Νίκος Σουβατζής, Σαν αιώνια νύχτα

souvantzis14.11

Άνοιξε τα μάτια κι όμως ήταν ακόμη σκοτάδι. Τόσο πηχτό που αναρωτήθηκε αν ήταν ξύπνιος ή αν ακόμη κοιμόταν. Γιατί αυτό που αντίκρισε δεν ήταν εύκολο να περιγραφεί. Οι πιο σκοτεινές νύχτες που είχε ζήσει μέχρι τότε, έμοιαζαν με παιδικό παιχνίδι. Αυτό ήταν κάτι άλλο. Θύμιζε θάνατο. Κάτι τέτοιες στιγμές είναι που επανέρχονται οι παιδικοί φόβοι. Όλα αυτά που κάποτε σε τρομοκρατούσαν και τώρα τα σκέφτεσαι και γελάς, ξαναγίνονται απειλητικά όταν αισθάνεσαι πολύ μικρός. Μόνο που είναι πολύ χειρότερα γιατί δεν υπάρχει πια η μητρική αγκαλιά. Μπροστά σ’ αυτό το σκοτάδι ένιωθε εντελώς ανήμπορος. Ένιωθε ότι τον είχε καταπιεί, ότι εκείνη τη στιγμή ότι κι αν συνέβαινε θα έμενε για πάντα κρυφό. Από παλιά ένιωθε φόβο για το σκοτάδι. Η στιγμή που ξάπλωνε στο κρεβάτι και έσβηνε το φως ήταν πάντα επώδυνη. Περνούσαν από μπροστά του γεγονότα στην πραγματική τους διάσταση και όχι αλλοιωμένα απ’ το φως. Τα συναισθήματα ήταν γυμνά και το γέλιο γινόταν εύκολα κλάμα. Το σκοτάδι σε κάνει να τα βλέπεις όλα πιο καθαρά. Το μυαλό είναι απόλυτα συγκεντρωμένο. Αισθάνεσαι πιο μόνος, πιο ξένος. Τότε είναι που βγαίνουν στην επιφάνεια αυτά που κατά τη διάρκεια της ημέρας βρίσκονται κρυμμένα στο πίσω μέρος του μυαλού. Βρίσκεις παρηγοριά στη σκέψη ότι το σκοτάδι δε θα κρατήσει για πάντα και ότι το φως της καινούριας μέρας είναι ένα νέο ξεκίνημα. Και σε παίρνει ο ύπνος. Καμιά φορά ίσως ονειρεύεσαι μια εποχή που οι μέρες είναι πάντα μεγάλες και φωτεινές. Ποτέ δεν περνάει απ’ το μυαλό σου ότι μπορεί μια μέρα, την ώρα που ξυπνάς και ανοίγεις τα μάτια, να αντικρίσεις το σκοτάδι. Και μάλιστα ένα σκοτάδι απόλυτο, απόκοσμο. Τότε είναι που αναρωτιέσαι αν ζεις και πρέπει να τσιμπηθείς τόσο δυνατά ώστε ο πόνος να σε κάνει να αισθανθείς ζωντανός.

Ο φόβος τον κράτησε καθηλωμένο πολλή ώρα στο κρεβάτι. Σκέφτηκε να φωνάξει αλλά φοβόταν ακόμη και τη φωνή του. Άλλωστε σε έναν κόσμο που επικρατεί τόσος θόρυβος ποιος δίνει σημασία στις φωνές; Οτιδήποτε οικείο ήταν θαμμένο κάτω από ένα βαρύ μαύρο πέπλο. Το σπίτι του ήταν πια ένας άγνωστος, εχθρικός κόσμος. Ένα φουρτουνιασμένο πέλαγος. Τα μέσα με τα οποία θα μπορούσε να καλέσει σε βοήθεια, έμοιαζαν να βρίσκονται χιλιόμετρα μακρυά. Ακόμη κι ένας αναπτήρας που θα μπορούσε να σπάσει λίγο το σκοτάδι, στην κατάσταση που βρισκόταν ήταν αδύνατο να φτάσει στα χέρια του. Ήταν λοιπόν φυλακισμένος σε ένα τσιμεντένιο κλουβί μέσα στο απόλυτο σκοτάδι. Σε ένα σκοτάδι που θέριευε το φόβο. Σε ένα σκοτάδι που επειδή είχε καλύψει τα πάντα δημιουργούσε δικές του εικόνες. Τέρατα που ήταν έτοιμα να τον κατασπαράξουν. Έπρεπε έστω και για λίγο να ενηλικιωθεί για να πείσει τον εαυτό του ότι όλα αυτά που ένιωθε να τον απειλούν ήταν της φαντασίας του. Έφερε στο μυαλό του όλα αυτά που είχε αγαπήσει. Ανοιξιάτικα απογεύματα, τη θάλασσα του Σεπτέμβρη, τον ήλιο που αχνοφαίνεται μετά την καλοκαιρινή βροχή. Δημιούργησε μέσα του ένα φωτεινό κόσμο. Όταν υποχώρησε ο πανικός που τον είχε κυριεύσει, έβαλε με τη λογική του τα πράγματα σε μια σειρά. Έβλεπε πια καθαρά τους κρίκους της αλυσίδας που τον κρατούσε δεμένο. Για να νικήσει το σκοτάδι, έπρεπε να νικήσει το φόβο. Αυτό που τον έκανε ανίσχυρο μπροστά στο φόβο ήταν ότι ήταν μόνος εναντίον του. Έπρεπε να προσπαθήσει να επικοινωνήσει με τους ανθρώπους που βρίσκονταν γύρω του. Έστω και με πρωτόγονο τρόπο. Χτυπώντας τον τοίχο και περιμένοντας μια απάντηση.

Συγκέντρωσε όλη του τη δύναμη και σηκώθηκε όρθιος. Με τα χέρια προτεταμένα, σαν υπνοβάτης, προσπαθούσε να προσανατολιστεί και να βρει δρόμο. Κάποια στιγμή, ίσως αρκετή ώρα μετά, έφτασε στον τοίχο που χώριζε το διαμέρισμά του απ’ το διπλανό. Τόσο κοντά κι όμως τόσο μακρυά. Δε θυμόταν από πότε είχε να δει το γείτονά του. Αν τον έβλεπε στο δρόμο μπορεί να μην τον αναγνώριζε. Μπορεί να μη μιλούσαν καν την ίδια γλώσσα. Ίσως όμως μοιράζονταν τον ίδιο φόβο. Έσφιξε τη γροθιά του, κράτησε την αναπνοή του και χτύπησε με δύναμη τον τοίχο. Το πρώτο χτύπημα ακολούθησαν κι άλλα. Ακούγονταν σαν συνθηματική γλώσσα που καλούσε σε αντίσταση. Τώρα περίμενε μια απάντηση. Μπορεί να αργούσε, μπορεί και να μην ερχόταν ποτέ. Αυτό που είχε σημασία ήταν ότι στάθηκε όρθιος απέναντι στο φόβο του. Τον κοίταξε κατάματα και προσπάθησε να βρει συμμάχους για να τον πολεμήσει. Αυτό και μόνο έκανε το φόβο να φαίνεται λιγότερο δυνατός.

Photo©André Kertész, 1928

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία