Στέφανος Τραχανάς, Το φάντασμα της όπερας

traxanas-bkΗ επιστήμη στον πολιτισμό μας

Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

Τούτο το βιβλίο χτίζεται πάνω σε μια αλληγορία. Στο Φάντασμα της Όπερας ένας ιδιοφυής συνθέτης με παραμορφωμένο πρόσωπο διευθύνει τις παραστάσεις από τα σκοτεινά υπόγεια της Όπερας του Παρισιού. Οι θεατές απολαμβάνουν τις δημιουργίες του, το πρόσωπό του όμως αρνούνται να το αντικρίσουν. Η επιστήμη, ως άλλο φάντασμα της όπερας, είναι μια δημιουργική δύναμη που επίσης κυβερνά τον κόσμο από το «υπόγειο». Εμφανίζεται όμως σε δύο διαφορετικές εκδοχές: το φάντασμα στη φύση και το φάντασμα στον πολιτισμό μας. Το φάντασμα στη φύση είναι οι θεμελιώδεις νόμοι που κυβερνούν τον φυσικό κόσμο από τα έγκατα της ύλης, ενώ το φάντασμα στον πολιτισμό μας είναι πλέον η ίδια η επιστήμη ως κοινωνικός θεσμός.
Και στις δύο εκδοχές του, το φάντασμα έχει ένα πολύ ανοίκειο πρόσωπο. Οι νόμοι του μικρόκοσμου είναι ό,τι πιο παράξενο έχουμε δει στη φύση μέχρι τώρα, ενώ και το πρόσωπο της ίδιας της επιστήμης ως κοινωνικού θεσμού δεν είναι περισσότερο προσφιλές στον σύγχρονο άνθρωπο.
Οι κοινωνίες μας θαυμάζουν την επιστήμη. Γνωρίζουν ότι σ’ αυτήν οφείλουν την υλική ευμάρεια που απολαμβάνουν. Όμως το αληθινό της πρόσωπο, τον θεμελιώδη αντιδογματισμό της, το πνεύμα του υγιούς σκεπτικισμού που τη χαρακτηρίζει, προτιμούν να μην το βλέπουν. Ας μένει καλύτερα στο σκοτάδι, στο υπόγειο. Το βιβλίο επιχειρεί να συμφιλιώσει τον αναγνώστη μ’ αυτές τις λιγότερο οικείες όψεις της επιστήμης, ενώ παράλληλα υπογραμμίζει και το ηθικό περιεχόμενο που ενυπάρχει στην επιστημονική μέθοδο καθ’ εαυτήν: το δικαίωμα να αμφιβάλλεις έλλογα και η υποχρέωση να σκέφτεσαι ελεύθερα, αναγνωρίζοντας ως μόνη αυθεντία την εμπειρική πραγματικότητα.

 vintage_under2

Ηλίας ΜαγκλίνηςΕπιστήμη, ένα φάντασμα στον πολιτισμό μας, Η Καθημερινή, 13/3/2014:

Στο τέταρτο κεφάλαιο του εξαιρετικού «Το φάντασμα της όπερας. Η επιστήμη στον πολιτισμό μας», ο Στέφανος Τραχανάς (διευθυντής και ιθύνων νους των Πανεπιστημιακών Εκδόσεων Κρήτης – απ’ όπου και κυκλοφορεί το βιβλίο) στέκεται ιδιαίτερα στο έτος 1609 καθώς και στο 1859. Το 1609, ο Γαλιλαίος «έστρεψε το τηλεσκόπιό του στον ουρανό και είδε “εκεί επάνω” πράγματα πολύ διαφορετικά από εκείνα που προέβλεπε το αριστοτελικό “σύστημα του κόσμου”. Μια σελήνη με βουνά και χαράδρες – κάθε άλλο παρά μια αριστοτελική “τέλεια σφαίρα”». Ετσι, κατέστη δυνατή «η οριστική αναγνώριση του εμπειρικού χαρακτήρα της φυσικής επιστήμης. Οτι η παρατήρηση και το πείραμα αποτελούν τη μοναδική πηγή έγκυρης –και πάντα προσωρινής και ατελούς– γνώσης του φυσικού κόσμου».

Το 1859 το ξεχωρίζει ο κ. Τραχανάς, διότι τότε εκδόθηκε η «Καταγωγή των ειδών» του Δαρβίνου. Αν «η γαλιλαιική επανάσταση», γράφει, «αφαίρεσε τους ουρανούς από το “βασίλειο των θεών”, η δαρβινική επανάσταση απέσπασε απ’ εκεί κάτι ακόμα “ιερότερο”. Το ίδιο το φαινόμενο της ζωής. Εδώ η επέκταση των ορίων είναι ακόμα πιο συγκλονιστική. Και, στην πραγματικότητα, η τελευταία. Διότι με την προσθήκη της “ζωντανής ύλης” το πεδίο της φυσικής επιστήμης αγκαλιάζει πλέον το σύνολο του φυσικού κόσμου. Από τα… “μυρμήγκια ώς τ’ αστέρια”, για να παραφράσω τον τίτλο ενός καλού βιβλίου (το «Πάθος για τα μυρμήγκια και τ’ αστέρια» των I. Wolpert – A. Richards, εκδ. Κάτοπτρο). […]

Διαβάστε τη συνέχεια…

vintage_under2

Απόσπασμα από το Πρώτο κεφάλαιο:

[…]Στο προσκήνιο. Είναι ένας φυσικός  νόμος του μικρόκοσμου. Του μακρινού και απρόσιτου στις  αισθήσεις μας μικρόκοσμου. Και από εκεί ελέγχει όλα  όσα συμβαίνουν «επί σκηνής». Στο θέατρο του δικού μας αισθητού κόσμου. Η παράσταση δίδεται στους πάνω… ορόφους, αλλά η μουσική γράφεται στο… υπόγειο. Στα έγκατα της ύλης. Διότι εκεί βρίσκεται ο μυστικός συνθέτης, το φάντασμα της όπερας: η αρχή της αβεβαιότητας. Αυτή τη θεμελιώδη αρχή της φύσης —το φάντασμα της όπερας—  θα επιχειρήσω να σας παρουσιάσω τώρα.

ΤΑ ΤΡΙΑ ΒΑΣΙΚΑ ΜΥΣΤΗΡΙΑ

Θα πρέπει όμως να εξετάσω πρώτα ποιες είναι εκείνες οι θεμελιώδεις φυσικές προϋποθέσεις που πρέπει να πληρούνται σε ένα σύμπαν ώστε να μην αποκλείεται εκ των προτέρων η δυνατότητα εμφάνισης ζωής σ᾽ αυτό.

Η πρώτη τέτοια προϋπόθεση είναι μάλλον αυτονόητη. Είναι η σταθερότητα των ατόμων και των μορίων. Το να υπάρχουν δηλαδή άτομα και μόρια με την ίδια πάντα σταθερή δομή η οποία θα εγγυάται και τη σταθερότητα της χημικής συμπεριφοράς τους, χωρίς την οποία η αξιόπιστη λειτουργία εκείνης της περίτεχνα ρυθμισμένης χημικής μηχανής που λέγεται κύτταρο είναι απλώς αδιανόητη.

Ωστόσο, στο πλαίσιο της παλιάς φυσικής η σταθερότητα των ατόμων (άρα και των μορίων) είναι απολύτως αδύνατη. Διότι, αν η παλιά φυσική ίσχυε πράγματι και στον μικρόκοσμο, τότε τα άτομα, λόγω της περιφοράς των ηλεκτρονίων γύρω από τους πυρήνες τους, θα συμπεριφέρονταν ως μικροσκοπικές κεραίες και, επομένως, θα εξέπεμπαν ηλεκτρομαγνητικά κύματα, με αποτέλεσμα τα ηλεκτρόνια  να χάνουν διαρκώς ενέργεια και τελικά να πέφτουν στον πυρήνα σε απειροελάχιστο χρόνο. Πριν καν προλάβουμε να «συλλάβουμε» την έννοια «άτομο», αυτό θα έχει βυθιστεί στην ανυπαρξία. Παίρνοντας μαζί του και κάθε ενδεχόμενο να συμβεί κάτι ενδιαφέρον σ’ αυτό το σύμπαν.

