Κώστας Ταχτσής : απόσπασμα από “Το τρίτο στεφάνι”

σσ. 170-172, εκδόσεις Εξάντας.

[...] Όταν επαναλήφθη η συνεδρίαση, σηκώθηκε ο εισαγγελέας κι ανέλυσε την υπόθεση απ’ την αρχή, κι όταν έφτασε στο ρόλο που του είχε παίξει ο Δημήτρης, τον έπιασε υστερία σα νά ‘ταν προσωπικός εχθρός του, σά νά τού’χε σκοτώσει τον πατέρα του. Διάβασε μ΄έμφαση όλες τις καταδίκες απ’ το ποινικό μητρώο του, και κατέληξε στο συμπέρασμα ότι ένας τέτοιος άνθρωπος ήταν φυσικό να τρέφει άσβεστο μίσος εναντίον της κοινωνίας. «Δηλαδή υμών, κύριοι ένορκοι, και της εννόμου τάξεως, και κατά μείζονα λόγον και των οργάνων της εννόμου τάξεως!…Πόσες φορές δε θά’ χει σκεφθεί, ώς άλλος Καλιγούλας, ότι είναι κρίμα που δεν έχουν όλοι οι αστυνομικοί ένα κεφάλι για να τους το κόψει πέρα για πέρα!… Φανταστείτε τώρα αν θ’ άφηνε ανεκμετάλλευτη μια τόσο λαμπρή ευκαιρία να τους εκδικηθεί όλους εν τω πρόσωπα του ατυχούς θύματος, και μάλιστα χωρίς να υποστεί ο ίδιος καμμιά συνέπεια. Όπως του φάνηκε δηλαδή αξιότιμοι κύριοι ένορκοι…Τον ακούσατε… Τον ακούσαμε όλοι μας… Με την ορυσθείσα εξ ευτελών επιφυλλίδων ρητορεία του και την εμπαθή ευγλωττίαν τού οποίου του, υποδαύλισε τον ευνόητο πόθον εκδικήσεως του Γκάτσου κατά του εραστού της συζύγου του, ο οποίος ήτο βεβαίως ένοχος μοιχείας, αλλ’ ήταν αυτός αρκετός λόγος για να το πληρώσει με την ζωήν του; Εις ποίον αιώνα ζούμε; Και του υπέβαλε την ιδέαν του φόνου, αξιότιμοι κύριοι ένορκοι! Δεν το ομολογεί ρητώς ο Γκάτσο από κακώς εννοούμενο αίσθημα αλληλεγγύης, αλλ’ έχομε πάντα λόγον να το συναγάγωμεν από την διαδικασία. ’Καθάρισέ τον το μπινέ!’ του είπε.’Ρίξ’ του! Εγώ είμ’ εδώ. Θά ΄ρθω μάρτυρας. Έχεις ελαφρυντικά. Θα σ΄ αθωώσουν…’ Διότι μπορεί να μην τον σέβεται, αλλά τον γνωρίζει τον Νόμον, αξιότιμοι κύριοι ένορκοι. Μας το είπε ο ίδιος κατά την απολογίαν του. Είναι τω όντι κωμικότατον ότι ο άνθρωπος αυτός, όστις καταπατεί και τον ανθρώπινον και τον θείον Νόμον με εξ΄ίσου ελαφρά την συνείδησιν, έχει το θράσος να επικαλείται τους Νόμους της κοινωνίας, την οποίαν περιφρονεί και βδελύσσεται… ‘Καθάρισέ τον’! του ατυχούς θύματος, εξεδίκειτο, όχι μόνον τους απηνείς διώκτας του, αλλά και ολόκληρο την κοινωνίαν της οποίας αποτελούν ακοίμητο φρουρό – δηλαδή εμένα, εσάς – επειδή φοράμε καθαρά πουκάμισα!…» Τέλος ζήτησε να κηρύξουν τον Γκάτσο ένοχο φόνου εκ προμελέτης μ’ ελαφρυντικά, και το Δημήτρη συνεργό και ηθικό αυτουργό. [...]

***

[στάχτες]

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία