Πέτρος Κυρίμης, Η Μοναξιά του Έρωτα

kyrimis30.1.12Είκοσι έξι είκοσι εφτά χρονών πρέπει να ήμουνα εκείνη την Πρωτοχρονιά που ένοιωθα ποιο φτωχός και μόνος ακόμα κι από τον Λάζαρο του Ευαγγελίου.

   Εκείνος ο έρωτας που κράτησε τρία χρόνια, τρία μαγικά καλοκαίρια είχε φτάσει στο τέλος του, δηλαδή μόνο από την πλευρά εκείνης, γιατί εγώ την αγαπούσα, θεέ μου πόσο την αγαπούσα ακόμα και έτρεχα από περίπτερο σε περίπτερο γιατί τότε στα σπίτια δεν είχαμε όλοι τηλέφωνα και ήτανε παραμονή Πρωτοχρονιάς και όλοι θέλανε να τηλεφωνήσουν και με σκουντάγανε να τελειώσω γρήγορα και από τα μάτια μου τρέχανε δάκρυα γιατί την παρακαλούσα να βγει για λίγο από το σπίτι της να την δω μόνο κι εκείνη ούτε ναι, ούτε όχι, κι έτσι έτρεχα στο άλλο πιο κοντινό περίπτερο μα κι εκεί τα ίδια και το βράδυ που ο χρόνος θα άλλαζε όλα τα σπίτια φωτισμένα και χαρές και τραγούδια από μέσα και την αγαπούσα, θεέ μου πόσο την αγαπούσα και λίγο πριν τα μεσάνυχτα περπατούσα χωρίς σκοπό μέσα σε έρημους δρόμους και ένοιωθα μέχρι τα βάθη της ψυχής μου την θλίψη που έχει κανείς όταν πιστεύει ότι όλοι είναι ευτυχισμένοι εκτός από εκείνον.

   Περιπλανώμενος δυστυχισμένος που λέει το τραγούδι και ψυχή δεν συναντούσα μέχρι που άκουσα βήματα και γυρνώντας είδα την ακαθόριστη φιγούρα ενός άντρα.

   «Να κι άλλος σαν και μένα» σκέφτηκα χωρίς να με παρηγορεί και πολύ αυτό κι άρχισα να κάνω σκέψεις για τους λόγους που θα μπορούσαν να τον κάνουν τέτοια νύχτα να περπατάει ολομόναχος.

   Ο πρώτος λόγος που σκέφτηκα ήταν πως μάλωσε με την γυναίκα του όμως τον έδιωξα αμέσως γιατί είπα ότι τέτοια μέρα…και οι παντρεμένοι έχουν ψυχή.

   Συνέχισα έτσι να απασχολώ το μυαλό μου μέχρι που διαπίστωσα ότι σε όποιο στενό έστριβα αυτός με ακολουθούσε.

   Ξαφνιασμένος σταμάτησα σε ένα φανάρι για να δω τι θα κάνει και τότε άκουσα δίπλα μου μια φωνή κοριτσίστικη να με ρωτάει τι ώρα είναι.

   «Πούστης» λέω με τσαντίλα μέσα μου κι αφού του είπα την ώρα πέρασα γρήγορα απέναντι για να τον αποφύγω και νάτον δίπλα μου πάλι να με ρωτάει μελιστάλακτα αν θα μου άρεσε να μου κάνει για λίγο παρέα.

   Του είπα κοφτά να με αφήσει ήσυχο και προχώρησα μέσα στα στενά με την καρδιά να τσαλαβουτάει μέσα σε μια λιμνούλα ακεφιάς και λύπης μέχρι που πήρα είδηση ότι εκείνος εξακολουθούσε να με ακολουθάει κρατώντας όμως μια μικρή απόσταση τώρα.

    Και ξαφνικά με έπιασε μια στενοχώρια για αυτόν το περίεργο συνοδοιπόρο της μοναξιάς και λίγο η δικιά μου απελπισία με έκαναν να γυρίσω πίσω και να του πω ότι μπορούσαμε να περπατήσουμε παρέα λίγο αν ακόμα το ήθελε.

    Η …παρέα μας κράτησε μέχρι το επόμενο στενό όταν τον άκουσα να μου λέει βιαστικά να κόψουμε από το στενάκι που ήτανε έρημο. «Ο πολύς κόσμος με φοβίζει» είπε.

     «Ποιος κόσμος ρε μαλάκα – του λέω – ψυχή δεν υπάρχει…εξαφανίσου…»

   Τον είδα να χάνεται στο σκοτάδι και πιστέψτε με ήτανε τόση η μοναξιά μου που αισθάνθηκα σα να έχανα πολυαγαπημένο φίλο…

***

copyright©Πέτρος Κυρίμης

photo©Dorothea Lange, 1942

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Μνήσθητί μου Κύριε, Πεζογραφία