Elena Ferante: απόσπασμα από “Μέρες Εγκατάλειψης”

staxtesPost9.5Μετάφραση : Σταύρος ΠαπασπύρουΕκδόσεις Άγρα 2004.

Άγγιξα με την παλάμη μου το τρίχωμα στο λαιμό του, εκείνος τινάχτηκε, χαλάρωσε τα σαγόνια, έβγαλε ένα απειλητικό γρύλισμα. Ήθελα να με συγχωρέσει γι’ αυτό που ίσως είχα κάνει, γι’ αυτό που δεν είχα κατορθώσει να κάνω. Τον τράβηξα κοντά μου, ακούμπησε το κεφάλι του στα πόδια μου. Εξέπεμπε μια άρρωστη ζέστη, που εισχωρούσε στο αίμα μου. Κούνησε αδιόρατα τ’ αυτιά, την ουρά. Σκέφτηκα ότι ήταν ένα σημάδι ευεξίας, ακόμα και η ανάσα του μου φάνηκε λιγότερο λαχανιασμένη. Είχα την εντύπωση ότι οι φαρδιές κηλίδες από γυαλιστερό σάλιο που απλώνονταν σαν σμάλτο γύρω απ’ το μαύρο περίγραμμα του στόματος είχαν παγώσει, λες και δεν είχε πια ανάγκη να εκκρίνει αυτούς τους χυμούς του πόνου.

     Πόσο αβάσταχτο είναι το θέαμα του κορμιού ενός ζωντανού πλάσματος που παλεύει με το θάνατο, και τη μια φαίνεται να νικάει, την άλλη να χάνει. Μείναμε έτσι, κι εγώ δεν ξέρω πόση ώρα. Η ανάσα του σκυλιού άλλοτε γινόταν πιο γοργή, όπως όταν είχε την υγειά του κι έκανε σαν τρελό για παιχνίδι, για τρέξιμο στο ύπαιθρο, για επιβραβεύσεις και χάδια, κι άλλοτε γινόταν ανεπαίσθητη. Ακόμα και στο σώμα του εναλλάσσονταν στιγμές τρεμουλιάσματος και σπασμών με στιγμές απόλυτης ακινησίας. Ένιωθα τα αποθέματα της ενέργειάς του να εξανεμίζονται σιγά σιγά, μου φάνηκε ότι ένα κουβάρι από παλιές εικόνες ξεδιπλωνόταν μπροστά μου : η τρεχάλα ανάμεσα στις λαμπερές σταγόνες του νερού που πότιζε το πάρκο, το γεμάτο περιέργεια σκάψιμο πίσω απ’ τους θάμνους, η μανία του να με ακολουθεί σε όλο το σπίτι, όταν περίμενε να του δώσω φαγητό. Αυτό το πλησίασμα του πραγματικού θανάτου, αυτή η ανοιχτή πληγή του μαρτυρίου του, ξαφνικά, ανέλπιστα, μ’ έκανε να ντραπώ για τον πόνο που είχα νιώσει τους τελευταίους μήνες, για κείνη την απίστευτη μέρα. Ένιωσα το δωμάτιο να ξαναμπαίνει σε τάξη, τους χώρους του σπιτιού να συνδέονται και πάλι μεταξύ τους, το πάτωμα να ξαναγίνεται συμπαγές, τη ζεστή μέρα να απλώνεται πάνω σε όλα τα πράγματα, μια κόλλα διαφανής.

     Πως μπόρεσα να αφεθώ τόσο πολύ, να διαλύσω έτσι τις αισθήσεις μου, την αίσθηση ότι είμαι ζωντανή. Χάιδεψα το Όττο ανάμεσα στ’ αυτιά κι εκείνος άνοιξε τα άχρωμα μάτια του και τα κάρφωσε πάνω μου. Είδα το βλέμμα ενός σκύλου-φίλου που, αντί να με κατηγορεί, ζητούσε συγγνώμη για την κατάστασή του. Έπειτα ένας έντονος σωματικός πόνος σκοτείνιασε τις κόρες των ματιών του, έτριξε τα δόντια και μου γάβγισε χωρίς αγριάδα. Λίγο αργότερα ξεψύχησε στα χέρια μου, κι εγώ ξέσπασα σ’ ένα κλάμα ασυγκράτητο, που δεν συγκρινόταν με κανένα άλλο κλάμα εκείνων των ημερών, εκείνων των μηνών.

       Όταν τα μάτια μου στέγνωσαν, όταν ακόμα και οι τελευταίοι λυγμοί έσβησαν στο στήθος μου, συνειδητοποίησα ότι ο Μάριο είχε ξαναγίνει ο καλός άνθρωπος που ίσως ήταν πάντα κι ότι εγώ δεν τον αγαπούσα πια.

[περιοδικό Στάχτες]

Photo © František Drtikol, 1920

Comments Off

Filed under Ξένη Λογοτεχνία, Πεζογραφία