άλις: τέσσερις μικρές αφηγήσεις

alice1. αγχ

Ύπνος γύρω στις 6 πμ. Ξύπνιος μετά έντεκα ώρες. Στο ενδιάμεσο ένα ποτήρι πορτοκαλάδα, αναβράζον, σκυλίσιες γλώσσες στη μούρη και φιλιά ανθρώπινα. Ένα τηλεφώνημα μου παστώνει το κεφάλι με λαχανικά, ο τόνος της φωνής είναι αργόσυρτος κι επιτακτικός κι ανάμεσα σ’ όλα αυτά πάντα υπάρχει χώρος. Για ένα ισχαιμικό λιποθυμικό επεισόδιο. Τελοσπάντων, την αναγγελία του. Ανησυχώ και κλαίω. Και ξαναπέφτω για ύπνο ανήμπορη. Όλη αυτή τη σύγχυση που παθαίνω μου την κληροδότησαν. Είναι πια βέβαιο: το άγχος είναι κληρονομικό. Ούτε ορθογραφία σωστή δεν είμαι σίγουρη αν γράφω, τώρα που γράφω. Στον ύπνο πάλι, τινάζονται δάχτυλα, ξεφτισμένα νύχια και δόντια. Τουρτουρίσματα και τριξίματα. Διαρκεί τρεις ώρες απ’ τις έντεκα. Εφιάλτης ύπνος. Ξυπνάω αδειανή. Ή άδεια. Ελληνικός με γάλα και δυο φρυγανιές απ΄τα χέρια σου. Δεν έχω τι να λέω. Μόνο παίρνω τηλέφωνα. Πάντα με επιφύλαξη πως ενοχλώ. Ο φόβος μού φεύγει. Η ισορροπία ήρθε. Για πόσο δεν ξέρω. Τσιρίζω μέσα στο κεφάλι μου. Όχι σε ’σένα. Τι φταις κι εσύ. Φτύνω κατάρες κι απορώ. Μονίμως για ένα καλό πόσα άσχημα πρέπει να πληρώνεις αντίτιμο; Οι ζυγαριές πάντα γέρνουν, καταλήγω. Λίγη νοθεία. Ας συμφιλιωθώ. Δεν μπορώ. Ελληνικός ξανά, τσιγαράκι τράκα-ναι, δεν καπνίζω δήθεν πια, μια πίτα με σουβλάκι κοτόπουλο, κοκακόλα να ρευτώ. Δεν μ’ άρεσε. Σαβούρες χωνεύονται στο στομάχι μου. Σαβούρες συνωστίζονται στο μυαλό μου. Με πονάει. Δεν βρήκα ούτε μια λογοτεχνική λέξη να πιαστώ.

***

2. (άτιτλο)

Στρίβουμε στη Βερανζέρου. Είναι γύρω στις δέκα το βράδυ. Είναι πολλές, όμορφες, μαυρούλες. Μικρές, σίγουρα όχι πάνω από εικοσιπέντε. Τις λιμπίζονται οι άντρες. Ανοίγουν τα παράθυρα, τους πουλάνε με νάζι την πραμάτεια τους. Μια χτυπάει και το δικό μας παράθυρο. Δεν ανοίγει ο μικρός- βλέπω στα μάτια του τη ντροπή. Ίσως άμα ήταν με κάνα φίλο του να έκανε πλάκα. Μα τώρα με μένα δεν είχε και πολλά να αραδιάσει. Την ακούω να λέει “δέκα ευρώ το τσιμπούκι”. Χαμογελάει. Είναι γλυκιά και όμορφη, αθώα και τόσο παιδί. Την έχουν δασκαλέψει να τα λέει σωστά αυτά τα λίγα λόγια. Καθαρά, με άρθρωση άρτια. Ίσως και να’ ναι από τα λίγα ελληνικά που ξέρει. Το φανάρι πρασινίζει κι η σωτηρία της μονίμως φτερουγίζει μακρυά. Να γυναίκες που συνειδητά επιλέγουν τέτοιες δουλειές. Ν’ ανοίγουν πόδια και αγκαλιές τα βράδια για να χωρέσουν μέσα τους το ξένο. Αναρωτιέμαι αν μπορούν να κάνουν κάτι διαφορετικό. Από που ήρθαν και που έμπλεξαν. Κι ύστερα σκέφτομαι πως δεν μπορώ να λύσω τέτοια προβλήματα. Είναι τόσο μακριά μου όσο πιο κοντά μου. Μα κανείς δεν κάνει τελικά αυτό που διαλαλεί. κι έτσι βολεύομαι κι εγώ. Να κοιτάω το σπίτι μου, λοιπόν. Κι η Αφρική ή η όποια ήπειρος πατρίδα μεταναστών είναι μακριά πολύ. Κι όλοι αυτοί ήρθαν εδώ. Στη βρώμικη Αθήνα, στη φιλόξενη Αθήνα, στην έχωψηλάτομέτωπο Αθήνα. Να ξελασπώσουν ήρθαν και να μαζέψουν λεφτάκια. Να τα στείλουν πίσω στους γονιούς και στα παιδιά που ίσως άφησαν εκεί. Κι όταν μαζέψουν πολλά, θα βγάλουν εισιτήρια για ‘κει, χωρίς επιστροφή. Έτσι σκέφτομαι και παρηγοριέμαι. Εγώ, με τις αναρχοαριστερόστροφες απόψεις-ίσως μόνο απόψεις. Γιατί οι άλλοι με τις δεξιόστροφες θέλουν να φύγουν όλοι αυτοί από τη χώρα. Αλλά το μόνο που κάνουν για να τους διώξουν είναι πορείες με δακρυγόνα και ξύλο στους μπάτσους. Πως το λένε; Τραμπουκισμούς. ναι, κάτι τέτοιο. Η όποια ακρότητα και το κάθετί κακώς καμωμένο στη χώρα μας ,εδώ, από τους μετανάστες έχει φτιαχτεί κι απ’ αυτούς συντηρείται. Απ’ αυτούς ,που μένουν σαν τα ζώα, μέσα σε δυάρια, δέκα-δώδεκα άτομα κι ελπίζουν κοιτώντας από μακριά το μέλλον, απ’την τρύπα του φωταγωγού. Έτσι, έτσι πρέπει να πιστεύουμε. Μα το νοικοκύρεμα απέχει πολύ απ ‘αυτούς που μας κυβερνάν. Κι εμείς νομίζω ποτέ δεν υπήρξαμε καλοί νοικοκυραίοι. Είμαστε μόνο πρώτοι στους τσακωμούς κι αναστενάζουμε στα γήπεδα. Πάει καιρός που έχω ν’ ακούσω άνθρωπο νέο να παθιάζεται με κάτι. Κι όλοι κατεβάζουν σακούλες σκουπιδιών με ιδανικά πλάι στους τενεκέδες-κάθε βράδυ.

***

3. έξζιτ

Σε κάτι σκουριασμένες μέρες κρύφτηκε. Σ’ ένα βοκσβάγκεν λευκό, παλιά δηλαδή ήταν τέτοιο, με δίχως ουρανό. Ταΐστηκε μ’ αποφάγια και κάτι σκουρόχρωμα οινοπνεύματα. Είπε πως τα ‘ζησε όλα μέσα στο λίγο. Και πως η υπομονή είναι το πιο λαίμαργο ζώο του βασιλείου. Είχε τόσο βαρεθεί να τη μπουκώνει και τόσο κουραστεί ν’ αδειάζει μέχρι τη στιγμή που. Δεν υπήρχε που.

Κι όμως υπέμεινε μέχρι να μην έχει πνοή. Κανείς δε θυμάται τ΄ όνομά του. Λέω, εγώ, που τον γνώριζα μέσα απ’ τα γραφτά του, πως ήταν σοφός. Ένας δειλός σοφός με πόδια σαν ρίζες. Και θα ‘θελα να μου είχε εξηγήσει τις πράξεις του, μα ξέρω πως αυτές σαν να μην εξηγούνται, έτσι όπως επιθυμούμε να μας μοιάζουν.

***

4. (άτιτλο)

Και τώρα που ήπια, λιγάκι μόνο, ίσα να ευθυμήσω-να με θυμηθώ πως είμαι κι έτσι. Τώρα, δεν έχω τίποτα να πω. Άξιο λόγου, τίποτα. Ένα στρογγυλό καλογυαλισμένο τίποτα, με φιόγκους στα πόδια. Με καταπίνει και με φτύνει κάθε τόσο. Ταμάχι μεγάλο, σας λέω. Μου πες εσύ, πως οι άνθρωποι όταν πίνουν λύνονται και φαίνεται ο αληθινός τους εαυτός. Φοβήθηκα. Μην πιω κι άλλο. Δε θα έβρισκες τίποτα στη θέση μου. Δεν ανήκω εδώ. Και πουθενά. Όσο κι αν με συγκινούν φιλιά στα χέρια και στο κέντρο του μετώπου. Βρίσκουν στόχο αυτά. Μα δεν είμαι από δω για να. Το να πόδι πατά στο χώμα και τ’ αλλο στο νερό. Δεν ξέρω ποιο από τα δυό βουλιάζει περισσότερο. Αλλά εγώ δεν είμαι από δώ για να.

Τι στο διάλο θέλω να πω εκτός από το ό,τι η ζωή είναι μίζερη. Τόσο που σε κάνει να θέλει να της στήνεις δράματα. Χοροδράματα, ηχοδράματα. Του θεού τα δράματα. Να προκαλούν κλάματα. Που θα φτάνουν για μια μέρα, δυο. Σε δουλειά να βρισκόμαστε. Να ‘χουμε να λέμε και να κλαίμε. Για χαμούς κι ευκαιρίες στραπατσαρισμένες. Στην οδό Λήθης ή όπου. Κι ό,τι ήθελα να πω, δεν υπάρχει εδώ. Μόνο μέσα στα πνευμόνια μου φωλιάζει σαν ανάσα που ποτέ δε θα χορέψει.

***

Copyright©άλις

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία