Γιώργος Μποϊλές: Αντίζηλοι…

Χειροκροτήματα ακολούθησαν την εμφάνισή της στην σκηνή. Στη θωριά της, η καρδιά του πήγε να σπάσει. Την κοιτούσε εκστασιασμένος. Αγέρωχη, όπως απαιτούσε ο ρόλος, περπατούσε και κινούνταν επάνω στο θεατρικό σανίδι. Η φωνή της υποβλητική, ξυπνούσε κάθε μόριο του κορμιού του. Το παρουσιαστικό της, παράταιρο του ρόλου, αλλά επιβλητικό στις ψυχές των θεατών. Την ένοιωθες να μεταμορφώνεται σε αετό και να πετάει, πάνω από τα κεφάλια του κοινού και η σκιά της να πλακώνει προστατευτικά τις αισθήσεις τους. Και σαν άνθρωπος, έβγαζε αυτή την αίσθηση προστασίας, όσο κι’ αν η ίδια την ζητούσε σε κάθε στιγμή. Εύθραυστη. Έτσι χαρακτήριζε τον εαυτό της, τις φορές που βρισκόταν με κόσμο. Έμενε να την κοιτάει να υποδύεται τον χαρακτήρα της με μάτια στυλωμένα στα μάτια και στους μορφασμούς του προσώπου της.
Την περίμενε στο καμαρίνι της. Άκουσε υπόκωφα το χειροκρότημα του καλωσορίσματός της στη σκηνή. Και μετά, ησυχία.
‘Πάλι τους μάγεψε’ σκέφτηκε.
Κοίταξε την ανθοδέσμη με τα 30 κόκκινα τριαντάφυλλα που υπήρχε πάνω στον πάγκο, δίπλα στα είδη maquillage που χρησιμοποιούσε εκείνη. Πήρε την κάρτα. Διάβασε:
Θα βρίσκομαι στην Πλατεία και θα σε βλέπω.
Θα σε κοιτώ και θα σε ερωτεύομαι όλο και πιο πολύ.
Δικός σου για πάντα.
Άγγελος Σταματόπουλος.
Τα μάτια της άστραψαν.
‘Πάλι αυτός. Τι θέλει πια; Γιατί δεν την αφήνει σε ησυχία;’ ρώτησε με θυμό τον εαυτό της, περιμένοντας άδικα απαντήσεις που τις ήξερε ήδη.
Ζήλευε. Ζήλευε κάθε άντρα και γυναίκα που τολμούσαν να ακουμπήσουν ένα βλέμμα πάνω στην αγαπημένη της, πάνω στον έρωτά της. Ζήλευε κάθε βλέμμα της αγαπημένης της, της μεγάλης Ευγενίας Αλεξοπούλου, που έπεφτε εσκεμμένα πάνω σε άλλον άνθρωπο, μόνο και μόνο για να την πικάρει. Την έκαιγε η συμπεριφορά της, της ξέσκιζε τα σωθικά ο παράφορος έρωτας που ένοιωθε για κείνη.
‘Δεν μπορώ άλλο αυτή την κατάσταση. Δεν αντέχω. Η Ευγενία είναι δική μου και θα παραμείνει δική μου. Ο κύριος Σταματόπουλος πρέπει να το μάθει. Και αφού δεν του το λέει αυτή, θα του το πω εγώ. Και σήμερα κιόλας’ τόνισε αποφασιστικά στον εαυτό της.
Πήρε το παλτό της από την καρέκλα που το είχε αφήσει, το φόρεσε, πήρε και την κάρτα και βγήκε από το καμαρίνι. Κατευθύνθηκε προς την Πλατεία. Αναζήτησε τον Άγγελο μέσα στους θεατές των πρώτων σειρών. Δεν άργησε να τον ανακαλύψει. Παρατήρησε την προσήλωση με την οποία παρακολουθούσε την Ευγενία να ‘χορεύει’ πάνω στην σκηνή. Τον είδε να λάμπει, παίρνοντας λίγη από την λάμψη της ηθοποιού. Φώναξε κοντά της μία ταξιθέτρια, έγραψε ένα μήνυμα σε μία κάρτα και της το έδωσε να του το παραδώσει. Κατευθύνθηκε προς το bar του θεάτρου και, αφού παρήγγειλε μία βότκα με λεμόνι, κάθισε σε ένα τραπέζι και περίμενε. Δεν θα περίμενε για πολύ, όπως το είχε προβλέψει.
