Γιώργος Γκανέλης, “δώσε πνοή στις μελαγχολικές μας Κυριακές” -ποίηση

ganelis25.4.14

fav-3

Η ΕΠΙΣΤΡΟΦΗ

Υποδεχτήκαμε το απροσδόκητο σιωπητήριο του φιλιού
με αϋπνία και τσακισμένα φτερά· μετά η καταιγίδα
φυτά που προδικάζουν μια καχεκτική ανάπτυξη
κρύο το δάπεδο, φωτιά η τελευταία απουσία σου
κι ένας επαρχιώτης στο πρακτορείο του ψύχους
κι οι λαοί βουλιάζουν μέσα στην τρύπια ειρήνη,
φήμες και σημάδια σεισμών, μάτια χωρίς τη θέα σου.
Πάλι μας πρόδωσες χωρίς να φταις· κανείς δε φταίει
κανείς δε ριζώνει σε μιαν ανεξάντλητη ευτυχία
κι εγώ μια ολόκληρη υπόσχεση για το σώμα σου.

Ένα χελιδόνι χτίζει τη φωλιά του στο σύμπαν
κοιτάζοντας την επιστροφή σου, το νερό έχει δροσιά
όταν ξεπλένει τύψεις· «σε θέλω» μου είπες
κι ύστερα δάκρυσες, σωριάζοντας τις συγγνώμες σου
στα παράθυρα τ’ ουρανού, μέσα στα αστέρια.
Μικροί είμαστε· σε θέλω κι εγώ, ίσως απόψε
ίσως για πάντα, μη με γυρίζεις στα χθεσινά λάθη
ακούμπα σ’ αυτό το σώμα που υπόσχεται…

 fav-3

 ΑΘΩΟΙ

Αρχίσαμε νωρίς το παιχνίδι που τελειώνει αργά
δώσαμε την ευχή στους ζωντανούς, κλείσαμε το παράθυρο
και μετά αντικρίσαμε τις μορφές
πάνω στο ταβάνι, δίπλα στον τοίχο, παντού.

Το νερό πια είναι πικρό και αλμυρό
σαν τους σκυφτούς εργάτες των ναυπηγείων
που δουλεύουν μέσα στα σίδερα του χειμώνα
και το αγιάζι γίνεται αίμα τους
κι οι καπετάνιοι περιμένουν σινιάλο
για να σηκώσουν άγκυρα, για να σηκώσουν τη ζωή μας
λίγο πιο ψηλά, μεταξύ ουρανού και θάλασσας
ενώ στη στεριά τα ίδια και τα ίδια ανέκδοτα χωρίς γέλιο
μια βουβή κατάληξη κάθε φθόγγος, κάθε ήχος
κι εσύ να χαίρεσαι τη λύπη σου σαν κι εμάς
που έχουμε αντλήσει τα χρώματα απ’ τις πληγές·
προχωράμε με βήματα άχαρα και κίτρινα
μια αρρώστια εγκυμονεί στα όνειρά μας
ανήλικα σώματα κοριτσιών προσφέρουν τη γύμνια τους
κι ενώ πλησιάζει η Πρωτοχρονιά χωρίς υποσχέσεις
μονάχα ύμνοι και ψαλμωδίες από το ράδιο
ηχούν στ’ αυτιά μας σαν μια χαμένη πατρίδα
χωρίς πόλεμο, χωρίς μάχη.

Κύριε των συναισθημάτων και της ευαισθησίας
δώσε πνοή στις μελαγχολικές μας Κυριακές
δος ημίν μια καθαρή μέρα, μια έναστρη νύχτα
σκέπασε με μανδύες τις ωραιοπαθείς καλλονές
που ενοχλούν τα μάτια μας – είμαστε αθώοι.

fav-3

Ο ΣΚΟΠΕΥΤΗΣ ΤΗΣ ΜΝΗΜΗΣ

Για μια στιγμή ζητήσαμε τις ρίζες της επιστροφής
κι αμήχανοι συλλαβίσαμε τα λόγια μιας άλλης Ελλάδας
γυρεύοντας πολιτείες αδιαμόρφωτες
χτισμένες με τις τύψεις των ηρώων
κι ύστερα θα γυροφέρνουμε τις γειτονιές που δεν γκρεμίστηκαν
κι αύριο, μικροί κι απροστάτευτοι θα σαλπίζουμε στους αιθέρες
μήπως κι ακουστούμε μέσα στους θάμνους και τις σπηλιές,
μια ηχώ που σε γυρίζει πίσω στο εξήντα
όταν οι μηχανές γεννιόνταν μαζί μ’ εμένα.

Κομμένα τα πεζοδρόμια, ελεύθεροι οι φονιάδες
οικόπεδα και σφαγεία ανέβηκαν στις πλάτες μας
και μας πατούνε, και το καφενείο έγινε κέντρο πολυτελείας,
όλα τα κορμιά ντύθηκαν τα θέλγητρα που σκοτώνουν
ένα λουτρό κίτρινου αίματος σπαρμένο με γαρίφαλα
μια δίψα για ν’ ανεβούμε στα τελευταία διαζώματα του πολιτισμού
κι ύστερα, παροπλισμένοι απ’ τα δρομολόγια της ανίας
θα περιπέσουμε στα λευκά σεντόνια μιας παρθένας
νηστικοί και σκεφτικοί σαν το καράβι που προσάραξε
σαν τους ορειβάτες που χάθηκαν στον Όλυμπο
ψάχνοντας τα ίχνη των δώδεκα θεών και της ψυχής σου.

Τενεκέδες και σύρματα, νυστέρια και περιπολικά
και τα παιδιά σου στα κατώφλια των κλινικών
να παίρνουν φάρμακα για να επουλώσουν τις πληγές
που άνοιξαν οι οβίδες της μοναξιάς’
μη με ρωτάς για το σκοπευτή της μνήμης
του ξέφυγε η σκανδάλη κι οι σφαίρες μια λησμονιά
που έζωσε την πόλη, μια μολυβιά διαγραμμένων ημερών.

Φωτογραφίες και διαφημίσεις κύκλωσαν τα μάτια μας
τώρα τυφλοί ζητιάνοι μες στις μεγάλες λεωφόρους
διασχίζουμε τις έρημες αφίσες που μας χαμογελάνε
όταν δεν ακούς πια τίποτα εκτός απ’ τη φωνή σου
τα πρωινά, που μ’ ένα τσιγάρο
γίνεσαι πυροτεχνουργός και ολοκαύτωμα.

fav-3

ΤΟ ΚΑΡΑΒΑΝΙ

Καληνυχτίσαμε τα βουνά, χαιρετήσαμε τα οροπέδια
το άρωμα των πεύκων κέντρισε κάποια μελαγχολικά όνειρα
οι αργυραμοιβοί της νύχτας φωτογράφισαν τη θύελλα που έρχεται
με σημαίες σκισμένες να αιωρούνται στα μπαλκόνια
καθώς το χαρούμενο προσκλητήριο που ακούστηκε
ήταν μια καλοστημένη παγίδα σταλμένη από άλλους καιρούς.
”Μια πυρκαγιά, λοιπόν, μια φυματίωση των σπλάχνων
που θέλει νερό και καθαρό αέρα”
γνωμάτευσε ο έμπειρος γιατρός.

Έφτασε το καραβάνι από την κρύα εποχή
τα παράξενα σημεία στοιβάζονται σε αρένες
η αναμενόμενη βροχή δε θα μπορέσει να καλύψει
τις άδειες λίμνες και τα ξερά τοπία
όλος ο κόσμος θα υποταχτεί στις απαιτήσεις ενός φαύλου
τα ερείπια του χθες επεκτείνονται και στη νέα σοδειά.

fav-3

ganelis-skopeftis-bkΑπό: ©Γιώργος Γκανέλης
Ο σκοπευτής της μνήμης
ποίηση
εκδ. Στοχαστής, 2013

Σύντομο βιογραφικό
O Γιώργος Γκανέλης γεννήθηκε και μεγάλωσε στην Αθήνα. Σπούδασε Κλασική Φιλολογία στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων. Είναι καθηγητής Φιλολογίας στη Δευτεροβάθμια Εκπαίδευση. Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές «Ανάπηροι δρομείς» το 2012 και «Ο σκοπευτής της μνήμης» το 2013, όλες από τις εκδόσεις Στοχαστής.

Φωτο©Στράτος Φουντούλης, “Πάρος 2008″

favicon

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, ποίηση