Η σταθερότητα των ατόμων και των μορίων είναι λοιπόν το υπ᾽ αριθμόν 1 μυστήριο που πρέπει να λυθεί, ώστε το φαινόμενο της ζωής να μην είναι εκ των προτέρων αδύνατο.

Όμως για την εμφάνιση —αλλά και τη διατήρηση— της ζωής στο σύμπαν απαιτείται επιπλέον και μια κατάλληλη θερμοκοιτίδα. Ένας κατάλληλος πλανήτης πρώτα απ᾽ όλα (το οποίο ευτυχώς δεν είναι πρόβλημα, διότι κατάλληλοι πλανήτες είναι στατιστικά βέβαιο ότι υπάρχουν), αλλά κυρίως ένας κατάλληλος ήλιος ικανός να ακτινοβολεί ενέργεια για τουλάχιστον ένα δισεκατομμύριο χρόνια. Όσα δηλαδή απαιτούνται για να σχηματιστούν στην αρχέγονη ατμόσφαιρα του πλανήτη, υπό την επίδραση της υπεριώδους ακτινοβολίας του ήλιου του, τα βασικά βιολογικά μόρια που συσσωρεύονται κατόπιν στους ωκεανούς, για να συνεχιστεί εκεί η διαδικασία της χημικής εξέλιξης μέχρι την εμφάνιση του πρώτου αυτοαναπαραγόμενου κυττάρου. Της πρωτόγονης ζωής.

Όμως και τούτη η δεύτερη θεμελιώδης προϋπόθεση για τη ζωή είναι αδύνατη μέσα στο πλαίσιο της παλιάς φυσικής. Με τον εξωφρενικό ρυθμό με τον οποίο εκπέμπει ενέργεια στο διάστημα ένας ήλιος —π.χ. ο δικός μας— δεν θα μπορούσε να ζήσει περισσότερο από 10.000 χρό­νια, ακόμα κι αν χρησιμοποιούσε το καλύτερο χημικό καύσιμο που γνωρίζουμε. Αλλά, με ένα χρονικό περιθώριο της  τάξεως των 10.000 χρόνων, η πιθανότητα να δημιουργηθεί ζωή σε έναν πλανήτη είναι σίγουρα μηδενική. Μόλις διαπιστώσαμε λοιπόν ότι και η δεύτερη βασική προϋπόθεση για τη ζωή —η μακροβιότητα των άστρων— δεν είναι δυνα­τόν να εκπληρωθεί μέσα στο πλαίσιο της παλιάς φυσικής.

Είναι και αυτή ένα μυστήριο όπως και η πρώτη. Εκτός από τη σταθερότητα των ατόμων και τη μακροβιότητα των άστρων χρειαζόμαστε όμως και ένα κατάλληλο σύμπαν! Και αυτό είναι ακόμα πιο δύσκολο να το έχουμε. Αφού όλα ξεκίνησαν από μια Μεγάλη Έκρηξη, τότε το αρχέγονο σύμπαν δεν μπορούσε να είναι τίποτε άλλο παρά μια υπέρθερμη ταχέως διαστελλόμενη ομοιογενής μάζα από στοιχειώδη σωματίδια και φως, χωρίς καμία από τις κοσμικές δομές —γαλαξίες, άστρα, πλανήτες— που σήμερα γνωρίζουμε. Και το ερώτημα που έμενε αναπάντητο επί δεκαετίες ήταν τούτο: Πώς «έσπασε» η  ομοιομορφία αυτού του αρχέγονου κοσμικού χυλού, αυτής της αρχέγονης καυτής σούπας, και μπόρεσε το σύμπαν να γίνει λίγο πυκνότερο σε κάποιες περιοχές του ώστε με την περαιτέρω ελκτική δράση της βαρύτητας να μαζευτεί εκεί η περιβάλλουσα ύλη και να σχηματιστούν έτσι οι γαλαξίες και μέσα σ’ αυτούς τα άστρα, οι πλανήτες και τελικά εμείς;

Ή, σε πιο καθημερινή γλώσσα: πώς «έκοψε» η σούπα; […]

Διαβάστε ολόκληρο το κείμενο  >>> 

favicon

 

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, Δοκίμιο, Επιστήμη