Ποιητικές εξισώσεις

(ζωντανεύοντας και διασώζοντας κείμενα του Περιοδικού «Γαλέρα»)

Galera3BoukΧρυσά δεσμά και ανάπηρη ελευθερία

Από τον Παντελή Μπουκάλα

Με τους δημοσιογράφους που γίνονται υφυπουργοί, υπουργοί, γραμματείς ή ό,τι άλλο παύω να αισθάνομαι οποιαδήποτε οικειότητα και «συναδελφοσύνη», αν την ένιωθα όταν ανήκαν στον κλάδο, είτε δούλευαν πράγματι είτε ήταν περαστικοί που απλώς χρησιμοποιούσαν την τέταρτη εξουσία σαν ενδιάμεσο σταθμό προς την πρώτη, μεταχειρίζονταν δηλαδή σαν μέσο τα Μέσα.

Δεν μπορώ καν να χωνέψω τις κουτοπόνηρες ιδέες που κυκλοφορούν, πως είναι, λέει, ένα ωφέλιμο όπλο η εξοχότης τους για να προωθήσουμε τα συμφέροντα της συντεχνίας, ποντάροντας στις αναμνήσεις των εξουσιαζόντων από τον καιρό που ήταν δημοσιογράφοι. Και κάθε φορά που τους ακούω να κολακεύουν τάχα τη ματαιοδοξία μας, αποκαλώντας μας μελιστάλαχτα «αγαπητούς συναδέλφους», στις συνεντεύξεις τους ή όταν τηλεπαραθυροφλυαρούν, κουμπώνω καλού κακού όλα τα κουμπιά, και κατακαλόκαιρο να ’ναι, και τραβάω και τα φερμουάρ, για να μη βρεθώ έκθετος στην «επίθεση αγάπης» που επιχειρεί ο υπεροπτικότατος πατερναλισμός τους.

Το ερώτημα πώς ένας μέτριος δημοσιογράφος μπορεί να ελπίζει ότι θα γίνει υπουργός (και όντως να γίνεται κάποτε), έχει μάλλον εύκολη απάντηση. Τόσοι και τόσοι μέτριοι υπούργεψαν, προερχόμενοι από ποικίλους κλάδους και χώρους, γιατί λοιπόν να μην αναλάβει κυβερνητικό αξίωμα κι ένας δημοσιογραφήσας που ούτε και η πιο σχολαστική και εξαντλητική ιστορία της δημοσιογραφίας δεν θα φροντίσει να καταγράψει την παρουσία του σε μια υποσημείωσή της έστω (εκτός πια για να αναφέρει την εξωδημοσιογραφική του δράση, το υπουργιλίκι του δηλαδή);

Το συναφές ερώτημα, πώς είναι δυνατόν ένας μέτριος δημοσιογράφος να γίνει καλός ή έστω καλούτσικος υπουργός, έχει τη σημασία του, αλλά δεν είναι του παρόντος, θα ασχοληθεί μαζί του ο ιστορικός του μέλλοντος. Δεν είναι επίσης του παρόντος, ίσως ούτε καν της αρμοδιότητας του μελλοντικού ιστορικού, το ποιες ψυχοπνευματικές διαδρομές μετατρέπουν ένα πρόσωπο σε ψυχρότατο, αράγιστο προσωπείο, κλέβοντάς του οποιαδήποτε θερμότητα διέθετε. Θα έχετε ήδη προσέξει, αγαπητοί, πόσο τεντώθηκε, μέχρι που ήρθε και πάγωσε, το πρόσωπο των δύο υπουργών που εξακολουθούν να αυτοπροσδιορίζονται σαν συνάδελφοι των δημοσιογράφων, του κ. Θεόδωρου Ρουσόπουλου, λέω, και του κ. Πάνου Παναγιωτόπουλου.

Ο Επικρατείας έχει να χαμογελάσει από το βράδυ των εκλογών, αφού η ιδιότητα του κυβερνητικού εκπροσώπου προϋποθέτει τη δύναμη να αυτοσυγκρατείσαι ώστε να μη σε πιάνουν τα γέλια όταν ασκείς την καθημερινή σου υποχρέωση να διαψεύδεις την πραγματικότητα. Ο της Απασχολήσεως, πάλι, πάει καιρός τώρα που αντικατέστησε το χαμόγελο της διαφήμισης (το χαμόγελο που διαφημίζει ότι είναι χαμόγελο, άρα λοιπόν δεν είναι) με το χαμόγελο της μηχανής. Ίσως με τη μεταμορφωτική δράση της Κίρκης-εξουσίας, να αποτυπώνεται και στην επιδερμίδα αυτό το κράμα αλαζονείας και πανικού που ταλανίζει το νευρικό σύστημα όσων αναλαμβάνουν ηνία, θώκους, «το μέλλον της χώρας», «το καλό του λαού και του τόπου» κ.λπ.

Αφού, λοιπόν, ο λόγος περί νευρικού συστήματος, ας θυμηθούμε ότι στις έντεκα του μηνός Οκτωβρίου, ο υπουργός Απασχολήσεως, κ. Παναγιωτόπουλος, ενοχλημένος από τις επίμονες δημοσιογραφικές ερωτήσεις για την ανεργία και το ύψος της, και κόκκινος από θυμό πια να αμφισβητείται η αυθεντία του κι όχι από λαϊκισμό, παρότρυνε τους «αγαπητούς του συναδέλφους» να προσέχουν το νευρικό τους σύστημα. Ο συν-συντευξιαζόμενος υφυπουργός του, ο κ. Γεράσιμος Γιακουμάτος, παρότι ιατρικής προελεύσεως, δεν προέβη σε γνωματεύσεις και δεν συνταγογράφησε φαρμακευτικές αγωγές, παρά αρκέστηκε να πει τα εξής παραπονεμένα: «Σας ενημερώνω ότι εμείς δεν είμαστε ούτε ακριβοπληρωμένοι των καναλιών ούτε σε πέντε δουλειές δημοσιογράφοι. Εμείς προσπαθούμε άμισθα να ενημερώσουμε τον ελληνικό λαό και αυτό το κάνουμε εις βάρος της υγείας μας και εις βάρος, αν θέλετε, της προσωπικής μας ζωής». Ώστε γι’ αυτό, λοιπόν, για τη δική μας ενημέρωση και μόνο, ξημεροβραδιάζονται γυρνώντας από καναλίου εις κανάλιον και από πανελίου εις πανέλιον (το «πανελλήνιον», ως γνωστόν, ετυμολογείται από το «πάνελ»)…

Σπολλάτη του τού κυρίου υφυπουργού, για το αυτοθυσιαστικό του φρόνημα. Μόνο που λαθεύει. Διότι για τις τηλεοπτικές του εμφανίσεις αποζημιώνεται, και μάλιστα αδρότατα: Χάρη στο «εικονικό» -πλην σκληρό- χρήμα με το οποίο αμείβεται (εννοώ τη συνεχή προβολή της εικόνας του, δεδομένου ότι ανήκει στους συνήθεις παραθυρόβιους), χάρη στη διαρκή ανατροφοδότηση της «αναγνωρισιμότητάς» του εκλέγεται βουλευτής και επιλέγεται για κυβερνητικό αξίωμα. Και προφανώς δεν είναι ο πλούτος του λεξιλογίου ή των ιδεών του κ. Γιακουμάτου, αλλά ο θορυβοποιός «αυθορμητισμός» του ο παράγοντας εκείνος που έχει πείσει τους καναλάρχες και τους εκπομπάρχες να τον διαλέγουν (προεκλογικά, μετεκλογικά, πάντοτε) σαν συνομιλητή και συνδαιτυμόνα σε λογιών λογιών εκπομπές (από τις ελαφρολαϊκές της πρωινής ζώνης έως τις σοβαροφανείς της βραδινής). Οι τηλεοπτικές εμφανίσεις αποτελούν γερή υποθήκη, σε εγγράφουν στην επετηρίδα της εξουσίας, όπως συνειδητοποίησε προσφάτως ο κ. Γ. Παπανδρέου, που διεμήνυσε πως, όταν έλθει εν τη εξουσία του, δεν θα επιλέξει τους υπουργούς με βάση τη θέση τους στη λίστα των τηλεοπτικώς διάσημων (υπάρχει πάντως αρκετός χώρος για να ενταφιαστεί κι αυτή του η «δέσμευση»: δίπλα στο μνημείο της «συμμετοχικής οικονομίας»).

Η υφυπουργική αναφορά στους «ακριβοπληρωμένους των καναλιών» ενόχλησε σφόδρα έναν εξ αυτών, τον κ. Νίκο Χατζηνικολάου του Άλφα. Και συζητώντας τηλεφωνικά στη διάρκεια του βραδινού δελτίου ειδήσεων, στις 11 Οκτωβρίου επίσης, κατσάδιασε (σε ένα ξέσπασμα που δεν του έλειπε η μελοδραματική θεατρικότητα) τον «πρώην συνάδελφο» κ. Παναγιωτόπουλο επειδή, παρότι «ξέρει», δεν προστατεύει τους «πρώην συναδέλφους» του. Πώς να τους προστατέψει; Ο κ. Χατζηνικολάου ήταν ταξικότατα και τοξικότατα σαφής: «Οι ακριβοπληρωμένοι δημοσιογράφοι είναι οι ελεύθεροι δημοσιογράφοι». Ακούσατε ακούσατε, αγαπητοί μη ακριβοπληρωμένοι δημοσιογράφοι, όσοι δεν μπορείτε ή δεν θέλετε να υπογράφετε συμβόλαια ορισμένου χρόνου με απολαβές που δύσκολα ισοφαρίζονται από την παραγωγή αποκλειστικά δημοσιογραφικού έργου, όσοι δεν θέλετε να παίρνετε ποδοσφαιρικά πριμ κάθε φορά που αλλάζετε κανάλι, όσοι τέλος πάντων δεν ανήκετε στην αριστοκρατία των «αναγνωρίσιμων», στους κόλπους της οποίας συγχέονται οι ρόλοι, τα αξιώματα και οι αξίες: Δεν είστε ελεύθεροι, ή τέλος πάντων είστε πολύ λιγότερο ελεύθεροι από τους «ακριβοπληρωμένους», που είναι δεν είναι πάνω από είκοσι, άντε πενήντα, μεταξύ χιλιάδων.

Ελεύθερος, λοιπόν, ο δημοσιογράφος ο οποίος, ακριβώς επειδή αμείβεται αδρότατα, έχει εθιστεί σε έναν πλουσιότατο τρόπο ζωής, που για να συνεχίσει να τον απολαμβάνει είναι απολύτως εξαρτημένος από το αφεντικό του (και από την AGB, βεβαίως βεβαίως). Ελεύθερος ο δημοσιογράφος που, συμφωνώντας μυθικές απολαβές με τον καναλάρχη απευθείας (και όχι βέβαια με κάποιον διευθυντή), δυσκολεύεται να μην υπηρετήσει τα συμφέροντα του αφεντικού, εξού και οι κραυγαλέες οβιδιακές πολιτικές μεταμορφώσεις αρκετών τηλεαστέρων, οι οποίοι προσαρμόζουν το ρεπερτόριό τους ανάλογα με τις παραγγελιές του εκάστοτε εργοδότη τους. Ενώ όσοι παίρνουν τη σύμβασή τους ή κάτι παραπάνω, άρα μπορούν να τα βροντήξουν οποιαδήποτε στιγμή αντιληφθούν ότι «παρενεχλούνται», αφού το μικρό ή μικρομεσαίο στάτους τους δεν θα διασαλευτεί, όσοι δεν έχουν στην αποθήκη του κινητού τους τα τηλέφωνα του μισού υπουργικού συμβουλίου, όσοι δεν είναι εργοδότες «συναδέλφων» τους (ναι, ουκ ολίγοι «καλοπληρωμένοι δημοσιογράφοι»-παραγωγοί είναι αρκετά σφιχτοχέρηδες εργοδότες προλετάριων συναδέλφων τους, τις κρυφές κάμερες άλλωστε και τα κρυφά μαγνητόφωνα δεν πάνε να τα τοποθετήσουν οι φίρμες), αυτοί δεν είναι ελεύθεροι ή, εν πάση περιπτώσει, γεύονται μια ελευθερία «ανάπηρη», όπως εκείνη που ξόρκιζε ο Μιχάλης Κατσαρός.

Και τα χρυσά δεσμά, δεσμά είναι. Μόνο που γυαλίζουν. Κι επειδή γυαλίζουν, ζαλίζουν.
Δημοσιεύθηκε στη «Γαλέρα» 11.11.2005 

Photo © Kevin Adams, 1989

Comments Off

Filed under Δοκίμιο, επιφυλλίδες, Κοινωνία-Πολιτική