Ένιωσε ένα χτύπημα στην πλάτη του. Παραξενεύτηκε. Ποιος μπορεί να τον ενοχλεί τέτοια στιγμή; Γύρισε το κεφάλι του προς την πηγή του χτυπήματος, χωρίς να αφήσει τα μάτια του από την σκηνή. Η ταξιθέτρια, χωρίς ίχνος χρονοτριβής, του παρέδωσε ένα σημείωμα. Το κράτησε στο χέρι του χωρίς να το ανοίξει.
Ήταν η στιγμή που απήγγειλε τον μεγάλο μονόλογο που υπήρχε στο κείμενο του έργου. Αν και προσηλωμένη στην αλληλουχία των λέξεων και των συναισθημάτων που επέβαλε ο μονόλογός της, τα μάτια της παρατήρησαν μία ταξιθέτρια να κατευθύνεται προς το μέρος που καθόταν ο Άγγελος. Κοντοστάθηκαν τα λόγια της περιμένοντας την εξέλιξη της ιστορίας στην πραγματική ζωή που παιζόταν στην πλατεία του θεάτρου, αλλά ανέκτησε την αυτοκυριαρχία της αμέσως και συνέχισε. Τελείωσε τον μονόλογο και περίμενε.
Άνοιξε το σημείωμα:
Θα σε περιμένω στο foyer του Θεάτρου.
Θέλω να μιλήσουμε.
Κατερίνα
υ.γ. καλύτερα να μη μάθει τίποτε η Ευγενία
Δίπλωσε το χαρτάκι και το έβαλε στην τσέπη του. Σήκωσε τα μάτια του στην σκηνή. Συναντήθηκε με το εξεταστικό και ανήσυχο βλέμμα της Ευγενίας. Προσπάθησε να την ηρεμήσει, προσποιούμενος ότι ήταν κάτι ασήμαντο. Περίμενε να φύγει για το καμαρίνι της, όπως το απαιτούσε ο ρόλος, και σηκώθηκε από την θέση του. Η πράξη του έργου είχε ακόμη ώρα για να ολοκληρωθεί και να γίνει διάλλειμα.
Προτού κάτσει δίπλα της, πήγε να πάρει μία σκέτη βότκα από το bar. Όση ώρα περίμενε την ετοιμασία του ποτού, προσπαθούσε να διαβάσει το πρόσωπο της Κατερίνας. Δύσκολο. Πρώτη φορά την παρακολουθούσε, έτσι επισταμένως και εξεταστικά. Ήταν μία γλυκιά κοπέλα, κάπου ανάμεσα στην ηλικία της Ευγενίας και την δική του. Είχε ακούσει διάφορα σχόλια για κείνη από το στόμα της Ευγενίας, χωρίς όμως να καταλάβει ποτέ τον ρόλο που έπαιζε η Κατερίνα στη ζωή της. Φήμες έλεγαν για συγγενικούς δεσμούς που είχαν μείνει στην αφάνεια, λόγω της μεγάλης καριέρας της ηθοποιού. Άλλες πάλι, μιλούσαν για ερωτικές σχέσεις ανάμεσα στις δυο τους, φήμες που είχε αρνηθεί μετά βδελυγμίας η Ευγενία. Πήρε το ποτήρι με την βότκα και κατευθύνθηκε στο τραπέζι.
Δεν ήθελε να τον κοιτάει, όση ώρα περίμενε να πάρει το ποτό του. Δεν ήθελε το βλέμμα της να προδώσει τον σκοπό της πρόσκλησης που του είχε κάνει. Στο μυαλό της, έπλεκε την ενδεχόμενη στιχομυθία, που επρόκειτο να λάβει χώρα ανάμεσά τους. Προσπαθούσε να είναι απόλυτα προετοιμασμένη. Πίστευε, ότι έπρεπε να έχει το επάνω χέρι. Και θα το είχε.
- Καλησπέρα.
- Καλησπέρα. Κάτσε.
- Ευχαριστώ.
- Προφανώς, θα αναρωτιέσαι τον σκοπό της απρόσμενης πρόσκλησης και συνάντησής μας.
- Δεν έχεις άδικο. Ήταν πολύ ξαφνικό, σε σημείο να με φοβίζει.
- Δεν θα χρονοτριβήσω να περάσω στο προκείμενο. Εξάλλου, σε λίγο τελειώνει η πράξη του έργου και θα έχουμε διάλλειμα. Δεν θέλω να μας δούνε εδώ τα μάτια της Ευγενίας.
- Γιατί;
- Αυτή η συζήτηση, μπορεί να έχει κύριο θέμα εκείνη, αλλά είναι μεταξύ εσένα και μένα και κανενός άλλου. Έγινα κατανοητή;
- Όσο καλύτερα γινόταν. Σ’ ακούω λοιπόν. Είμαι όλος αυτιά και περίεργος να μάθω τι συμβαίνει.
- Γιατί είσαι κοντά στην Ευγενία;
- Παρακαλώ;
- Αυτό που άκουσες. Σε ρώτησα κάτι απλό. Γιατί είσαι κοντά στην Ευγενία;
- Δεν νομίζω ότι είναι θέμα που σε αφορά, αλλά θα σου απαντήσω. Την αγαπώ την Ευγενία και θέλω να την κάνω γυναίκα μου. Μάλιστα, σήμερα, σκέφτομαι να το προτείνω και σε κείνη.
- Μάλιστα. Ενδιαφέρον.
- Δεν βρίσκεις;
- Πολύ. Όμως δεν μου απάντησες. Τι θέλεις από την Ευγενία; Τι μπορεί να σου προσφέρει; Τι μπορεί να προσφέρεις εσύ σε κείνη;
- Δεν της ζήτησα τίποτε. Μόνο να είναι κοντά μου. Τίποτε άλλο. Τα υπόλοιπα είναι δική μου δουλειά.
- Ποια υπόλοιπα; Και πολλά της ζητάς. Τι μπορείς να της δώσεις για αντάλλαγμα;
- Τη ζωή μου. Το είναι μου. Εμένα.
- Αυτά, της τα έχω δώσει εγώ. Και τη ζωή μου, και το είναι μου. Εγώ της έχω δοθεί ολοκληρωτικά και απόλυτα.
Ο Άγγελος έμεινε με ανοιχτό το στόμα να ακούει την Κατερίνα. Δεν πίστευε στ’ αυτιά του από την αποκάλυψη, που μόλις είχε ακούσει. Προσπάθησε να αρθρώσει λόγο.
- Εσύ; Από πότε; Πως;
- Εδώ και χρόνια. Στα κρυφά. Ζω στη σκιά της. Ποτίζομαι από τον ίσκιο της. Αναπνέω τις νύχτες πλάι της. Και πεθαίνω τις νύχτες μακριά της.
- Δεν το πιστεύω. Δεν πιστεύω αυτά που ακούω. Η Ευγενία τα έχει αρνηθεί όλα.
- Τι περίμενες; Να τα παραδεχτεί; Αυτή, είναι η Ευγενία Αλεξοπούλου, η μεγάλη τραγωδός. Πως θα μπορούσε να έχει σχέση ανάρμοστη. Πως; Κι’ όμως, εγώ είμαι αυτή που στέκομαι εκεί δίπλα της και της προσφέρω ένα ώμο να κλάψει, ένα χάδι να νοιώσει όμορφα, έναν έρωτα αληθινό και παντοτινό. Παράτησα τα πάντα για κείνη. Και δεν το μετανιώνω. Ποτέ δεν το μετάνιωσα.
- Και ‘γώ την αγαπώ. Με όλη τη δύναμη της καρδιάς μου.
- Η Ευγενία δεν έχει ανάγκη την αγάπη σου. Έχει εμένα.
- Εσύ, δεν είσαι άντρας.
- Για κείνη, είμαι και άντρας και γυναίκα. Είμαι όλα.
- Όχι. Δεν είσαι. Δεν μπορεί να την αγαπήσεις όπως ένας άντρας.
- Μπορώ να την αγαπήσω παραπάνω απ’ ότι ένας άντρας.
- Όχι από μένα.
Απορροφημένοι από τη συζήτηση, δεν πρόσεξαν την Ευγενία που είχε μπει στο foyer. Πάγωσαν όταν αντιλήφθηκαν την παρουσία της. Στάθηκε από πάνω τους, τους κοίταξε κατάματα, μια τον έναν μια την άλλη. Σιωπή που έσκιζε τα πάντα, πάγωσε ομιλίες, σκέψεις και ανάσες. Η Ευγενία δεν άργησε να μιλήσει.
- Μην ενοχλείσθε. Τελειώστε το μοίρασμα του κορμιού μου, της ψυχής μου και της ύπαρξής μου. Της αγάπης μου και της ζωής μου. Του έρωτα που νοιώθω για καθένα σας. Τελειώστε και πείτε μου το αποτέλεσμα. Χωρίς να είμαι εγώ εδώ μπροστά σας. Τελειώστε με το μέτρημα της αγάπη σας. Με το μέγεθός της. Ξέρεται κάτι; Από τότε που η αγάπη μετριέται με συμβατικούς όρους, έχασε το νόημά της. Έγινε εμπορικό είδος και μέσο ανταλλαγής. Κι’ όταν τελειώσετε, πείτε μου ποιον πρέπει να αγαπώ περισσότερο. Να μάθω και ‘γώ. Κανένας σας, δεν κατάλαβε. Κανένας σας.
Η Κατερίνα προσπάθησε να πει κάτι, αλλά την σταμάτησε η Ευγενία πριν καν ανοίξει το στόμα της. Συνέχισε ακάθεκτη και χειμαρρώδης.
- Βέβαια, για να είμαι δίκαιη, δεν περίμενα από σένα Άγγελε να καταλάβεις. Εσύ, είσαι ένα παιδί, ένα όμορφο παλικάρι που θαμπώθηκες από την λάμψη της μεγάλης ντίβας, τρομάρα μου. Με θεοποίησες. Με ανέβασες ψηλά. Και φοβάμαι. Όχι από το ύψος. Από το πέσιμο. Ενώ, από σένα Κατερίνα, περίμενα να καταλάβεις. Περίμενα να ξέρεις. Να ξέρεις γιατί είμαι κοντά του. Να ξέρεις, να καταλάβεις. Όσο κι’ αν είμαστε καλά μαζί, η επιβεβαίωσή μου ως γυναίκα, μόνο μέσα από τα μάτια και τα χέρια του Άγγελου μπορεί να έρθει. Μόνο μέσα από το άγγιγμά του μπορεί να αισθανθώ ξανά νέα, ξανά ποθητή, ξανά ερωτεύσιμη.
- Εγώ, δεν σε κάνω να νοιώθεις έτσι;
- Καλή μου Κατερίνα, το άγγιγμά σου είναι γλυκό, αισθησιακό και τρυφερό. Είναι όμως γυναικείο. Είναι άγγιγμα που καταπραΰνει πόνους αλλά δεν ανασταίνει πόθους. Και είμαι μία γυναίκα που δεν έχει μάθει να μην ζει με πόθο και πάθος. Δεν αντέχω. Το ξέρεις, δεν το ξέρεις;
- Το ξέρω. Δυστυχώς.
- Πρέπει να φύγω τώρα. Θα συνεχίσουμε μετά. Αφού τελειώσω. Λοιπόν, Κατερίνα έλα μαζί μου. Και ‘συ Άγγελε, πήγαινε πίσω και έλα μετά το τέλος στο καμαρίνι μου. Σήμερα, θα πάμε και οι τρεις σπίτι μου. Εντάξει;
Τα λόγια της, λειτούργησαν σαν εντολές επάνω σε προγραμματισμένα ανδροειδή. Χωρίς δεύτερη σκέψη, και οι δύο, σηκώθηκαν από τις θέσεις τους να εφαρμόσουν τις επιθυμίες της. Είχε αυτό το χάρισμα η Ευγενία. Έπαιρνε αυτό που ήθελε πάντα. Χωρίς δεύτερη κουβέντα. Χωρίς δεύτερη σκέψη. Ήξερε πάντα τον ρόλο της. Ήταν μία ντίβα. Μία ντίβα μόνη. Μία ντίβα που έπαιρνε αγάπη από δύο υπέροχα πλάσματα. Μία ντίβα ανικανοποίητη. Τρομάρα της.

Copyright©Γιώργος Μποϊλές

[στάχτες]

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία