Σκουτερόπουλος, Στιγμή, Αθήνα 2012, σελ. 90

Ο διαλογισμός διαθέτει ορισμένα κοινά χαρακτηριστικά με την ποίηση: τη νοηματική πυκνότητα και, σε συγκεκριμένες περιπτώσεις, την ειρωνεία και την αμφισημία, οπότε απαιτεί την ερμηνευτική παρέμβαση του αναγνώστη. Οι διαλογισμοί του Κάφκα ανήκουν ακριβώς σε αυτήν την κατηγορία και μοιάζουν με τους χρησμούς του μαντείου των Δελφών, οι οποίοι, κατά τον Ηράκλειτο, δεν αποκρύπτουν ούτε αποκαλύπτουν, αλλά απλώς σημαίνουν. Με άλλα λόγια, δεν εξασφαλίζουν ευθεία και απρόσκοπτη επικοινωνία με τον δέκτη τους εν είδει έκλαμψης, αλλά τον προσκαλούν να συνδιαμορφώσει το νόημά τους.

Οι διαλογισμοί του Κάφκα είναι απόσταγμα σοφίας αλλά και προϊόν μιας έκδηλης μελαγχολίας, που τους διαποτίζει και τους χαρίζει μια πικρή γεύση, καθώς η γνώση, παρά τις αγωνιώδεις προσπάθειές της, αδυνατεί να προσεγγίσει την αλήθεια. Από την άποψη αυτή είναι ιδιαίτερα χαρακτηριστικός ο εξής διαλογισμός (αρ. 1): στην αλήθεια, υποστηρίζει ο Κάφκα, φτάνουμε προχωρώντας πάνω σε ένα σκοινί ελαφρά υπερυψωμένο από το έδαφος. Αυτό όμως το σκοινί μάλλον μας εμποδίζει παρά μας οδηγεί σε αυτήν. Η κατανόηση αυτού του διαλογισμού προϋποθέτει, πιστεύω, την απάντηση σε ορισμένα ερωτήματα:

Α) Γιατί επιλέγεται η εικόνα του σκοινιού; Προφανώς για να προκληθεί η εντύπωση ότι ο δρόμος αυτός δεν είναι ούτε πλατύς ούτε άνετος.

Β) Γιατί το σκοινί δεν είναι τεντωμένο ψηλά, ώστε να παραπέμπει σε ακροβασία, αλλά λίγο πάνω από το έδαφος; Για να αποδοθεί η αίσθηση (ή η ψευδαίσθηση) ότι υπάρχει σχετική ασφάλεια από μια ενδεχόμενη πτώση. Η ειρωνεία όμως έγκειται στο γεγονός ότι αριστερά και δεξιά του σχοινοβάτη χαίνει το κενό, δηλαδή ελλοχεύουν άπειροι κίνδυνοι διάπραξης λάθους.

Γ) Γιατί το σκοινί-δρόμος τελικά δεν οδηγεί στην αλήθεια, αλλά την εμποδίζει; Επειδή ακριβώς τα περιθώρια που προσφέρονται στον σχοινοβάτη είναι άκρως περιορισμένα ή, για να το διατυπώσουμε διαφορετικά διατηρώντας την εικόνα: επειδή το σκοινί είναι εξαιρετικά στενό και, αν η αναζήτηση της αλήθειας δεν είναι ατομική αλλά συλλογική υπόθεση, διεξάγεται από εξαιρετικά μεγάλο αριθμό προσώπων.

Οι προηγούμενες απαντήσεις οδηγούν στην εξής σκέψη: η δομή των επιστημονικών επαναστάσεων έχει δείξει ότι, για να συντελεστεί πρόοδος στην επιστήμη, απαιτείται συχνά αλλαγή παραδείγματος ή υπόθεσης εργασίας. Μήπως αυτό σημαίνει ότι η αλλαγή του παραδείγματος μας φέρνει, όπως αποδεικνύουν τα παραγόμενα αποτελέσματα, πιο κοντά στην αλήθεια, ποτέ όμως στην απόλυτη επίτευξή της, όπως προτείνει και ο Κάφκα; Ας παραμείνουμε στη διατύπωση αυτού του επιστημολογικού ερωτήματος, γιατί διαφορετικά σχοινοβατούμε, και μάλιστα σε επικίνδυνα μεγάλο ύψος (πβ. διαλογισμό αρ. 6).

Ο διαλογισμός αρ. 20 δείχνει με κάθε επιθυμητή ενάργεια πώς ενσωματώνονται στη ζωή μας μερικές συνήθειες που αποδεικνύονται καταστροφικές, αλλά καθίστανται με την πάροδο του χρόνου μόνιμες. Έτσι οι λεοπαρδάλεις, που σπιλώνουν επανειλημμένα τις προσφορές της θρησκευτικής τελετής, μετατρέπονται τελικά σε αναπόσπαστο μέρος της ίδιας της τελετής, με αποτέλεσμα κάτι κακό ή αρνητικό να εισβάλλει και να μονιμοποιείται στη ζωή μας.

Στον Κάφκα υπερτερούν στατιστικά οι διαλογισμοί που αφορούν τον θάνατο. Στον διαλογισμό αρ. 21 ο άνθρωπος πετά την πέτρα όσο πιο μακριά μπορεί, αλλά συνειδητοποιεί οδυνηρά ότι το σημείο στο οποίο έπεσε η πέτρα ταυτίζεται με το τέλος του δρόμου του. Τελικά είναι μάταιη η επιδίωξη της μακρινότερης κατά το δυνατόν ρίψης, αφού το αποτέλεσμα παραμένει αναλλοίωτο και το μόνο που επιτυγχάνεται είναι η αναβολή του. Για τον λόγο αυτόν στον διαλογισμό αρ. 24 ο συγγραφέας μακαρίζει όποιον έχει αντιληφθεί ότι από το χώμα που πατεί, σε τελική ανάλυση, του αναλογεί έκταση μόλις δύο βημάτων, την οποία καλύπτει το μνήμα. Και ο διαλογισμός αρ. 26 θα μπορούσε να ερμηνευθεί προς την ίδια κατεύθυνση. Οι άνθρωποι επιδιώκουν στη ζωή τους την εκπλήρωση ποικίλων στόχων. Όταν, επομένως, ο Κάφκα κάνει λόγο για έναν μόνο σκοπό αλλά καμιά οδό, το αδιέξοδο που υπονοεί πρέπει να είναι ο θάνατος. Αυτό που χαρακτηρίζουμε οδό, λέει, είναι ο δισταγμός, που μας υποχρεώνει, θα συμπληρώναμε, να μένουμε προσκολλημένοι στα εγκόσμια, και γι’ αυτό επιδιώκουμε να παρατείνουμε τη ζωή μας.

Πιο σαφής γίνεται ο Κάφκα στον διαλογισμό αρ. 35: δεν υπάρχει ένα έχειν, μόνο ένα είναιπου απαιτεί την τελευταία ανάσα, την ασφυξία. Η περιουσία (έχειν) είναι πρόσκαιρη και εγκαταλείπεται για πάντα με τη διακοπή της αναπνοής, την έλευση του θανάτου. Το ίδιο νόημα διατυπώνει με διαφορετικό τρόπο και ο διαλογισμός αρ. 46, όπου ο Κάφκα διαπιστώνει ότι η γερμανική λέξη sein δηλώνει τόσο την παρουσία όσο και την περιουσία, αφού, θα παρατηρούσαμε, η τελευταία προϋποθέτει απαραιτήτως την πρώτη. Η περίπτωση ανακαλεί συνειρμικά το απόσπασμα 79 (κατά την έκδοση του Kahn) του Ηρακλείτου, σύμφωνα με το οποίο η λέξη ΒΙΟΣ στην κεφαλαιογράμματη γραφή δηλώνει τόσο τη ζωή (βίος) όσο και το τόξο (βιός), που με τα βέλη του προκαλεί τον θάνατο. Εδώ απαντά η χαρακτηριστική ηρακλείτεια συνύπαρξη των αντιθέτων (ζωή-θάνατος) στην ίδια λέξη.

Την παροδικότητα της ζωής την επιβεβαιώνει και ο διαλογισμός αρ. 37, όπου διαβάζουμε ότι την απάντηση στον ισχυρισμό ότι κάποιος μάλλον κατέχει, αλλά δεν είναι, τη δίνουν το ρίγος και η ταχυκαρδία, η έντονη δηλαδή και σαφής προειδοποίηση ότι η ζωή και η κατοχή περιουσίας είναι πρόσκαιρα. Την ίδια κατεύθυνση υποδεικνύει και η εικόνα των κυνηγόσκυλων που παίζουν ανέμελα στην αυλή, ενώ το αγρίμι κυνηγά ανυποψίαστο στο δάσος (διαλογισμός αρ. 43). Είναι, ωστόσο, θα προσθέταμε, νομοτελειακά βέβαιο ότι σε κάποια στιγμή τα σκυλιά θα φέρουν στον κυνηγό το σκοτωμένο θήραμα. Πάλι με εικόνα ο διαλογισμός αρ. 45 παρουσιάζει κάποιον να επιχειρεί, ζεύοντας πολλά άλογα, να ξεριζώσει μια ακίνητη πέτρα, που θεωρητικά θα μπορούσε να ταυτιστεί με τον θάνατο. Το μόνο όμως που κατορθώνει είναι να κοπούν τα λουριά, με τα οποία είναι δεμένη η πέτρα, και ο αναβάτης να εκσφενδονιστεί σαν άλλος Ιππόλυτος στο κενό.

Ωστόσο, η ακλόνητη βεβαιότητα του θανάτου εξισορροπείται από την πίστη σε μια αιώνια ζωή. Ο αινιγματικός διαλογισμός 32, σύμφωνα με τον οποίο ένα κοράκι αδυνατεί να καλύψει τον ουρανό, μπορεί να γίνει κατανοητός, τουλάχιστον εν μέρει, αν αντιπαραθέσουμε το γαλανό χρώμα και την απεραντοσύνη του ουρανού με το περιορισμένο εναέριο μαύρο εκτόπισμα του σαρκοβόρου πτηνού, που τρέφεται με ψοφίμια και, επομένως, εκπροσωπεί τον θάνατο. Θυμίζω ότι ο Γοργίας αποκαλούσε τα κοράκια ζωντανούς τάφους.

Τελικά ο θάνατος αποδεικνύεται αδύναμος μπροστά στην αιωνιότητα. Ο δεσμός του ανθρώπου με τον ουρανό γίνεται εντυπωσιακότερα αισθητός στην εικόνα ενός άλλου διαλογισμού (αρ. 66), όπου ο άνθρωπος παριστάνεται δεμένος με μια γήινη και μια ουράνια αλυσίδα. Όταν επιχειρεί να ανυψωθεί από τη γη, τον σφίγγει και τον εμποδίζει το γήινο περιλαίμιο, ενώ, όταν επιχειρεί να μείνει προσκολλημένος στη γη, τον σφίγγει το ουράνιο περιλαίμιο.

Δικαιούμαστε, πάντως, να υποθέσουμε ότι σε αυτήν τη διελκυστίνδα νικήτρια αναδεικνύεται η ουράνια αλυσίδα, αφού με τον θάνατο η γήινη εξ αντικειμένου θα πάψει να υφίσταται. Αυτός ο δυισμός απαντά και στη μέθεξη του σαρκικού στον ουράνιο έρωτα (διαλογισμός αρ. 79), κάτι που θυμίζει τη διάκριση ανάμεσα στην πάνδημον και τηνουρανίαν Αφροδίτη στο πλατωνικό Συμπόσιο.

Η σκέψη της άλλης ζωής ενισχύεται από έναν επιπλέον διαλογισμό (αρ. 96), όπου διαβάζουμε ότι οι χαρές της ζωής δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο φόβος μας πριν από την άνοδο σε μια ανώτερη ζωή, ισοδυναμούν δηλαδή με τον φόβο της απώλειάς τους, έναν φόβο που μετατρέπεται σε αυτοβασανισμό του ανθρώπου όσο βρίσκεται πάνω στη γη. Αυτή η ανώτερη ζωή έγκειται στην ύπαρξη του μόνου βέβαιου κόσμου, του πνευματικού. Αυτός, επισημαίνει ο διαλογισμός αρ. 62, μας αφαιρεί την ελπίδα, αλλά μας παρέχει τη βεβαιότητα για την απόκτησή του.

Εδώ θυμόμαστε τα λόγια του Θανάτου στο θεατρικό έργο της Μ. Γιουρσενάρ Το μυστήριο της Άλκηστης, σύμφωνα με τα οποία ο θάνατος είναι ψευδαίσθηση, γιατί δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Απλώς αποτελεί τη μετάβαση, τη γέφυρα από την επίγεια προς την αιώνια ζωή. Ότι η παροδικότητα της ανθρώπινης ζωής είναι απατηλή και εσφαλμένη πεποίθηση το τονίζει ο διαλογισμός αρ. 105, ο οποίος προβάλλει ως επιχείρημα το γεγονός ότι ο άνθρωπος κλείνει μέσα του την αφθαρσία (πβ. τους διαλογισμούς αρ. 50, 69 και 70/71).

Η προηγούμενη δειγματοληψία και προσπάθεια κατανόησης ορισμένων μόνο από τους διαλογισμούς του Κάφκα (πρόκειται για τους λεγόμενους αφορισμούς της Βοημίας, ενώ το δεύτερο μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στους τριτοπρόσωπους διαλογισμούς που φέρουν τον τίτλο «Αυτός») έδειξε, πιστεύω, τον πλούτο των ιδεών που κλείνει μέσα της η συλλογή αυτή, η οποία είναι καλομεταφρασμένη και εφοδιασμένη με ένα κατατοπιστικό εισαγωγικό σημείωμα βασισμένο σε έγκριτη σχετική βιβλιογραφία. Είναι βέβαιο ότι ένας άλλος αναγνώστης θα μπορούσε να εκμαιεύσει από τους διαλογισμούς πολύ περισσότερα από όσα εκτέθηκαν προηγουμένως, στηριγμένος στις δικές του προσλαμβάνουσες και τον προσωπικό του ορίζοντα προσδοκιών. Κλείνοντας, το μόνο που απομένει είναι η εξής διαπίστωση: ευτυχώς που υπάρχουν τόσο στοχαστικά βιβλία με σημασία αντιστρόφως ανάλογη προς τη συντομία τους, γιατί προσφέρουν γενναιόδωρα άφθονη τροφή στον προβληματισμό μας.

Δημοσιεύθηκε στην Athens Review of Books, τεύχος 30, Ιούνιος 2012

Διαβάστε: Έφυγε από τη ζωή ο καθηγητής Δανιήλ Ιακώβ

favicon

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση