Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε -απόσπασμα

Robert Motherwell, Elegy to the Spanish Republic

Robert Motherwell, Elegy to the Spanish Republic

Εκδόσεις Μεταίχμιο

[απόσπασμα από το βιβλίο]

Το εστιατόριο «Ο Πλάτανος», ένα διώροφο πέτρινο χτίσμα, βρίσκεται σε μικρή απόσταση απ’ το ρέμα που κατηφορίζει τον καταπράσινο λόφο. Κάθε λίγα μέτρα το νερό, αφρισμένο, πέφτει μέσα σε βαθιές γούρνες που το ίδιο σμίλεψε στους βράχους κι έπειτα ξεχύνεται προς τα κατάντη. Η βοή του μοιάζει με χαρούμενο τραγούδι για κείνους που τους αγαπάει η ζωή και λυπητερό για όσους κουβαλούν σταυρούς και βάσανα.

   Είναι μεσημέρι καλοκαιριού. Το μεσήλικο ζευγάρι, μετά από το προσκύνημα στο μοναστήρι του Οσίου Λουκά, κάθε¬ται στον φαρδύ εξώστη του εστιατορίου αποζητώντας δροσιά.

   Απέναντί τους πέντ’ έξι γυφτόπαιδα ανεβασμένα στα κλαδιά ενός αιωνόβιου πλάτανου κάνουν θεαματικές βουτιές και πέφτουν στο νερό με κίνδυνο να τσακιστούν στα βράχια. Χαριεντίζονται και σπρώχνονται μεταξύ τους σαν η ζωή τους να μην αξίζει τίποτε. Σε κάποια στιγμή ένα απ’ αυτά κατεβάζει το σώβρακό του και δείχνει τον κώλο του.

   Ο ιδιοκτήτης του εστιατορίου ωρύεται στο ασύρματο τηλέφωνο: «Κύριε αστυνόμε, ελάτε πριν έχουμε κάνα θύμα!». Και, μόλις κλείνει το τηλέφωνο, βάζει μια φωνή: «Ρε κωλόπαιδα, άι στο διάολο, η ίδια ιστορία κάθε μέρα…».

   Τα γυφτάκια απαντούν με αστείες γκριμάτσες και πρόστυχες χειρονομίες. Τρεις νεαρές Αγγλίδες έχουν τρελαθεί να τα φωτογραφίζουν.

   «Αυτά τα κορίτσια ήταν και στο μοναστήρι!», λέει η γυναίκα. «Η πιο ψηλή γονάτισε μπροστά στο σκήνωμα του αγίου κι από πίσω φαινόταν το βρακί της, ένα κορδόνι όλο κι όλο».

   «Είναι τόσο νέες, που όλα τους επιτρέπονται», απαντάει ο άντρας. Η γυναίκα βγάζει τα γυαλιά της και με μια χαρτοπετσέτα σκουπίζει τα μάτια της.

   Εκείνη τη στιγμή καταφτάνει ο σερβιτόρος με την παραγγελία. Αρχίζουν να τσιμπούν κομματάκια κρέας, ντομάτα και τυρί, και πίνουν μπίρα, όταν από το διπλανό τραπέζι ακούν έναν διάλογο που μοιάζει με καβγά. Μια απ’ τις κοπέλες έχει σηκωθεί απ’ τη θέση της και βαδίζει προς τη σκάλα. Οι φίλες της προσπαθούν να τη συγκρατήσουν, «Σάρα, δεν έχει νόημα!», λέει στ’ αγγλικά η πιο ψηλή κι η τρίτη συμπληρώνει: «Αν το κάνεις, είσαι τρελή!».

   Η Σάρα, όμως, που φοράει σορτς, πάνινα παπούτσια κι ένα κόκκινο φανελάκι στο χρώμα των μαλλιών της, δεν τις λογαριάζει. Κατεβαίνει στο πλακόστρωτο που χωρίζει το εστιατόριο απ’ το ρέμα, ενώ η πιο κοντή απ’ τις κοπέλες αναζητάει εναγωνίως τον σερβιτόρο. Μόλις τον βλέπει, ένας καταρράκτης λέξεων ξεχύνεται απ’ το στόμα της, εκείνος όμως δεν καταλαβαίνει αγγλικά.

   «Η κοκκινομάλλα θέλει να πηδήσει απ’ το πλατάνι μέσα στη γούρνα», του εξηγεί ο άντρας. «Κι αυτή σου ζητάει να φωνάξεις την αστυνομία».

   Ο σερβιτόρος και η Αγγλίδα ορμούν μέσα στο εστιατό¬ριο, ενώ οι άλλες δυο κοπέλες έχουν φτάσει κάτω απ’ το δέντρο στ’ οποίο είναι σκαρφαλωμένα τα γυφτάκια.

   Η Σάρα βγάζει τα γυαλιά ηλίου και τα παπούτσια της, αδειάζει τις τσέπες της απ’ το περιεχόμενό τους και τα δίνει όλα στη φίλη της. Εκείνη αρνείται να τα κρατήσει και η άλλη τα παρατάει καταγής. Κρατάει μόνο έναν μικρό κοκάλινο σταυρό που, για να έχει τα χέρια της ελεύθερα, τον δαγκώνει κι αρχίζει να σκαρφαλώνει στο δέντρο. Η φίλη της κάνει μια τελευταία προσπάθεια να τη μεταπείσει και, όταν συνειδητοποιεί ότι δεν μπορεί, σκύβει και μαζεύει απ’ το χώμα τα γυαλιά, τα παπούτσια, ένα πακέτο τσιγάρα και κάνα δυο χαρτονομίσματα.

   Η Σάρα φτάνει στο χοντρό κλαδί, όπου είναι και τα γυφτάκια. Εκείνα την κοιτάζουν σαν να πρόκειται για κακόγουστο αστείο. Ένα παιδί πηδάει στο νερό σηκώνοντας στον αέρα διάφανες ριπές.

   Η κοπέλα καταλαμβάνει τη θέση του στο κλαδί και κοιτάζει κάτω, σαν να μετράει το ύψος. Έπειτα με το βλέμ¬μα αναζητά τις φίλες της, φαίνεται πως ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι αυτό που για τα γυφτάκια είναι μια φιγούρα, μια επίδειξη, γι’ αυτήν μπορεί να είναι πήδημα θανάτου.

   Η πιο κοντή απ’ τα κορίτσια, που κατέβηκε τελευταία απ’ τον εξώστη του εστιατορίου, της κάνει νόημα να τα παρατήσει και να γυρίσει πίσω. «Σκέψου κι εμάς!», φωνάζει.

   Αντί γι’ απάντηση η Σάρα σκαρφαλώνει σ’ ένα κλαδί που βρίσκεται δυο μέτρα ψηλότερα απ’ το προηγούμενο.

   Στέκεται πάνω απ’ τα παιδιά που τώρα την κοιτάζουν μ’ ανοιχτό το στόμα. Οι δυο φιλενάδες της έχουν γίνει κάτωχρες! Κάτι λένε στα αγγλικά, που δεν το πιάνει κανείς. Οι πελάτες του εστιατορίου έχουν σηκωθεί όρθιοι.

   Η Σάρα λυγίζει τα πόδια της και κάθεται στο κλαδί. Τα κόκκινα μαλλιά της μοιάζουν με φωτοστέφανο και τα όμορφα μπούτια της φτιαγμένα από χρυσάφι. Κουνάει το δεξί της χέρι σ’ έναν χαιρετισμό που μπορεί να ’ναι ο τελευταίος της. Έπειτα βγάζει από το στόμα της τον σταυρό, τον φιλάει και τον κρύβει μέσα στο φανελάκι της.

   Ενόσω αυτοσυγκεντρώνεται, η αγωνία κυριεύει τους πάντες. Ο άντρας μουρμουρίζει:

  «Δεν θα τα καταφέρει!».

  «Σταμάτα!», του λέει η γυναίκα.

  «Είναι πολύ ψηλά, θα σκοτωθεί!».

   Η κοπέλα αφήνει το σώμα της να γλιστρήσει στο κενό, ίπταται με τα χέρια ανοιχτά και βυθίζεται σε μια από τις γούρνες. Για ένα δευτερόλεπτο κανείς δεν μιλάει, κανείς δεν ξέρει αν στον πάτο υπάρχει ένας σωρός από εξαρθρωμένα κόκαλα ή μια ζωντανή ψυχή. Έπειτα εκείνη αναδύεται ανασαίνοντας μ’ όλη τη δύναμη των πνευμόνων της. Οι δύο φίλες της τσιρίζουν ανακουφισμένες, τρέχουν και, από ύψος μισού μέτρου, πηδούν στο νερό. Οι τρεις τους αγκαλιάζονται, γελούν και κλαίνε ταυτόχρονα. Τους πανηγυρισμούς τους συμπληρώνουν τα χειροκροτήματα και οι επιδοκιμασίες των γυφτόπαιδων που ίσως δεν αποτόλμησαν ποτέ τέτοιο εγχείρημα.

   Μέχρι οι κοπέλες να βγουν απ’ το νερό, καταφτάνει το αυτοκίνητο της αστυνομίας. Τα γυφτάκια κατεβαίνουν από το δέντρο κι απομακρύνονται γελώντας και βρίζοντας. Από το περιπολικό βγαίνει ένας χωροφύλακας με τσαλακωμένο παντελόνι και ιδρωμένο πουκάμισο. Προσπαθεί κάτι να πει στα κορίτσια, αλλά δεν ξέρει ξένη γλώσσα. Αναζητάει βοήθεια απ’ αυτούς που βρίσκονται στον εξώστη του εστιατορίου:

   «Μιλάει κανείς αγγλικά; Γερμανικά;», αλλά δεν παίρ¬νει καμία απάντηση. «Στις πατρίδες τους είναι ρομπότ κι εδώ κάνουν ό,τι τους κατέβει στο κεφάλι», μουρμουρίζει. Έπειτα στρέφεται προς τα γυφτάκια: «Εσάς, ρε καρβουνιάρηδες, άμα σας πιάσω, θα σας σκίσω σαν σαρδέλες!».

