Αντώνης Θ. Παπαδόπουλος, “Διαβάζοντας Μπλάζε Κόνεσκι”

Πρωτόπιασα την ποιητική συλλογή του Σλαβομακεδόνα ποιητή Μπλάζε Κόνεσκι, που τιτλοφορείται «Η κεντήστρα» με αρκετή περιέργεια και ενδιαφέρον. Γιατί, πρέπει να ομολογήσω, ότι ήταν η πρώτη μου επαφή με βιβλίο λογοτέχνη από τον ευρύτερο γιουγκοσλαβικό χώρο. Κάποια βιβλία του Μίλοβαν Τζίλας που είχα μέχρι τότε διαβάσει, δεν πρέπει να υπολογίζονται, αφού ανήκουν σε άλλη κατηγορία συγγραφικών πονημάτων. Πάντα είχα, ωστόσο, την επιθυμία και να γνωρίσω περισσότερο το έργο λογοτεχνών του ευρύτερου βαλκανικού χώρου, αφού οι μέχρι τότε, πενιχρές είναι αλήθεια, επαφές που είχα, μου είχαν χαρίσει ζωηρές συγκινήσεις, όπως λόγου χάρη η ποίηση του Τούρκου Ναζίμ Χικμέτ ή του Βούλγαρου Βαπσάρωφ κ.ά.

      Να, λοιπόν, που τώρα μου δίνεται η ευκαιρία να γνωρίσω, χάρις την ευγενική προσπάθεια του βαλκανικού και Παρευξείνιου Συνδέσμου Πνευματικής Συνεργασίας και των εκδόσεων «Αίμος», κάποιες σελίδες από ένα σπουδαίο σε ποσότητα, αλλά και ποιότητα έργο ενός ακόμα βαλκάνιου λογοτέχνη, που έχει εξασφαλίσει την εκτίμηση των πνευματικών ανθρώπων του τόπου του, αλλά, που έχει αφήσει και άριστες εντυπώσεις και έξω από αυτόν, όπως, μάλιστα, αναφέρει στον πρόλογο του βιβλίου ο Κώστας Βαλέτας «Ο Κόνεσκι είναι δάσκαλος του γένους του», – λόγος με ιδιαίτερο βάρος και χωρίς, όπως φαίνεται, καμιά δόση υπερβολής, αν σκεφτεί κανένας, ότι ο Μπλάζε Κόνεσκι, πέρα από ένα πλούσιο λογοτεχνικό έργο, που από μόνο του θα αρκούσε να του προσδώσει ένα τόσο τιμητικό και σπουδαίο τίτλο, προκειμένου, μάλιστα, για συγγραφέα μιας νεοσύστατης χώρας, έχει στο ενεργητικό του και σπουδαίο φιλολογικό έργο, που περιλαμβάνει, όπως μας πληροφορεί ένας μελετητής του έργου του, ο συμπατριώτης του Μίτια Μάνεφσκι, και αρκετά ( «κεφαλαιώδη» τα χαρακτηρίζει ) έργα από τον τομέα της μακεδονολογίας και της λογοτεχνικής ιστορίας και ήταν συντάκτης ενός τρίτομου λεξικού της σλαβομακεδονικής διαλέκτου, καθηγητής και πρύτανης του πανεπιστημίου «Κύριλλος και Μεθόδιος των Σκοπίων» και ο πρώτος πρόεδρος της Ακαδημίας Επιστημών και Καλών Τεχνών της γειτονικής νεοσύστατης χώρας.
Δεν είναι εύκολο για ένα απλό, καλοπροαίρετο αναγνώστη, όπως εγώ, που αγνοεί πρόσωπα, πράγματα και τόπους μιας ξένης χώρας να κατανοήσει απόλυτα τα πραγματικά στοιχεία, που περικλείνει το έργο ενός συγγραφέα της. Αυτό το στοιχείο, αλλά και η δυσκολία μεταφοράς ατόφιας της ποιητικής φρεσκάδας σε μιαν άλλη γλώσσα από εκείνη, που αρχικά γράφτηκαν οι στίχοι, όσο ικανοποιητική κι αν είναι η μετάφραση, θα μπορούσαν να αποτελέσουν εύκολες δικαιολογίες για να αποτρέψουν την ανάγνωση, πολύ περισσότερο την προσπάθεια βαθύτερης και ουσιαστικότερης μέθεξης, για συναγωγή κασταλαγμένων εντυπώσεων και αισθητικών αποτιμήσεων. Δεν είναι οι δικαιολογίες αυτές, ωστόσο, αρκετά πειστικές, αφού το λογοτεχνικό έργο, όπως και κάθε άλλο έργο τέχνης άλλωστε, έχει τη δύναμη να αποκαλύπτει τη λάμψη της αξίας του, υπερπηδώντας τέτοια εμπόδια, απαράλλακτα όπως το φως, που μπορεί να σκορπάει τη λάμψη του, πέρα από το γυαλί των λαμπτήρων του και όπως η φωτιά, που μπορεί να απλώνει τη θαλπωρή της πέρα από τη θράκα. Κι αν μεταφρασμένοι οι στίχοι χάνουν κάτι από τη λάμψη τους, διατηρούν και μπορούν να μεταδώσουν στον αναγνώστη, ωστόσο, μεγάλο μέρος από τη ζεστασιά, που αρχικά τους χαρίστηκε από το ταλέντο του δημιουργού τους.
Σκέφτομαι αυτή τη στιγμή το πασίγνωστο τραγούδι «Λιλί Μαρλέν». Δεν μου είναι καθόλου περίεργο, που ανεξάρτητα από τις προθέσεις του συνθέτη και του στιχουργού του, το τραγουδούσαν οι φαντάροι και των δύο αντιμαχόμενων πλευρών, στα διαλείμματα χαλάρωσης και περισυλλογής ( να θυμηθούμε εδώ τις συγκινητικές εικόνες από την ομώνυμη ταινία του Φασμπίντερ ). Ανάλογα σκέφτομαι και όταν διαβάζω ποιήματα του Μπλάζε Κόνεσκι, όπως «ο βαρύς χορός Τέσκοτο». Να πως τελειώνει αυτό το ποίημα του ο ποιητής: «Ω Τέσκοτο! Ήσουν μαύρης σκλαβιάς αλυσίδα, / ως την ώρα που πήρε τα όπλα ο λαός / κι έκανε το μίσος αιώνων ελπίδα / και της μεγάλης εξέγερσης έγινες χορός! / Φούντωσες μέσα στις φλόγες, στο αίμα, / πρόσταγμα έγινες μες στη βροντή / άστραψε φως κι έσβησε το ψέμα / απ’ άκρη σ’ άκρη στη γη την πατρική».
Μπορεί να αγνοώ τα βήματα του χορού «Τέσκοτο». Μπορεί να αγνοώ το ρυθμό και τα λόγια των τραγουδιών του. Συγκίνηση, όμως, μου προκαλούν οι στίχοι αυτοί του Κόνεσκι, καθώς μιλάνε για τούτο τον άγνωστό μου λεβέντικο χορό, που ξυπνά στις συνειδήσεις την αίσθηση της ανάγκης να ξεσηκωθούν ενάντια στη σκλαβιά και την καταπίεση. Τη θέση του «Τέσκοτο» την παίρνει τότε ο Πυρρίχιος και το τσάμικο κι η ποίηση σαν μια παγκόσμια γλώσσα ανάβει την ίδια φλόγα και στη δική μου καρδιά.
Τα ίδια αισθήματα θα νιώσω κι εγώ όπως και ο κάθε πατέρας όταν παίζει με το παιδί του και σίγουρα τα ίδια λόγια θα ψιθυρίσουμε μαζί με τον ποιητή σε μια τόσο τρυφερή στιγμή, όπως αυτή που περιγράφεται στο ποίημα «Παίζοντας μ’ ένα παιδί»: «Για κάθε τι το σκοτεινό και δύσκολο στον κόσμο / ένα χαμόγελο έχω πατρικό / κι έχω μ’ αυτό πιο ήσυχο τον πόνο…», κι όταν, πάλι, ακούμε τον ποιητή να μας ψιθυρίζει σε κάποιο άλλο σημείο του βιβλίου του πικραμένος: «Τριάντα χρόνια. Και τι έχει γίνει; / Τριάντα τσακισμένα λαγήνια. / Κι έχω κλεισμένα τα νιάτα μου μέσα / σ’ ένα κλουβί από ρυτίδες». Η αίσθηση των χαμένων προσπαθειών και του χρόνου, που «κύλησε ανωφέλητα» όπως θα ‘λεγε και ο Καβάφης, γίνεται άμεσα κατανοητή και μπορούμε να συμμεριστούμε απόλυτα την πίκρα του και τον καημό του. Τι κι αν αυτός συνειδητά ή ακόμα και χωρίς ενδεχομένως να το συνειδητοποιεί, εγκιβωτίζει στους παραπάνω στίχους του το πικρό καταστάλαγμα από τη ζοφερή πραγματικότητα των γραφειοκρατικών παραμορφώσεων, που εκτροχίασαν, μετά το τέλος του πολέμου, τη δυναμική ενός ηρωικού λαϊκού αντιστασιακού κινήματος, πνίγοντας τη θέληση και τον ενθουσιασμό του; Τι κι αν εμείς, από την άλλη πλευρά, δε βιώσαμε παρόμοιες κοινωνικές συνθήκες, αφού η αίσθηση της ματαιότητας και του καιρού που περνάει χαμένος, δε μας είναι καθόλου ξένη, καθώς κι εμείς εδώ βιώνουμε την καθημερινή μας αλλοτρίωση, παραμένοντας τραγικοί εραστές των ονείρων; Η ποίηση του Μπλάζε Κόνεσκι έρχεται κοντά μας σαν το γάργαρο νερό, φρέσκια κι ολόδροση, κελαρύζει στα αυτιά μας, ευφραίνει το νου και την καρδιά, όπως κάθε σπουδαία και αληθινή ποίηση πέρα και πάνω από καιρούς και τόπους.
Κλείνοντας τη σύντομη παρουσίαση, δεν αντέχω στον πειρασμό να σας διαβάσω ολόκληρο ένα ποίημα του Μπλάζε Κόνεσκι, που τιτλοφορείται «Η λίμνη»: «Συλλογισμένος, βγαίνεις με την ίδια καταραμένη σκέψη, / σαν κεντρισμένος ανακαλύπτεις στο κατώφλι, / για μυριοστή φορά τον κόσμο. / Λίμνη κάτω απ’ το γαλάζιο πέπλο της Μπελάσιτσας. / Πράσινος περίγυρος από πλατάνια και κυπαρίσσια / κι είναι αρκετή μια ανθρώπινη στιγμή μονάχα / να γίνει ετούτη η ομορφιά συνηθισμένη / να βυθιστεί μέσα σου, να γίνει στάχτη, να εξαφανιστεί / και συ να γίνεις πάλι άτυχος άνθρωπος / σαν τους πιο πολλούς ολόγυρά σου. / Κι όμως, πόσο αξίζει, το διάλειμμα αυτό / ανάμεσα σε δύο τύψεις συνείδησης!». Σαν τον ποιητή «συλλογισμένος» πήρα κι εγώ «με την ίδια καταραμένη σκέψη» το βιβλίο του στα χέρια μου και «σαν κεντρισμένος» ανακάλυψα «για μυριοστή φορά τον κόσμο», σ’ ένα σύντομο διάλειμμα συντροφιά με την ομορφιά και τη χάρη της ποίησής του. Μπορώ, λοιπόν, αβίαστα και εγώ να βεβαιώσω «πόσο αξίζει το διάλειμμα αυτό…». (*)

——————–
(*) Κείμενο ομιλίας που διαβάστηκε στα πλαίσια εκδήλωσης αφιερωμένης  στη συνεργασία των λογοτεχνών των Βαλκανικών χωρών, που οργάνωσε στις 2 Νοεμβρίου 2000 ο Νέος Πνευματικός Κύκλος Καλλιθέας στην αίθουσα του Δημοτικού Συμβουλίου του Δήμου Καλλιθέας σε συνεργασία με τον Βαλκανικό Σύλλογο «Αίμος». Το κείμενο αυτό πρωτοδημοσιεύτη-
κε στο περιοδικό «Αιολικά Γράμματα»,τευχ. 187, Γενάρης – Φλεβάρης 2001, σελ. 77.
Το κείμενο αυτό εμπεριέχεται στο βιβλίο του Αντώνη Θ. Παπαδόπουλου, “Δοκίμια”, εκδ. ΡΕΩ, 2010

*** 
[Ποιείν]

Comments Off

Filed under critique, Δοκίμιο, Ξένη Λογοτεχνία