Νίκος Βουτυρόπουλος, «Γάμα, Θήτα, Ο το μικρό»

voutiropoulos19.11

Από την ποιητική συλλογή «Το φεγγάρι πίσω από ψέματα», εκδόσεις Οδός Πανός

Γάμα
Η μέρα έβρεχε, εγώ έπινα καφέ προσπαθώντας να θυμηθώ παλιά ποιήματα. Είπα ψέματα, αυτή είναι η αλήθεια μου! Για ώρες μου ήταν αδύνατο να σκεφτώ έστω μια σίγουρη λέξη. Ουρανογραφίες… να που κάτι βρήκα!
Η ποίηση; Τίποτα παρά μια μέθοδος να βλέπεις απ’ το σκοτάδι, δηλαδή ό,τι προλάβεις μέχρι τα 12… άντε, λίγο αργότερα.
Εντόπισα τον ήχο των πουλιών.
Η άνοιξη κρύβεται
Η βροχή ψιθυρίζει
Αναζητώ τις ρίζες μιας αναπάντεχης περιπλάνησης, σκέφτομαι να διαλυθώ σε όλα τα στοιχεία του σύμπαντος, μήπως καταφέρω να επανέλθω όπως ήμουν, προτού με γνωρίσω, θυμάμαι ωστόσο την παιδική μου ηλικία, ταινία βουβού κινηματογράφου, να παριστάνω τον Σαρλό, κι όλοι οι θεοί να είναι πιο αστείοι απ’ τους ανθρώπους. Το γέλιο και ο πόνος είναι η μοναδική θρησκεία, δεν χρειάζονται άλλα ουσιαστικά. Θα έρθουν δύσκολα χρόνια, όλοι λέγανε, κι εγώ τους άκουγα, φωνές από μακρινά αστέρια που μόνο τις νύχτες νοσταλγούσα, προετοίμαζα κρυφά τη δικιά μου περιπέτεια, ενθουσιασμένος με τις κραυγές των ζώων, τις εμφανίσεις των σύννεφων, την επιδερμίδα των δέντρων και το χιόνι της Άνοιξης, τη λιωμένη καρδιά του χειμώνα, όπως μου μιλούσε η άχρονη όραση των εποχών.
Στο φως βρήκα απέραντες στιγμές
Στο σκοτάδι φόβο που ανατέλλει πάνω από πράξεις
Έτσι, αρνήθηκα τον ύπνο μετά από αιώνες αγωνίας
Κι έψαξα ένα μικρό κοχύλι στην αμμουδιά του χειμώνα
Με ανάσες κυμάτων και τον ήλιο
Να πυρπολεί βήματα αγαπημένων προσώπων
Καθώς έρχονται από την σιωπή της θάλασσας
Και χάνονται σε άγνωστους προορισμούς
Τίποτα δεν είναι αρκετό, όταν γίνεται κουβέντα για χαμένες εποχές. Είναι γιατί δεν συμβαίνουν ταραχές σε χορδές γελαστών τοπίων, αφού μυστικές φωνές συνηχούν με σκέψεις, και σκυφτοί οδοιπόροι αντανακλούν σε λιθόστρωτα παρακμής. Με άλλα λόγια έπρεπε να προχωρήσω, ήταν μια χίμαιρα που βάραινε κάθε λεπτό, μόλο που συχνά την έπνιγα, λες κι είχα τη δύναμη να τεμαχίσω  μυθολογικά τέρατα. Ιδεολογία μου ήταν η άρνηση του μύθου που ποτέ δεν ξεφορτώθηκα, το αντίθετο μάλιστα, έφτιαξα αρκετούς από δαύτους, να με συνοδεύουν σε μοναχικά παραληρήματα. Στο τέλος με σύντριψαν οι μύθοι, αρρώστησα και… έχω μισο-ξεχάσει τις παιδικές προσευχές, φαντάζομαι ώρες-ώρες πως αυτές θα με γλίτωναν από όσα δεν κατάλαβα. Τοιουτοτρόπως η θλίψη μου είναι για γέλια.