   Τελικά, οι Αγγλίδες αποσύρονται στην τουαλέτα του εστιατορίου και σε λίγο εμφανίζονται φορώντας στεγνά ρούχα. Έρχονται και ξανακάθονται στο τραπέζι τους, γελάνε σαν καρδερίνες και χαϊδεύουν η μια τα μαλλιά της άλλης.

   Η πιο ψηλή τηλεφωνεί σ’ έναν φίλο τους: «Τομ, η Σάρα έκανε κάτι καταπληκτικό! Πήδηξε από έναν πλάτανο, από ύψος οχτώ μέτρων, σε μια γούρνα με νερό!». Ο Τομ κάτι της λέει και η κοπέλα εκνευρίζεται: «Μην είσαι ανόητος, ήταν πολύ επικίνδυνο!». Και στην προφανή ερώτηση του άλλου «Τότε γιατί το έκανε;», ξεσπάει: «Για να ρωτάς εσύ!».

   Το τηλέφωνο το παίρνει η τρίτη κοπέλα της παρέας. «Είναι αλήθεια, Τομ!», του λέει. «Αλλά από την αγωνία μας δεν βγάλαμε φωτογραφίες».

   Σε λίγο ο άντρας σηκώνεται και τις πλησιάζει.

   «Με συγχωρείτε», απευθύνεται στη Σάρα, «σας φωτογράφησα τη στιγμή που πέφτατε απ’ το δέντρο».

   Δείχνει στα κορίτσια την ψηφιακή του κάμερα κι εκείνες ενθουσιάζονται. Η μηχανή αλλάζει χέρια, ενώ η ψηλή ξαναπαίρνει τηλέφωνο στον Τομ: «Για να πιστέψεις», ξεφωνίζει, «η Σάρα θα ξαναπηδήσει και θα βγάλουμε φω¬τογραφία! Αλλά να ξέρεις ότι… μόνο οι μικρόψυχοι έχουν ανάγκη να δουν για να πιστέψουν!». Κλείνει το τηλέφωνο, «Εγώ ό,τι είχα να πω το είπα!».

   Πάνω σε δυο πρόχειρα φύλλα χαρτιού ανταλλάσσονται οι ηλεκτρονικές και ταχυδρομικές διευθύνσεις τους. Στο μεταξύ έχει πλησιάσει στο τραπέζι και η σύζυγος του άντρα, «Σας είδαμε και στον Όσιο Λουκά», λέει. Και μετά από έναν στιγμιαίο δισταγμό, «Η κόρη μας έχει σοβαρό πρόβλημα υγείας και γυρίζουμε από μοναστήρι σε μοναστήρι».

   Η διάθεση των κοριτσιών αλλάζει απότομα. «Λυπούμαστε πολύ», ψιθυρίζουν.

   Ο άντρας, ήρεμα, της λέει στα ελληνικά: «Αυτό… δεν έπρεπε να το πεις!».

 H κοκκινομάλλα κοιτάζει μια εκείνον και μια τη γυναίκα του. «Όλα εντάξει, μη στενοχωριέστε για μας», λέει. Έπειτα κάτι σκέφτεται, ψάχνει στις τσέπες της και βρίσκει το σταυρουδάκι που κρατούσε κατά την πτώση της. Διστάζει για ένα δευτερόλεπτο, «Αυτό σας το δίνω σαν αντάλλαγμα για τη φωτογραφία που θα μου στείλετε». Ο άντρας δεν θέλει να το πάρει, αλλά εκείνη επιμένει: «Το δίνω για την κόρη σας!».

   Η σύζυγος παίρνει το σταυρουδάκι, το φιλάει και το σφίγγει στη χούφτα της σαν τιμιόξυλο. Δεν έχουν κάτι άλλο να πουν και το ζευγάρι ξαναγυρίζει στο τραπέζι του. Καλούν τον σερβιτόρο, πληρώνουν τον λογαριασμό, χαιρετούν και φεύγουν. Κατεβαίνουν τις σκάλες και βαδίζουν κατά μήκος του ρέματος. Λίγο παρακάτω ο άντρας λέει: «Κοίταξε σ’ αυτό το σημείο… Η κλίση του εδάφους σχεδόν σβήνει κι ούτε γούρνες ούτε καταρράχτες πια».

   «Μακάρι κι η ζωή μας να μην είχε ούτε πάνω ούτε κάτω», απαντάει η γυναίκα έτοιμη να κλάψει.

   Μετά από λίγο φτάνουν πέρα απ’ τον αναπλασμένο χώρο, τα μαγαζιά και τα σπίτια τέλειωσαν κι αντί για πλακόστρωτο υπάρχει πατημένο χώμα. Το ρέμα συνεχίζει να κυλάει ψιθυρίζοντας το ίδιο μοτίβο:

Στους βάλτους και στα έλη, μάνα μου,

εκεί θα πάω ν’ αναπαυτώ…

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία