Βασίλης Τσιαμπούσης, Σάλτο Μορτάλε

tsiaboussisΔιηγήματα. Εκδόσεις Μεταίχμιο

Δεκαπέντε διηγήματα του βραβευμένου δραμινού συγγραφέα Βασίλη Τσιαμπούση, κάποια από τα οποία διαπλέκονται μεταξύ τους, συνιστούν τη συλλογή διηγημάτων του με τίτλο Σάλτο μορτάλε. Ο συγγραφέας ξανοίγεται και σε θέματα που τ’ άγγιζε ακροθιγώς στα προηγούμενα κείμενά του, όπως ο έρωτας και το χρήμα. Φυσικά, οι εικόνες του παρελθόντος και τα πρόσωπα που παρήλθαν συνεχίζουν να αποτελούν το βασικό κοίτασμα για τις αναφορές του.

***

Κριτική της Ελισάβετ Kοτζιά

Το σάλτο του ρίσκου 

Η βαθιά Ελλάδα, η επαρχιακή Ελλάδα, η αστικοποιημένη Ελλάδα ξεχειλίζει μέσα από τις σελίδες της πέμπτης διηγηματογραφικής συλλογής του Βασίλη Τσιαμπούση «Σάλτο Μορτάλε» (Μεταίχμιο, σελ. 284). Ο πενηνταοκτάχρονος Βορειοελλαδίτης πεζογράφος απεικονίζει μέσα στις σελίδες των δεκαέξι ρεαλιστικών διηγημάτων του μια ατμόσφαιρα πολύ γνωστή, ένα περιβάλλον ευρέως αναγνωρίσιμο, έναν κόσμο ζωηρά οικείο, τον οποίο είχε αρχίσει να ιχνογραφεί από τα παλαιότερα έργα του – το μυθιστόρημα «Εκτός Εδρας» (1993) και τη συλλογή «Η γλυκιά Μπονόρα» (2000). Αντιηρωικοί, αδύναμοι, εγωιστές οι πολυάριθμοι ήρωές του ζουν την τετριμμένη τους ζωή μέσα σε μια διαρκή διελκυστίνδα, παλεύοντας με τους δαίμονες της πεζής καθημερινότητας, χωρίς οράματα και χωρίς εξάρσεις. Σύζυγοι, τέκνα, συγγενείς, εραστές, διαζευγμένοι, συμμαθητές, φίλοι – απορροφημένοι από συμφέροντα και μικροϋπολογισμούς, από κουτοπόνηρες ιδιοτέλειες, από ιδιοτροπίες, έμμονές και καβγάδες. Πρόκειται για έναν κόσμο γεωγραφικά μικρό και ψυχικά στενό, κόσμο ωστόσο που δεν είναι ούτε ασφυκτικός ούτε απελπισμένος. Κατά βάθος, κανείς δεν ονειρεύεται αλλαγές και δεν παραπονιέται. Ισως διότι το μυαλό τους δεν φτάνει ώς εκεί. Ισως και διότι ο εγωκεντρισμός τους χαρίζει ζωή ακόμα κι αν αυτό συμβαίνει εις βάρος των άλλων. Κι επίσης διότι τα κείμενα του Τσιαμπούση διανθίζονται από αρκετό χιούμορ – όπως και παλαιότερα οι διάλογοι των ηρώων του γίνονται συχνά με ιδιαίτερο μπρίο και κέφι.

Διαθέτοντας 24χρονη πεζογραφική παρουσία, ο Βασίλης Τσιαμπούσης οικοδομεί με ιδιαίτερη επιμονή σχέσεις ανάμεσα σε κάθε λογής ανθρώπους ενός ελληνικού περιβάλλοντος που αστικοποιήθηκε τις τελευταίες δεκαετίες. Πολυκατοικίες, διαμερίσματα, αντιπαροχές, ακάλυπτοι χώροι, προσκυνήματα σε μοναστήρια, παραθαλάσσια κάμπινγκ, αγρυπνίες νεκρών, ταξίδια σε καταστρώματα φεριμπότ. Συμφεροντολόγοι, κουτσομπόληδες, καβγατζήδες, οι ήρωες δεν αφήνουν ψίχουλο να πέσει χάμω χωρίς να φροντίσουν να βγάλουν διάφορο. Μέχρι και τα παιδιά τους χρησιμοποιούν σαν άσους κάτω απ’ το μανίκι. Σκληρά καρύδια, όλοι τους διεκδικούν στυγνά το δικό τους. Η ελληνική πολυκατοικία αποτελεί βέβαια προνομιακό τόπο των ιστοριών αυτών. Εριστικοί, αναιδείς, χωρίς αλληλεγγύη. Γείτονες που επί χρόνια μοιάζει σαν να ζουν ο ένας μες στο σπίτι του άλλου. Η νοοτροπία της κλειστής κοινότητας μεταφερμένη στην πόλη με περιστατικά ωστόσο κωμικά, που συχνά προκαλούν γέλιο.

Αυτό είναι. Και σ’ όποιον αρέσει. Σ’ όποιον δεν αρέσει διαθέτει την πολυτέλεια να φύγει. Οπως κατ’ επανάληψιν το προσπάθησε και στο τέλος το πέτυχε η Αθηνά, η ηρωίδα που συναντάμε σε αρκετά διηγήματα, όχι όμως ζωντανή, αλλά είτε ως κουφάρι στο φέρετρο είτε ως τροχιά απονενοημένου διαβήματος από τη βεράντα της στο τσιμέντο του ακάλυπτου χώρου. Ο ηθελημένος αυτός θάνατος είναι αποδεκτός με σχετική ψυχραιμία. Εκείνος που δεν είναι ανεκτό, που δεν χωνεύεται, που δεν αντέχεται είναι ο θάνατος ενός παιδιού που στη «Γλυκιά Μπονόρα» οδηγεί στη νεκρική σιωπή και στην παρούσα συλλογή σε μια ανεξέλεγκτη, σπαρακτική απελπισία. Υπάρχει ακόμα ένα σάλτο μορτάλε στη συλλογή – μόνο που αυτήν τη φορά μοιάζει να αναλαμβάνει ένα δημιουργικότερο ρίσκο. Συνδέεται με την τόλμη της νεότητας που τα παίζει όλα για όλα, γιατί ακόμα πιστεύει (ακόμα δεν έχει αποκλείσει) το θαύμα. Το ομώνυμο προς τη συλλογή πρώτο κείμενο είναι ένα από τα ωραία νεοελληνικά διηγήματα. Βάζοντας στοίχημα την ίδια της τη ζωή, σε μια κρίση παρορμητικότητας, η νεαρή πρωταγωνίστρια βουτάει από ένα ψηλό κλαδί πλάτανου μέσα στη γούρνα του νερού που είναι σφηνωμένη στα βράχια. Και αναδύεται αβλαβής. Ναι, η υπέρβαση είναι δυνατή. Μόνο που η πρωταγωνίστρια είναι Αγγλίδα (τουρίστρια) και όχι Ελληνίδα. Είναι τυχαίο;

Καθημερινή»]


Διαβάστε ένα απόσπασμα του βιβλίου

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση