Σπύρος Αραβανής, «Η Ιστορία ενός Ανθρώπου»

aravanis
Κάθε σπίτι αυτής της γης
Κάθε σπίτι αυτής της γης πενθεί αιώνια
σαν να έσφαξαν στα θεμέλιά του κι έναν αναστεναγμό.
Κι αυτοί που ανακουφίστηκαν τα πρωινά ακούγοντας
το ηχηρό λάλημα των θυσιασμένων πετεινών
βρήκαν το βράδυ την μπανιέρα τους γεμάτη
από το αίμα των αθώων όλου του κόσμου.
Γιατί το φεγγάρι που περιπολεί σαν προβολέας φυλακής
μη το εμπιστεύεσαι• δωροδοκείται
για ένα κομμάτι φως,
για μια μέρα ζωής παραπάνω.
Κάθε σπίτι αυτής της γης φθονεί αιώνια
το θερισμένο στάχυ και την ανήλικη ελιά
εκλιπαρώντας να του διδάξουν την εγκαρτέρησή τους
στον πόνο, στον τρόμο και στο κακό ριζικό.
Και όσο εκείνα δεν ανταποκρίνονται
τόσο τα σπίτια εξαθλιώνονται απ’ το σαράκι του χρόνου
κι απ’ την αγωνία της επόμενης εποχής.
Κι όμως το κυοφόρο σύννεφο που ξαπλώνει
σαν ετοιμόγεννη γυναίκα πάνω από τις στέγες μας
τι παραπάνω γνωρίζει;
Έχουμε το μυστικό μέσα μας και επαιτούμε αλήθειες.
Από εκεί αρχινά και η τρέλα μας.
Κάθε σπίτι αυτής της γης ριγεί αιώνια
σε κάθε φιλί που ξεριζώνεται σαν δόντι από το στόμα
σε κάθε δάκρυ που βγαίνει απ’ τα έγκατα του σώματός μας
σε κάθε ανάγκη που πηγάζει από το αίμα
σε κάθε θεό που ανασαίνει τη φωνή μας.

Τα βράδια
   Στον Τάσο Λειβαδίτη
Τα βράδια  επισκέπτομαι  τους τάφους λησμονημένων
ποιητών
και γεμίζω με μελάνι τα ανθοδοχεία τους.
Ανανεώνω με κραγιόν
τα χαμόγελα των νεκρών παλιάτσων
και κάνω συντροφιά στα εικονοστάσια των δρόμων.
Αφουγκράζομαι τις λαμαρίνες στα παλιά ναυπηγεία,
διορθώνω τα ορθογραφικά λάθη στα χαρτόνια
των ζητιάνων,
κουρδίζω τις καμπάνες στις ερειπωμένες εκκλησίες,
τακτοποιώ τις καρέκλες στα σπίτια των αυτοχείρων,
χαϊδεύω τα μαλλιά των γριών γυναικών.
Ύστερα, το χάραμα, γυρίζω σπίτι
πιο μόνος
και από τις μέρες του Φεβρουαρίου
που δεν χώρεσαν  στο ημερολόγιο
και ξεπλένω στο νιπτήρα
όλη τη μοναξιά από τα χέρια μου.

Η αρχιτεκτονική της λήθης
                  Στον Γιώργο Σεφέρη
Η αρχιτεκτονική της λήθης οικοδομείται
πάνω στα θεμέλια της μνήμης.
Ένας λαός έτοιμος να απεκδυθεί τα ιμάτια του
να αλλάξει τη σάρκα του με τη σάρκα του νέου
του ολότελα διαφορετικού μέλλοντος
χωρίς να αφήσει κεντημένο στο δέρμα του
έστω ένα στίχο
να κρατήσει στο βλέμμα του
ένα θρυμματισμένο άγαλμα
και λίγη άμμο από τις ακτές της Ιστορίας του
μέσα στις μικρές του φούχτες.
Το φως που υμνήσαμε κρέμεται ανενεργό πάνω στα ηλεκτροφόρα
καλώδια,
οι θάλασσες που αγναντέψαμε, εμφιαλώνονται για τους τουρίστες,
ο ήλιος κόβεται σε νομίσματα
και η ελιά σφραγίζεται με πύρινο σταυρό.
Και εκείνες οι καταστροφές και οι αποδημίες
οι εμφύλιοι σπαραγμοί και οι θυσίες
διαβάζονται πια σαν ξόρκια
όχι σαν ιστορία
και προβάλλονται τρισδιάστατα σε σκοτεινές αίθουσες
το χρήμα να ξεπλένει το αίμα
το αίμα να ξεπλένει το χρήμα.
Κάποτε κάποτε φοράμε ψηλά τακούνια και κάνουμε θόρυβο
περπατώντας μέσα στα γήπεδα.
Μα με πέλματα βρώμικα και πόδια γεμάτα καντήλες
επιστρέφουμε πιο βραχύσωμοι σπίτι.
Άλλοτε πάλι ακούμε τα υπόγεια νερά των ποταμών
και φαντασιωνόμαστε αρχαίους περιπάτους και χαϊδέματα.
Μα τα δάκτυλα συνήθισαν να πληκτρολογούν τη μοναξιά τους
να καρφώνουν τα χάδια πάνω σε κουμπιά
και να ακομπανιάρουν ευνουχισμένα αισθήματα
φριχτά τραγουδισμένα από άφυλους αοιδούς.
Κι άλλοτε φτιασιδώνουμε την αρρώστιά μας
με αρχαϊκό γέλιο ή κλάμα
κάθε καλοκαίρι και άλλος επιδαύρειος θίασος
στο ίδιο έργο.
Είμαστε η λήθη που οικοδομείται
οι λίθοι που την οικοδομούν.
ο περιούσιος λαός ενός δολοφονημένου από την πίστη
θεού.
Οι γραμμές στα πρόσωπά μας άλλαξαν.
Οι αυλακιές στις παλάμες μας άλλαξαν.
Οι δρόμοι του αίματός μας άλλαξαν.
Οι λεωφόροι του μυαλού μας άλλαξαν.
Οι εθνικές οδοί μας άλλαξαν.
Δεν είναι πια τόπος.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις.
Δεν είναι πια τόπος να ζεις εδώ.

Το δείπνο 
Τούτο το βράδι σάμπως να σάλεψαν τα φύλλα
Τρίζουν στο πάτωμα περίεργα οι σανίδες
Και των πουλιών ηχούν αλλιώτικα οι τρίλιες
Σαν να ετοιμάζεται γύρω μεγάλη ανατριχίλα
Μια μυρωδιά καμένου ονείρου πέρα ως πέρα
Και ένα φέγγρισμα βουβό από το βάθος
Στα δάχτυλα στριφογυρνάει ένας λάζος
Και η ματιά κλωθογυρίζει στον αιθέρα
Όλοι οι ένοχοι απ’ τα πέρατα πλησιάζουν
Τούτο το βράδι να δειπνήσουν στο τραπέζι
Φέρνει ο καθείς ό, τι για χρόνια δεν καθεύδει
Και τον ματώνει με τα νύχια που σπαράζουν
Έχουν για μάτια τους αργόπλοα πλοιάρια
Τα δυο τους χείλη σαν πηγάδια ξεραμένα
Και τα κορμιά που’ ναι τα χρόνια στοιβαγμένα
Μοιάζουν με σάκους φορτωμένους με δελτάρια
Εξοφλημένες οι επιταγές της ύπαρξής τους
Σε αυταπάτες, εμμονές και παραισθήσεις
Είναι τα τραύματα οι μόνες τους αισθήσεις
Και η απόγνωση παντοτινή φωνή τους
Ποιος να τους κάλεσε άραγε σ’ αυτό το δείπνο;
Η οφειλή μιας ζωής αποστερημένης;
Η πληρωμή μιας ύπαρξης τους χρεωμένης;
Ή της μνήμης μας το γερασμένο πια ενύπνιο;

Η Παρέλαση της Κυριακής
Η αιωνιότητα απέχει μόλις μια Κυριακή.
Αλλά ποιος ακολούθησε ποτέ
μέχρι το τέρμα
την Παρέλαση της μνήμης
ποιος διέσχισε τον Αχέροντα
του κυριακάτικου απογεύματος
και έφθασε –έστω- σαν ξέπνοο τσιγάρο
στο ξημέρωμα της Δευτέρας;
Κανείς.
Όλοι με θνητά πνευμόνια
και αθάνατες υποσχέσεις.
Όλοι ένα κουρελιασμένο σημαιάκι
που δεν κατάφερε να ανεμίσει ως το τέλος
της πομπής.

Υστεροφημία
Στον Βασίλη Λαλιώτη

Ταΐζω τα χέρια
που θα σβήνουν αύριο το κερί μου.
Δεν καταδέχεται ελεημοσύνες το “μετά”.

***

[Από τη τελευταία του ποιητική συλλογή“Η Ιστορία ενός Ανθρώπου”, εκδ. Μετρονόμος 2011]

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση