Ο Σιμωνίδης του Rüdiger Schaper, στις εκδόσεις Νεφέλη

Η πλαστογραφία ως άσκηση ελευθερίας!

Από τον ΝΙΚΗΤΑ ΣΙΝΙΟΣΟΓΛΟΥ
Rüdiger Schaper, Η Οδύσσεια του πλαστογράφου Κωνσταντίνου Σιμωνίδη. Η περιπετειώδης ιστορία του Έλληνα που ξεγέλασε την Ευρώπη και παράλληλα εφηύρε την Αρχαιότητα, μετάφραση Νατάσα Σεχίδου, Νεφέλη, Αθήνα 2012, σελ. 259

Ο συγγραφέας του βιβλίου σημειώνει κάπου πως μνημείο του Κωνσταντίνου Σιμωνίδη δεν υπάρχει πουθενά στην Ελλάδα. Ολοκληρώνοντας την ανάγνωση αναρωτιέται κανείς μήπως υπάρχει κάτι εγωιστικό εκ μέρους μιας πολιτείας που αναγνωρίζει τα τέκνα της αναλόγως του σεβασμού που της έδειξαν και της βούλησής τους να συμβιβαστούν με αυτήν.

   Άραγε, γιατί αφιερώνονται προτομές και αγάλματα μόνο σε όσους υποτίθεται πως έδρασαν με γνώμονα τη μια ή την άλλη κοινωνικά αποδεκτή ή πολιτικά ορθή αλήθεια; Ενδεχομένως αναγνώριση αξίζουν και όσοι χλεύασαν κατάμουτρα τις αλήθειες. Διότι ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, ο πλέον αλλόκοτος και ικανός πλαστογράφος αρχαίων κειμένων που γνώρισε η Ιστορία, οπωσδήποτε εκκεντρικός προβοκάτορας και αδίστακτος τυχοδιώκτης, ενδεχομένως φαντασιοκόπος και μυθομανής, υπήρξε κάτι περισσότερο από ιδιοφυής τσαρλατάνος ή εγκληματίας με την τεχνική νομική έννοια. Τα κίνητρά του δεν περιορίζονται στην παθολογική ανάγκη να σαμποτάρει την ακαδημαϊκή κοινότητα, να χλευάσει τη σεβάσμια επιστήμη της Κλασικής Φιλολογίας ή να εξαπατήσει και να απορρίψει την εξουσία και κάθε αυθεντία. Το έργο του Σιμωνίδη απορρέει από μια αχαλίνωτη ανατρεπτική δημιουργικότητα που έθεσε τεχνική, γνώσεις και ταλέντο στη δούλεψή της. Η δημιουργικότητα αυτή δεν γνώρισε όρια, δεν περιορίστηκε σε κείμενα, παλίμψηστα ή επιστολές: εν τέλει κυρίευσε την ταυτότητα του πλαστογράφου ως ιστορικού προσώπου.

simonidesΔυο πράγματα πλαστογραφούσε ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης: αρχαίες ή βυζαντινές πηγές και την ίδια του τη ζωή. Αφενός, δρούσε ως ιός στο λειτουργικό σύστημα της Φιλολογίας, υπονομεύοντας συστηματικά την λατρεία του αυθεντικού και δηλητηριάζοντας την εμμονή της νεώτερης Ευρώπης με το γνήσιο και την ανακάλυψη «αληθινής», πρωτότυπης γνώσης. Αφετέρου, πέτυχε να διασχίσει σαν φάντασμα ή σκιά το προσκήνιο αρνούμενος να αφομοιωθεί ή έστω κάπως να ενταχθεί, ζώντας για να παίξει, να σαρκάσει και να ξεγελάσει τους στιβαρούς φιλόλογους που τον αμφισβήτησαν, κατασκευάζοντας διαρκώς το παρελθόν του, επινοώντας ακόμη και τον βιογράφο του. Στην πορεία ο άνθρωπος αυτός συνέθεσε μερικά από τα πιο αλλόκοτα βιβλία όλων των εποχών.

   Ο Σιμωνίδης γεννήθηκε γύρω στα 1820 στη Σύμη. Μεταξύ 1836 και 1840 βρίσκεται στον Άθω, όπου φαίνεται πως απέκτησε πρόσβαση σε μια κρυμμένη βιβλιοθήκη της Μονής Παντελεήμονος, μια μοναδική πηγή κυλίνδρων και αρχαίων χειρογράφων. Στον Άθω αναπτύσσει ένα ασυνήθιστο ταλέντο στην καλλιγραφία και παλαιογραφία, μαθαίνει να πειραματίζεται με αρχαίους παπύρους, να κατασκευάζει μελάνη σε καθαρά οργανική βάση και ειδικούς κονδυλοφόρους, αλλά και να επεμβαίνει στα βαθύτερα στρώματα των παλιμψήστων αντιστρέφοντας τη συνηθισμένη πρακτική. Η θητεία στις επίσημες και απόκρυφες βιβλιοθήκες του Άθω οδηγεί σε μια εκπληκτική για την εποχή εγκυκλοπαιδική αρχαιογνωσία, τέτοια που αργότερα θα εντυπωσιάσει και θα παραπλανήσει κορυφαίους φιλολόγους της φωτισμένης Εσπερίας. Η καλλιγραφία, η εμμονή στη λεπτομέρεια και η φιλολογική κατάρτιση υπηρετούν ήδη ό,τι οι φιλόλογοι θεωρούν κατεξοχήν τσαρλατανισμό και απάτη: τη δημιουργία νέων κειμένων σε αρχαίες περγαμηνές. Μεταξύ 1840 και 1848 εικάζεται πως περιπλανήθηκε στο Αιγαίο, στην Κύπρο, στο Σινά, στη Βαβυλώνα και τη Δαμασκό, την Αλεξάνδρεια και αλλού. Ο ίδιος ισχυριζόταν ότι απέκτησε πτυχία φιλοσοφίας από Πανεπιστήμια στη Μόσχα και στην Οδησσό, ότι υπήρξε προστατευόμενος μιας εύπορης κυρίας της ανώτερης δυνατής κοινωνικής τάξης και άλλα πολλά. Όμως τίποτα δεν είναι βέβαιο στη ζωή ενός ανθρώπου που φαίνεται να επινοεί τις σπουδές, τους φίλους και προστάτες, τις αυθεντίες που αργότερα εμφανίζει ως εγγυητές της γνησιότητας του έργου του. Άλλωστε, ο ίδιος ισχυριζόταν πως καταγόταν από τα Στάγειρα και ότι ήταν απόγονος του Αριστοτέλη.

   Στα 1848 τον βρίσκουμε στην Αθήνα. Ο Σιμωνίδης εκδίδει ένα χαμένο έργο του 13ου αιώνα που αποδίδει σε κάποιο μοναχό Μελέτιο από τη Χίο. Ο τίτλος είναι Συμαΐς, Ιστορία της Απολλωνιάδος Σχολής και, όπως σημειώνει ο Ρύντιγκερ Σάπερ, πρόκειται για «ένα βιβλίο που δεν έχει ξαναδεί ο κόσμος» (σ. 124). Το κείμενο τεκμηριώνει την δράση μιας άγνωστης ομάδας φιλοσόφων, μαθηματικών και μηχανικών κατά την ύστερη αρχαιότητα. Είναι μια προσεκτικά φτιαγμένη ψευδοϊστορία ή εναλλακτική ιστορία με παραπομπές και επιστημονική φόρμα. Ο Σεβαστός από τη Σύμη εφηύρε το χαρτί και το τηλεσκόπιο, ο Περίστρατος ο Ρόδιος την τυπογραφία, ο μηχανικός Εύδυπος ένα ταχύπλοο. Εφευρέσεις που θυμίζουν Ντα Βίντσι και Ιούλιο Βερν συνδυάζονται με παγανιστικές τελετές και σεξουαλικά όργια. Ο Σιμωνίδης βρίσκεται μπροστά από την εποχή του: Ο συνδυασμός φανταστικής τεχνολογίας και ιστορικού μυθιστορήματος είναι τυπικός του cyberpunk, υποείδους της επιστημονικής φαντασίας με αφοσιωμένους οπαδούς στη Μεγάλη Βρετανία και τις Ηνωμένες Πολιτείες. Δεν έχω αμφιβολία ότι ο Σιμωνίδης πρέπει να θεωρηθεί πρόδρομός του, τουλάχιστον όσο ο Βερν. Ακολουθεί ένα έργο γεωγραφίας του 4ου ή 5ου αιώνα. Συγγραφέας κάποιος Εύλυρος και θέμα η Κεφαλονιά. Εδώ ο πλαστογράφος-εκδότης είναι πιο συγκρατημένος, «σε ένα σημείο όμως ξεσπά το επινοητικό του μένος. Πρόκειται για την προέλευση της (φανταστικής) πόλης με το όνομα Πικρογαμία, κυριολεκτικά: πικρός γάμος.» (σ. 129).

   Ο Σιμωνίδης επιχειρεί μια ανερυθρίαστη άρση της βίας του ιστορικού χρόνου, η ζωή του γίνεται μια φιλολογική βλασφημία με φιλοσοφικές προεκτάσεις. Παίζει με τις χρονολογίες και τα τοπωνύμια, συνδέει το Βυζαντινό παρελθόν με το παρόν. Τοποθετεί τον Βυζαντινό ζωγράφο Μανουήλ Πανσέληνο (14ος αιώνας) στον πέμπτο αιώνα και ισχυρίζεται ότι αυτός εφηύρε την ηλιοτυπία, τεχνική αγιογραφίας που βασιζόταν στην ηλιακή ακτινοβολία. Άρα η ηλιογραφία, ο πρόδρομος της φωτογραφίας, δεν αποτελεί γαλλική εφεύρεση του 19ου αιώνα αλλά βυζαντινή, προϊόν της νεοπλατωνικής θεολογίας του φωτός που διακρίνει τη βυζαντινή αγιογραφία. Η πλαστογραφία ως δημιουργία γρήγορα αποκτά πολιτική διάσταση. Ο Σιμωνίδης υπήρξε εχθρός του Ραγκαβή (του οποίου την υπογραφή πλαστογραφεί για να εμφανίσει εαυτόν θύμα εκβιασμού), εθνικιστής και γερμανοφοβικός σε μια περίοδο που η Ελλάδα αναζητά ταυτότητα.

   Μουστοξύδης, Κουμανούδης και άλλοι αποκαλύπτουν τις «απάτες» του Σιμωνίδη αλλά σημειώνουν κάτι ασυνήθιστο: ο πλαστογράφος αυτός έχει τέτοιες ικανότητες που θα περίμενε κανείς ότι θα ακολουθούσε άλλου είδους καριέρα. Είναι τόσο καλός και με τέτοια κατάρτιση που θα μπορούσε να γίνει κορυφαίος φιλόλογος ή παλαιογράφος. Πράγματι, φαίνεται πως κατά καιρούς ο Σιμωνίδης υπήρξε εκδότης αρχαίων κειμένων με συνέπεια, ό,τι ονομάζουμε σήμερα ακαδημαϊκόν ήθος. Εκδήλωσε μάλιστα την επιθυμία να επιμεληθεί την έκδοση των Απάντων του Γρηγορίου Παλαμά και του Σχολάριου. Θα μπορούσε να το είχε πράξει. Προτίμησε όμως να ακολουθήσει τον επικίνδυνο δρόμο της πλαστογραφίας και της προβοκάτσιας. Η επιστήμη της φιλολογίας δεν ήταν αρκετή, τα κλασικά και βυζαντινά κείμενα πολύ λίγα για να κορέσουν τη δημιουργικότητά του. Είναι ίσως κρίμα, ότι δεν συνδύασε τα δύο του ενδιαφέροντα, τη βυζαντινή φιλοσοφία με τη δημιουργική πλαστογραφία. Θα είχε εξαιρετικό ενδιαφέρον μια πραγματεία περί Θαβωρείου φωτός διασκευασμένη και «πειραγμένη» στα πρότυπα της Συμαΐδος.

   Ξεκινά μια περίοδος διαρκών μετακινήσεων. Ο Σιμωνίδης εμφανίζεται σε Κωνσταντινούπολη, Παρίσι, Λονδίνο, Οξφόρδη, Λειψία, πάντοτε κάτοχος αρχαίων κυλίνδρων και περγαμηνών. Όπου και αν πήγε, η προσωπική δημιουργικότητα επιτέθηκε απρόκλητα και σαρκαστικά στην επιστήμη της Φιλολογίας με όπλο τα κατεξοχήν φιλολογικά εργαλεία: την παλαιογραφία, την επεξεργασία του παλίμψηστου, την επιμέλεια και έκδοση αρχαίων κειμένων, την αντιστοίχηση έργων και αρχαίων συγγραφέων που γνωρίζουμε μόνον από Βυζαντινούς λεξικογράφους. Ο Σιμωνίδης αναμιγνύει γνήσια με πλαστογραφημένα χειρόγραφα, ισχυρίζεται ότι κατέχει υλικό από τη βιβλιοθήκη της Αλεξάνδρειας, από το Σινά, την Αντιόχεια και φυσικά τον Άθω. Χρησιμοποιεί γνήσιους παπύρους για να συνθέσει κείμενα που αποδίδει σε σκοτεινούς συγγραφείς, φτιάχνει συμπιλήματα με πυρήνα τον Στράβωνα και τον Στέφανο Βυζάντιο σε «μια τεχνητή γλώσσα, κατασκευασμένη από δάνεια της αρχαίας ελληνικής, νησιώτικες διαλέκτους, καθαρή φαντασία και μοντέρνους σχηματισμούς λέξεων». Πλαστογραφεί Αισχύλο, Όμηρο, αποσπάσματα του Ζαρατούστρα, εφευρίσκει φιλοσόφους της ύστερης αρχαιότητας. Συνθέτει το ελληνικό «πρωτότυπο» του Ποιμένος του Ερμά, έργο γνωστό έως τότε μόνο από λατινική μετάφραση, οπότε και τον κατηγορούν ανοικτά για αντίστροφη μετάφραση από τα λατινικά.

   Στο Παρίσι βέβαια στραβοπατά. Κατασκευάζει μια συστατική επιστολή του Sainte-Beuve προκειμένου να εισχωρήσει στους κατάλληλους κύκλους, αλλά βάζει λάθος υπογραφή: St. Beuve. Στο Λονδίνο πάλι γνωρίζει δόξες. Εξαπατά το Βρετανικό Μουσείο και τον μανιακό, ακόρεστο συλλέκτη βιβλίων Σερ Τόμας Φίλιπς (πολύ καλές οι σελίδες του Σάπερ για τον «παπυρομανή» βιβλιοθήρα). Στη Λειψία παρουσιάζει ένα «παλίμψηστο 70 φύλλων του Ουρανίου με την ιστορία των αιγυπτίων βασιλέων», αξιοποιώντας δημιουργικά την αναφορά του λεξικογράφου Στέφανου Βυζάντιου. Το έργο περιέχει μια φανταστική ιστορία της Αιγύπτου με «ατελείωτες γενεαλογίες και δυναστικές δολοφονίες, εκστρατείες και μυστικιστικές αφηγήσεις για ζώα» (σ. 177). Ο κορυφαίος φιλόλογος Καρλ Βίλχελμ Ντίντορφ παρασύρεται και προχωρεί σε έκδοση του κειμένου. Πυροδοτείται διαμάχη μεταξύ Ντίντορφ και Κόνσταντιν φον Τίσεντορφ με τη συμμετοχή του Αλεξάντερ φον Χούμπολτ. Η απάτη αποκαλύπτεται και ο Σιμωνίδης προφυλακίζεται για δεκαεπτά μέρες. Η υπερασπιστική του γραμμή είναι όντως απολαυστική (σ. 182). Όμως ο Σιμωνίδης δεν ξεχνά τους εχθρούς. Στα 1862 ο Guardianδημοσιεύει επιστολή του με την οποία ευθαρσώς αναλαμβάνει την πατρότητα του Σιναϊτικού Κώδικα, της σπουδαίας ανακάλυψης του Τίσεντορφ. «Μεγαλειώδης επίθεση, μια αφοπλιστική ομολογία. Ο άνθρωπος που κατηγορείται διαρκώς για πλαστογραφία εκφράζεται δημόσια και ομολογεί ότι αυτός συνέγραψε το ιερό κείμενο για το οποίο μιλά τώρα όλος ο κόσμος» (σ. 226). Ακολουθεί σειρά επιστολών σε εφημερίδες, αναστάτωση, ανησυχία.

   Ξένο σώμα σε αξιοσέβαστους και κοινωνικά πανίσχυρους οργανισμούς παραγωγής γνώσης και αλήθειας, ο Σιμωνίδης έχει ανάγκη από συμμάχους. Στα 1859 εκδίδεται στο Μπράιτον μια βιογραφία του στα υφολογικά πρότυπα βίων αγίων διά χειρός Charles Stewart. «Τσαρλς Στιούαρτ και Κωνσταντίνος Σιμωνίδης, στα αγγλικά. Τα ίδια αρχικά: C.S. Το Biographical Memoir αποδεικνύεται αυτοβιογραφία» (σ. 213). Φαίνεται πως ο Σιμωνίδης δημοσίευσε με άλλο όνομα μια υπεράσπιση του εαυτού του. Πλαστογράφησε ακόμη και τον βιογράφο του. Υπάρχει και συνέχεια. Ο Σιμωνίδης εμφανίζεται να απαντά δημοσίως στον βιογράφο Τσαρλς Στιούαρτ με επιστολή και προτεινόμενα errata που δημοσιεύονται στον Guardian.

   Πιστός στο πνεύμα του έργου του ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης πλαστογράφησε τον θάνατό του. Επιστολή κάποιου Δημήτριου Ροδοκανάκη ενημερώνει πως ο Κωνσταντίνος Σιμωνίδης πέθανε από λέπρα στην Αλεξάνδρεια στα 1867. Ο Σάπερ θεωρεί πως ο Σιμωνίδης απλώς επέλεξε να ανακηρύξει εαυτόν νεκρό και προκρίνει μια άλλη εκδοχή που συμφωνεί με την αναγγελία θανάτου στους Times του Λονδίνου. Σύμφωνα με αυτήν ο πλαστογράφος πέθανε σε μια μικρή πόλη της Αλβανίας στα 1890. Ωστόσο, το έργο του εξακολουθεί να προκαλεί διχογνωμίες μεταξύ φιλολόγων και ειδικών. Πρόσφατα ο Λουτσιάνο Κάνφορα δημοσίευσε δύο βιβλία για τον διαβόητο πάπυρο του Αρτεμίδωρου του Εφέσιου, ένα από τα αρχαιότερα έργα γεωγραφίας, ανιχνεύοντας τον δάκτυλον του μεγάλου πλαστογράφου.[1] Η εξαντλητική πραγμάτευση του ζητήματος από τον Κάνφορα είναι τεκμήριο της ικανότητας του Σιμωνίδη να συγχέει τα όρια αυθεντικού και πλαστού δημιουργώντας υβριδικές μορφές κειμένων. Αυτές μπορεί να είναι σκανδαλώδεις, είναι όμως συνάμα πρωτοποριακές.

Στην περίπτωση του Σιμωνίδη η αυθαιρεσία της πλαστογραφίας είναι άσκηση ελευθερίας.

   Η σύγκρουση του Σιμωνίδη με τον Τίσεντορφ και τον Ραγκαβή είναι επίθεση του περιθωρίου εναντίον του ακαδημαϊκού και κοινωνικού κατεστημένου, του αλλόκοτου εναντίον της κανονικότητας, της βούλησης για εξαίρεση εναντίον της ανάγκης για τάξη και σύστημα. O Σάπερ υποψιάζεται κάτι όταν κάνει μια ωραία σύγκριση με τον γερμανό ντανταϊστή ποιητή, ζωγράφο και τυπογράφο Κουρτ Σβίτερς (σ. 130). Ωστόσο, ειδικά η γειτνίαση λογοτεχνίας και εγκληματικής δράσης, η επιθυμία για την ταυτόχρονη υπέρβαση ιστορικού χρόνου, κειμένων και εξουσίας, φέρνει τον Σιμωνίδη πιο κοντά στις ανησυχίες και πρακτικές των καταστασιακών (situationistes) αναρχικών και καλλιτεχνών, στην απόπειρά τους για κάτι «καλύτερο από την ποίηση ή την τέχνη», όπως το έθεσε ο Γκυ Ντεμπόρ σχολιάζοντας τη σχέση καλλιτέχνη και βίας, φαντασίας και ανατροπής.[2]

   Ο πλαστογράφος Κωνσταντίνος Σιμωνίδης αξίζει να αναγνωριστεί ως αναρχικός, καταστασιακός και ουτοπιστής, ένας άνθρωπος αλλόκοτος με την φροϋδική έννοια (das Unheimliche), που επέλεξε την κατά μέτωπον σύγκρουση με τους θηρευτές του γνήσιου και τους εθισμένους στην αυθεντικότητα της ιστορίας, ζητώντας κάτι (κατά τη γνώμη του) καλύτερο και ισχυρότερο από την επιστημονική ανασύσταση της ιστορίας: την προσωπική παραγωγή του ιστορικού χρόνου, του γνήσιου και αυθεντικού.

   Η πρώτη τούτη βιογραφική προσέγγιση του αινιγματικού Σιμωνίδη διαβάζεται ευχάριστα, έχει νεύρο, χιούμορ και αγάπη. Δεν πρόκειται για επιστημονική διατριβή, παραπομπές απουσιάζουν και πολλές από τις ψυχογραφικές κρίσεις και συνειρμικές παρεκβάσεις του συγγραφέα ενδέχεται να κουράσουν. Κάποιες βέβαια είναι εξαιρετικά εύστοχες. Ο Σάπερ αντιλαμβάνεται πως η έννοια της απάτης είναι σχετική. Ο τρόπος με τον οποίο ο επιστήμονας Τίσεντορφ απέκτησε τον Σιναϊτικό Κώδικα ενδέχεται να συνιστά και αυτός απάτη (σ. 191), διαφορετικού όμως είδους από ό,τι οι δημιουργικές απάτες του πλαστογράφου Σιμωνίδη. Όμορφη η έκδοση του βιβλίου και προσεκτική η μετάφραση και επιμέλεια. Θα ήταν ίσως καλή ιδέα η προσθήκη ενός επίμετρου με φωτογραφίες σιμωνιδικών φύλλων και ορισμένων αποσπασμάτων από την Συμαΐδα και την φανταστική (αυτο)βιογραφία του πρωτοπόρου Έλληνα.

________________________________________

[1] Luciano Canfora, Il papiro di Artemidoro, Μπάρι 2008 και Il viaggio di Artemidoro. Vita e avventure di un grande esploratore dell’antichità, Μιλάνο 2010.

[2] Guy Debord, Panégyrique 1.II, Παρίσι 1989.

Copyright © 2011 Booksreview.gr

All Rights Reserved.

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, Δοκίμιο, Ιστορία