Πέτρος Κυρίμης, Γερμανία Μάνα Μητριά

1

Πέντε μονόπρακτα

kyrimis24.9

Ο ΝΕΡΟΧΥΤΗΣ

Η

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗ ΓΕΡΜΑΝΙΑ

Εσωτερικό φτωχικού σπιτιού. Μια γυναίκα γύρω στα 25 – 30. Κάθεται σε μια καρέκλα και παρακολουθεί έναν άντρα στην ίδια περίπου ηλικία, να κόβει βόλτες πάνω κάτω μέσα στο δωμάτιο.

ΓΥΝΑΙΚΑ (χωρίς θυμό) …δεν είναι καιρός για να κάθεσαι… έχουμε δυο μωρά να μεγαλώσουμε.

ΑΝΤΡΑΣ (ακούγονται από το διπλανό δωμάτιο κλάματα και φασαρία μικρών παιδιών) … Τι έχουνε και μαλώνουνε πάλι;..

ΓΥΝΑΙΚΑ … Για τη πιπίλα…

ΑΝΤΡΑΣ … Για τη πιπίλα;..

ΓΥΝΑΙΚΑ (κουρασμένα) …Έχουνε μόνο μία …

ΑΝΤΡΑΣ … Σκατά… πρωί, πρωί… και να μην έχεις μια δραχμή να ξύσεις το δόντι σου… (σταματάει. Μιλάει στον εαυτό του) … και δεν περνάει κι αυτός ο πούστης ο παλιατζής…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Αφού σε πιάνουν οι ντροπές… και προχθές τα ίδια… έτσι τον περίμενες και μόλις πέρασε… ντράπηκες να βγεις…

ΑΝΤΡΑΣ (τσαντισμένα) …Δεν τις είδες τις κλώσες που είχανε βγει στα μπαλκόνια;.. έτσι και το έκανα όλη η γειτονιά θα ήξερε ότι πούλησα το νεροχύτη για να φάμε… όχι δεν θα τους κάνω τη χάρη… (σταματάει και κοιτάει τη γυναίκα)… εσύ τι με κοιτάς έτσι…

ΓΥΝΑΙΚΑ (λυπημένα) …πως σε κοιτάω;..

ΑΝΤΡΑΣ …Νομίζεις πως δεν ξέρω τι σκέφτεσαι;.. (η γυναίκα δεν μιλάει. Χαμηλώνει τα μάτια) …λες μέσα σου πως ούτε και γι αυτό είμαι ικανός… αυτό δεν σκέφτεσαι;..

Εκείνη βάζει τα χέρια στο πρόσωπο και κλαίει σιωπηλά. Ο άντρας μαλακώνει και πάει κοντά. Της χαϊδεύει το κεφάλι.

ΑΝΤΡΑΣ … Έλα μη κλαις τώρα…

ΓΥΝΑΙΚΑ … Δεν ξέρω πώς να ταΐσω τα μωρά… δεν υπάρχει τίποτα στο σπίτι…

ΑΝΤΡΑΣ … Πήγα παντού… ένα μήνα τώρα κάνω αιτήσεις και παρακαλάω τον ένα και τον άλλο για να βρω δουλειά… μια εβδομάδα ξεφόρτωνα καφάσια στη λαχαναγορά…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Ναι, αλλά τσακώθηκες…

ΑΝΤΡΑΣ … Και τι ήθελες να κάνω;.. Δεν δούλεψα τη Κυριακή;.. Δεν θυμάσαι που δούλεψα και τη Κυριακή;..

ΓΥΝΑΙΚΑ …Θυμάμαι…

ΑΝΤΡΑΣ …Ε, δεν μου την πληρώσανε!.. Τι ήθελες να κάνω… τσακώθηκα…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Με τόσες σπουδές, να μη μπορείς να βρεις μια δουλειά…

ΑΝΤΡΑΣ … Τι δουλειά… έχουνε κλείσει όλες τις τρύπες οι επιτήδειοι… οι άσχετοι. Αυτοί με τα διπλώματα ξεφορτώνουν καφάσια στη λαχαναγορά…

ΓΥΝΑΙΚΑ … Όλα τα πουλήσαμε… ούτε ένα χρυσαφικό δεν μου έμεινε… μέχρι και τους σταυρούς των παιδιών από τα βαφτίσια…

ΑΝΤΡΑΣ (αρχίζει τις βόλτες πάλι) …Θα σας πάρω καλύτερα μια μέρα… τώρα τι κάνουμε που δεν έχουμε μια δραχμή μέσα στο σπίτι…(χτυπάει το κουδούνι της πόρτας)…η αδερφή μου θα είναι από απέναντι… ποιος την ακούει πάλι…(πάει και ανοίγει τη πόρτα)

Μπαίνει μια γυναίκα γύρω στα σαράντα. Κρατάει μια πλαστική σακούλα.

ΑΔΕΛΦΗ (στέκεται στην ανοιχτή πόρτα) …Καλημέρα… να έφερα δυο φρατζόλες και δυο κουλουράκια για τα παιδιά… πάρτα… άλλο δεν μπορώ… εγώ καθαρίζω σκάλες κι έχω τον άντρα μου άρρωστο…

ΑΝΤΡΑΣ (παίρνει τη σακούλα) …Ευχαριστώ… δεν ήτανε ανάγκη…

ΑΔΕΡΦΗ …Τι δεν ήταν ανάγκη… αφού τα ακούω από το πρωί να κλαίνε…

ΑΝΤΡΑΣ …Έχουνε μια πιπίλα μόνο…

ΑΔΕΡΦΗ …Θα μπορούσανε να έχουνε ότι θέλουνε και μας να βοηθούσες κι όλας που εγώ έφαγα τα χρόνια μου στο εργοστάσιο για να σπουδάσεις εσύ και τώρα καθαρίζω σκάλες κι έχω…

ΑΝΤΡΑΣ (με θυμό αλλά ήρεμα) …κι έχεις τον άντρα σου άρρωστο… ξέρω, ξέρω(την σπρώχνει ελαφρά και την βγάζει έξω. Κλείνει τη πόρτα) …να μου έλειπε η βοήθεια της…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Ότι μπορεί κάνει κι αυτή… καλή γυναίκα είναι… μόνο που ακούει συνέχεια εκείνο το τραγούδι που λέει «…εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση είναι εδώ…»

ΑΝΤΡΑΣ (πάει και ανοίγει τη πόρτα στο δωμάτιο των παιδιών. Μπαίνει κι ακούμε μέσα στα τσιρίγματα τους τη φωνή του χαρούμενη) …Ποιος σας πήρε κουλουράκια;..

ΦΩΝΗ ΠΑΙΔΙΩΝ …Ο μπαμπάς, ο μπαμπάς…

ΑΝΤΡΑΣ (βγαίνει) …Σκατά!..(μουντζώνει τα μούτρα του)

ΓΥΝΑΙΚΑ … Εχθές ήρθε ένας αστυφύλακας μαζί με έναν κλητήρα…

ΑΝΤΡΑΣ …Τι θέλανε;

ΓΥΝΑΙΚΑ …Να πάρουνε το ψυγείο που δεν πληρώσαμε τις δόσεις…

ΑΝΤΡΑΣ … Να το πάρουνε να το βάλουνε στο κώλο τους… γαμώ τη τύχη μου τη πουτάνα… ισόγεια μονοκατοικία ήθελα… πάνε εκείνα τα χρόνια… ο φτωχός πάει και κρύβεται… όχι να φαίνεται όπως εμείς… οι μονοκατοικίες σήμερα είναι για πλούσιους να κάνουν πάρτι και γλέντια και να τους βλέπουν οι άλλοι και να λένε ο κύριος τάδε είχε γλέντι εχθές… όχι σαν και μας που έρχεται ο αστυφύλακας με την αγωγή για το ψυγείο και το παίρνουν χαμπάρι όλοι, ή πούλησε το νεροχύτη του για να φάει… σκατά… κι έχει και μεγάφωνο ο πούστης κι έτσι και τον σταματήσεις θα καταλάβουν όλοι ότι κάτι πουλάς…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Έλα ησύχασε τώρα…

ΑΝΤΡΑΣ …Τι να ησυχάσω… που αύριο έχει λαϊκή και θα τους βλέπω να περνάνε με φορτωμένες τσάντες και τα παιδιά μπαίνει χειμώνας κι ακόμα δεν έχουνε φάει σταφύλι…

ΓΥΝΑΙΚΑ … Κι από το νεροχύτη πόσα να πιάσεις…

ΑΝΤΡΑΣ …Κάνα δυο χιλιάρικα σίγουρα… θα μπορέσουμε να ψωνίσουμε από τη λαϊκή και με τα ρέστα πάμε αύριο που είναι Κυριακή στις κούνιες με τα παιδιά και παραγγέλνουμε και δυο πορτοκαλάδες στο διπλανό ζαχαροπλαστείο.

ΦΩΝΗ ΑΠΟ ΤΟ ΔΡΟΜΟ …Παλιατζής… ο παλιατζής… όλα τα παλιά τα αγοράζω… ο παλιατζής…

ΑΝΤΡΑΣ (με ταραχή) …Νάτος… ή τώρα ή ποτέ… πάω να τον βγάλω από την πόρτα της αυλής…(φεύγει βιαστικά. Η γυναίκα μένει με το κεφάλι σκυφτό. Μετά πάει στο δωμάτιο των παιδιών κι από τη πόρτα μιλάει στα παιδιά που δεν τα βλέπουμε.)

ΓΥΝΑΙΚΑ … Ο μπαμπάς πάει να φέρει λεφτά… θα πάμε στη λαϊκή (φωνές των παιδιών χαρούμενες) …και αύριο θα πάμε στις κούνιες… κι άμα είσαστε φρόνιμα θα πάρουμε και πορτοκαλάδες… έτσι είπε…(μένει με το κεφάλι ακουμπισμένο στη πόρτα.

Μεσολαβεί ένα διάστημα και σε λίγο μπαίνει ο άντρας. Φαίνεται ήσυχος και ήρεμος.

ΓΥΝΑΙΚΑ …Πόσα σου έδωσε;..

ΑΝΤΡΑΣ …Δεν… τον πούλησα…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Δεν καταλαβαίνω, αφού σε άκουσα που έβγαλες το νεροχύτη έξω…

ΑΝΤΡΑΣ …Ναι, αλλά δεν τον πούλησα…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Δεν τον πούλησες;..

ΑΝΤΡΑΣ … Άκου, πήρα φόρα και άνοιξα τη πόρτα και λέω μέσα μου ή τώρα ή ποτέ…

ΓΥΝΑΙΚΑ …Και τι έγινε…

ΑΝΤΡΑΣ … Τι θες να έγινε… με το που βγήκα όλες οι κλώσες στα μπαλκόνια…

ΓΥΝΑΙΚΑ – Δουλειά δεν έχουνε άλλη κι αυτές…

ΑΝΤΡΑΣ – Όχι, δεν έχουνε… γιατί κάνω μιαν ευχή να μην είναι, αλλά λες και με περίμεναν ήτανε όλες έξω και μασάγανε ηλιόσπορους και κοιτάγανε τον παλιατζή κι ο παλιατζής απάνω μπας και βρει πελάτη και τα χάνω ακόμα πιο πολύ… γιατί ο παλιατζής έχει σταματήσει το φορτηγάκι και με το μικρόφωνο στο χέρι με κοιτάει…

ΓΥΝΑΙΚΑ… Κατάλαβα, ντράπηκες πάλι…

ΑΝΤΡΑΣ …Και εγώ αισθάνομαι χωρίς να βλέπω, γιατί όλα είναι θαμπά και ιδρωμένα… (η γυναίκα κλαίει)…να σταματάνε τις κουβέντες στα μπαλκόνια και το μάσημα του λιόσπορου σαν ψιλή βρώμικη βροχή μέσα μου…

ΓΥΝΑΙΚΑ(τον πλησιάζει πολύ κοντά) … σε άκουσα να λες στον παλιατζή να κάνει ησυχία γιατί κοιμούνται τα παιδιά μέσα… μετά σταμάτησα να κοιτάω γιατί με πιάσανε τα κλάματα…

ΑΝΤΡΑΣ …Ντράπηκα πάλι… αλλά τη στιγμή που πάω να ξαναμπώ μέσα το πήρα απόφαση και του λέω, «μήπως θες ένα παλιό νεροχύτη από νίκελ;»

(Η γυναίκα έχει πάει πιο κοντά και πιάνει το χέρι του. Εκείνος συνεχίζει)

…και εκείνος λέει «να του ρίξω μια ματιά» και σαλτάρει κάτω κι εγώ τρέχω και βγάζω το νεροχύτη που αστράφτει το νίκελ στον ήλιο και τα έχει κάνει όλα πιο έντονα και νοιώθω να ζαλίζομαι… γιατί δεν μπορώ να σηκώσω τα μάτια μου από την αντηλιά και όλα είναι σκοτάδι… και ο παλιατζής λέει «άχρηστο πράμα, πόσα θέλεις;»…

(Η γυναίκα του χαϊδεύει τα μαλλιά.)

ΓΥΝΑΙΚΑ …Λίγα σταφύλια αύριο από τη λαϊκή και μια βόλτα με τα παιδιά στις κούνιες… κι έχει ο θεός για πάρα πέρα…(κλαίει)

ΑΝΤΡΑΣ …κι εγώ άκουσα τη φωνή μου να του λέει «τι να σου πω δεν ξέρω» και το σάλιο στο στόμα μου είχε στεγνώσει κι αυτός με την πείρα που είχε κατάλαβε την κατάσταση και το τρενάρει και λέει «εσύ πουλάς, εγώ αγοράζω… εσύ θα μου πεις για την τιμή»…

ΓΥΝΑΙΚΑ – Κι εσύ μόλις άκουσες τιμή…

ΑΝΤΡΑΣ … κι εγώ μόλις άκουσα για τιμή το μυαλό μου πήγε αλλού και τότε σηκώνω τα μάτια για πρώτη φορά και κοιτάω μια τον παλιατζή και μια τα μπαλκόνια απάνω κι όλα ξεκαθάρισαν μέσα μου και του λέω «πάρτον τσάμπα, δεν θέλω λεφτά… να τον ξεφορτωθώ ήθελα γιατί έπιανε τον τόπο»

Πέφτει σιωπή κι από απέναντι ακούγεται το τραγούδι «εδώ είναι ο παράδεισος κι η κόλαση είναι εδώ».

ΑΝΤΡΑΣ … Στη Γερμανία άκουσα ότι έχει δουλειά και πως τα εκατόμαρκα έχουνε ένα γαλάζιο χρώμα… το ίδιο γαλάζιο που έχει κι ο ουρανός εδώ…

Τα φώτα της σκηνής σβήνουν αργά.

***

©Πέτρος Κυρίμης

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, θέατρο, Μνήσθητί μου Κύριε