***
Θήτα
Συμβάντα και σύμβολα
Κάποτε διάβαζα τις Γραφές
Υπάκουος στις μητρικές χειρονομίες
Και γνώρισα τον πατέρα μου
Όταν κατάλαβα πως γερνάω.
Μήπως γνωρίζουμε κάποιον
Απ’ το βασίλειο της Σιωπής;
Συμβαίνει στους ικανοποιητικά απρόσεκτους
Και πιστούς μιας βαλτότοπης αντίληψης.
Αντέγραψα στιχάκια για γελαστά κορίτσια
Ποτέ δεν τους τα ‘δωσα
Αφού κατοικούσα στο κουκλοθέατρο της αυλής μου.
Έζησα όσα ονειρεύτηκα
Μόνο που ήταν Άνοιξη διαφορετική
Φριχτής συντομίας.
Έτσι. οι πληγές πληθαίνανε με τα χρόνια…
Μάρτυρες της μοναξιάς
Όσοι δεν την αντέχουν
Καταντούν παράδοξοι
Δαίμονες θλίψης.
Συμβαίνουν ωστόσο αναπάντεχα διλήμματα
Και τραγούδια της κόλασης
Και αξεπέραστες καχυποψίες
Όταν οι αλήθειες βρίσκονται σε διωγμό
Από καταστάσεις των πράξεων.
Κορυφές τοπίων δείχνουν αναίμακτες εποχές
Όσο η μνήμη αντιδρά στην πραγματικότητα.
Για σκέψου!

***

Ο μικρό
Είδα πατρικές συμβουλές να συντρίβονται σε παθιασμένα κύματα
Είδα φώτα αγάπης να ζητούν εξιλέωση
Τυφλωμένος γυρνούσα σε δρόμους με ληστές
Ώσπου να γίνω καχύποπτος, σαν εκτόνωση
Μιας ιστορίας που δε γράφεται ποτέ
Διωγμένος απ’ την μνήμη συμβάντων με άγνοια
Παραμιλάω σε πάρκα όταν λείπει η στοργή.
Κοίταξα τα μάτια της νύχτας
Και στάθηκα στην άκρη του σχίσματος
Αδύναμος να αποφασίσω.
Δεν υπάρχει επιστροφή για όσους
Γύρισαν την πλάτη στους καιρούς.
Και η αυγή καυτό μαρτύριο
Για τους θαμμένους της συνείδησης.
Ξυπνώ αγωνίες, σφραγίζω πελάγη
Αντικρύζω συνήθειες, με κουράζουν οι ανησυχίες
Κλαδιά του πικρού αδιέξοδου, λατρεμένης ασχολίας,
Αφού ελλείψεις τρέχουν φωνάζοντας
Κι εγώ αναμετριέμαι με λέξεις. Πφφφ…
Πιστεύω επιφωνήματα
Μου φαίνεται, είναι ό,τι έμεινε από
Τον μόχθο των απόψεων
Στη γη των ανθρώπων. Αμήν.
Παραμένω επιρρεπής. Ξανά Αμήν.
Αλλά είναι αυτή η χλόη με τα λεπτά σώματα
Όταν κρύβονται οι χειμώνες
Τη γνωρίζω από μεταφράσεις ψυχών
Όταν σταματάνε οι ερμηνείες
Τότε κάτι μπορεί να συμβεί
Πέρα απ’ τις σημασίες.
Λιθογραφώ αποσπάσματα απ’ το αύριο
Όλα τ’ άλλα είναι μακρινές απολαύσεις,
Λάτρης της παγκόσμιας φιλίας ξυπνάω
Να πάω δουλειά όταν πουλιά κελαϊδάνε
Και σειρήνες προειδοποιούν για φόβους.
Συχνά εξατμίζω φυγές ενός κόσμου άλλου
Ολόκληρου μες την ατέλεια μου.
Τα καλοκαίρια περνώ με θάλασσες
Και νότες κρυφές. Ώσπου να καταλάβω λίγο
Το, χε χε… ανείπωτο

copyright©Νίκος Βουτυρόπουλος

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση