Ασημίνα Λαμπράκου, Γάζα σε μωβ της λεβάντας

Περπατάει σα να κουβαλά δυο πολυκατοικίες του κέντρου της Θεσσαλονίκης, εκείνες τις παλιές, με τα βαριά υλικά, τις βαριές σιδερένιες πόρτες εισόδου, τα ξύλινα, ίσως από δρύ, ασανσέρ με το πλεκτό δίχτυ από μέταλλο στο εξωτερικό τους για προστασία από το κουβούκλιο, τις σκάλες με την μεταλλική κουπαστή και τα φαρδιά σκαλοπάτια με το βήμα που περισσεύει να περιελίσσονται, κι όλη τη σκοτεινιά και σκόνη τους στο κεφάλι της…

Έκλεισε τη πόρτα κι ακούμπησε τον κουβά κάτω.
Τόσο νωρίς; απόρησε και κράτησε την ανάσα της για να συγκρατήσει την ψυχραιμία της.
Κι εκείνη πετάρισε σα ψυχαράκι χτυπώντας τα φτερά της στην υπερώα και τα δόντια της. Ξεφτερουγίστηκε. Η γλώσσα την λυπήθηκε κι άνοιξε δρόμο να πετάξει ελεύθερη.
Ανάσανε τη στιγμή που μια ακόμη σταγόνα αίμα κυλούσε ζεστή στα πόδια της ανάμεσα.
Τόσο νωρίς; αναρωτήθηκε και πισωπάτησε ως τη κουζίνα επαναλαμβάνοντας το μέτρημα για να ησυχάσει στο λάθος. Μάταια.
Ώρα μεσημέρι κι είχε ήδη το φαί να περιμένει στη κατσαρόλα.
Την άφηνε αδιάφορη.
Μόνο άρχισε να κερνά τον εαυτό της.
Ένα ποτήρι κρασί για κάθε παιδί κι έπειτα για τους έρωτες. Εκείνους που έζησε κι αυτούς που δεν ονειρεύτηκε ποτέ.
Ο ύπνος την βρήκε ακριβώς τη στιγμή που με ακουμπισμένο το κεφάλι στην άκρη του τραπεζιού και το χέρι σαν μαξιλάρι, προσπαθούσε να θυμηθεί αν χάιδευε τα παιδιά της μικρά στους λοβούς των αυτιών τους όπως έκανε η μάννα της σε ‘κείνην και της το ανταπέδωσε από τύχη την ώρα του θανάτου της.

Ο χρόνος. Ο χρόνος δεν την ενδιέφερε. Τον είχε εφεύρει για να τοποθετείται εντός του, η ίδια και τα γεγονότα σε μια σειρά να μη μπερδεύονται, να τα ξεχωρίζει. Αδιάφορος και τώρα. Σηκώθηκε και αφού άπλωσε το λεκιασμένο φόρεμα της τεντωμένο πάνω στον μισοτελειωμένο καμβά στο τελάρο της, άρχισε να δίνει μορφή στους λεκέδες. Ένα γαρύφαλλο η εφηβεία. Ένα εκατόφυλλο στο χρώμα του ήλιου ο έρωτας. Μια τουλίπα οι χειμώνες της. Ένα κυκλάμινο οι θάνατοι. Μια παπαρούνα η ζωή. Τα παιδιά της μικρά γιασεμάκια και βασιλικά πλατύφυλλα. Ένα κλωνί λεβάντας η μάννα της. Ένα τσαμπί σταφύλι ο πατέρας. Ανάμεσα μικρούτσικα ολόασπρα κενά σα μάτια άδεια τα όνειρα που δεν έκανε και δίπλα τους υπόλευκα στο χρώμα της μανόλιας στρογγυλά σημάδια σκιασμένα από την αποδοχή της μοναξιάς, η ύπαρξη της. Που και που διακοπές μαύρου οι ρυθμοί που χάνονταν απ’ τη καρδιά της. Το μπουκέτο όλο σε σχήμα μήτρας και το βάζο που το συγκρατούσε, δυο γυναικείοι μηροί μετριασμένοι. Στη θέση της κοιλιάς μια πινελιά σαν κοψιά, σα μαχαιριά να κόβει τον λώρο με ότι έζησε. Πρόσωπο δεν είχε. Μόνο στη θέση των ματιών δυο σκούρα στο χρώμα του καφέ λαδιού σαν τους βάλτους της πατρίδας της που νόμιζες ακινητούσε η ζωή κι έφτανε μια μύγα ν’ αγγίξει τα νερά τους για να ξεπεταχτούν οι αποδείξεις του αντίθετου… κι ούτε θώρακα, λαιμό, χέρια. Μόνο στήθια. Και ρώγες. Δυο ρώγες ροδακί όπως η ανατολή στη Θράκη και νωπές σα βυζαγμένες από μωρό που ξεχάστηκε κι ακόμη βυζαίνει κι ας βγήκαν τα δόντια.

Σα να ησύχασε όταν τέλειωσε με τις ρώγες. Κουράστηκε.
Άνοιξε τότε το μπαούλο κι έβγαλε ένα σεντόνι προικιό από τη μάννα της. Γάζα στο χρώμα της λεβάντας. Έκοψε δυο φαρδιές λωρίδες κι αφού τις στρίφωσε στα γρήγορα να κρύψει τα ξέφτια, τις πέρασε στα πόδια της ανάμεσα.
Κάθισε. Κάθισε κι άρχισε να μετράει τη ζωή που την αποχαιρετούσε σε σταγόνες από ζεστό βαθύ κόκκινο που ξεθώριαζε καθώς ακουμπούσαν στις λωρίδες του σεντονιού από γάζα στο μωβ της λεβάντας.

Κάποιος σα να άγγιξε τους λοβούς των αφτιών της σα χάδι αφηρημένο .

vintage_under2

©Ασημίνα Λαμπράκου, 2013
Εικόνα: Sad woman by Joe Penna (Creative Commons)

favicon

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία