Δημήτρης Φύσσας: Μαυρουδής – Γουδέλης και τα νέα τους βιβλία (ΙΙΙ)

Μέρος Τρίτο και Τελευταίο

Διαβάστε το Πρώτο και το Δεύτερο μέρος

mavroudis-porΚώστας Μαυρουδής, επιλογή από το “Η αθανασία των σκύλων”

5.

Τι απέγινε μετά το ’90 ο στρατός των χιλιάδων ανατολικογερμανικών σκύλων που φρουρούσαν το τείχος του Βερολίνου; είναι δύσκολο να καταλάβουμε την εικόνα, γιατί σήμερα στη θέση του τείχους δεν υπάρχει τίποτε. Οι μεθοριακές δυνάμεις της Λαϊκής Δημοκρατίας χρησιμοποιούσαν πάνω από πέντε χιλιάδες ζώα, αλλά όχι αποκλειστικά λυκόσκυλα, μας λέει ένας Γερμανός συγγραφέας. Αμέσως μετά το άνοιγμα του τείχους η δυτικογερμανική εταιρεία Προστασίας των ζώων άρχισε τις διαπραγματεύσεις με το υπουργείο Αμύνης του Ανατολικού Κράτους. Στις 18 Ιανουαρίου του 1990 ανακοίνωσε ότι οι σκύλοι του τείχους μπορούσαν να μεταναστεύσουν στην Ομοσπονδιακή Γερμανία. «ευαίσθητοι μοναχικοί, πολύτεκνες οικογένειες, συμπονετικοί ζωόφιλοι, εκδήλωσαν την επιθυμία να δεχτούν ένα σκύλο». Τότε όμως ο δυτικογερμανικός «Σύνδεσμος Φίλων του Λυκόσκυλου» αποφάνθηκε ότι η αποδοχή από απροετοίμαστες οικογένειες ήταν επικίνδυνη, γιατί ήταν αδύνατη η αναπαιδαγώγηση αυτών των ζώων. Οι λαϊκές εφημερίδες τα χαρακτήριζαν «δολοφονικά κτήνη, αντικοινωνικά και ψυχικά ασταθή». Στην πραγματικότητα οι σκύλοι του τείχους ήταν θύματα. «Είχαν στερηθεί για πολύν καιρό τη σχέση με το αφεντικό, ενώ επιπλέον ήταν ανεκπαίδευτοι, απομιμήσεις φυλάκων στην ουσία, ακίνδυνα ομοιώματα του μύθου τους». Πολλοί έσπευσαν να υιοθετήσουν λυκόσκυλα. Ακόμη και πλούσιες κυρίες ταξίδεψαν από τη Νέα Υόρκη για να αγοράσουν κάποιο και να το βάλουν στο διαμέρισμά τους, στην 5η Λεωφόρο. Με τον καιρό τα ζώα βρήκαν στέγη και κατάφεραν να ξεπεράσουν τις μικρές δυσκολίες της δυτικής ζωής, τις κυλιόμενες σκάλες, την κίνηση του ασανσέρ, το φόβο των άγνωστων μικρών σκυλιών ράτσας. Η προσαρμογή ήταν άριστη. «Μόνον καμιά φορά, όταν τα νέα δυτικά αφεντικά τύχαινε να τα πάνε βόλτα εκεί που άλλοτε ήταν το τείχος, τα ήρεμα ζώα γίνονταν νευρικά και ανυπάκουα, ακολουθώντας, χωρίς παρέκκλιση, μία μόνο, συγκεκριμένη, διαδρομή. εκεί που ακόμα και οι Βερολινέζοι δεν μπορούσαν να πουν πού ακριβώς υψωνόταν το τείχος, οι σκύλοι βάδιζαν με βεβαιότητα σε μιαν αθέατη ευθεία, σαν να αναγνώριζαν ή να νοσταλγούσαν κάτι».*

* Από το διήγημα του Peter Schneider «Τα σκυλιά του τείχους» (μτφ. Δ. Κούρτοβικ).

vintage_under

9Α.

Ελάχιστους έχω ξεχάσει. Ακόμα κι εκείνους που ποτέ δεν είχα στην ευθύνη μου τους θυμάμαι αμέσως. Όχι ονόματα ή προσωπικά, τη φυσιογνωμία όμως αλάνθαστα. Αυτόν είχα χρόνια να τον δω. Φιλοσοφική. Γέρασε. Με γυαλιά πάντα και φουλάρι. Τον ταλαιπωρήσαμε λίγο. Καθυστερήσεις στο διαβατήριο τα καλοκαίρια και δυο-τρεις επισκέψεις. Τον είδα αστραπιαία μετά από χρόνια, το ’89 ή ‘90, στο τμήμα της Κηφισιάς. Πού να φανταστεί ποιος είμαι. Κάποτε πέρασε δίπλα μου σε μια συγκέντρωση. είχαμε κατέβει με συναδέλφους, οικογενειακώς. Στην υπηρεσία έλεγαν: «Παρακολουθούμε όπως ο Θεός. Ο ελεγχόμενος είναι ανύποπτος, αλλά καταγράφεται». Στην Πανεπιστημίου ένα μεσημέρι –με ακουστικά στα αυτιά– έβλεπε αφοσιωμένος την τάφρο του Μετρό, είχαν βρεθεί αρχαίοι τάφοι. Τον είδα και πριν τους Ολυμπιακούς, μετέφερα τις τροφές όπως κάθε μεσημέρι, με βροχές ή με καύσωνα, στα αδέσποτα. Σαν να φροντίζω τον πατέρα μου –λέω σ’ όσους ρωτούν ειρωνικά για τις φροντίδες μου–, όταν στο τέλος τα ’χε χαμένα και περιφερόταν άσκοπα. Αν δεν του έβαζες να φάει, δεν τον έπλενες, ήταν ανήμπορος να ζήσει. Άφηνα φαγητό, όπως κάθε μέρα, στη μικρή αγέλη που περνούσε τα μεσημέρια απ’ το Ζάππειο. Έρχονταν απ’ την Ερμού με μια στάση στα Mac Donalds και επέστρεφαν απ’ την ίδια διαδρομή. Εγώ έδωσα τα ονόματα που τους έβαλε ο δήμος στο λαιμό. Στάθηκε για λίγο και κατάλαβα πως κοίταζε καχύποπτα: «Κάποιο τέρας κρυμμένο στους θάμνους, ποιος ξέρει τι επιχειρεί να δώσει στα αδέσποτα.

vintage_under

14.

Στις 5 Οκτωβρίου του 1955, οι πρωινές εφημερίδες ανακοίνωσαν με δραματικά οκτάστηλα και μαύρα περιγράμματα το θάνατο του Αλέξανδρου Παπάγου. Ο κ. Τ. ταξίδεψε σιδηροδρομικώς εκείνη τη νύχτα. είχε συνοδέψει την κατά πολύ νεότερη σύζυγό του, σοβαρά άρρωστη, από την επαρχία στην πρωτεύουσα. Τη μεθεπόμενη ημέρα θα έφευγε με τη μεγαλύτερη αδελφή της, για μιαν αμφίβολης εκβάσεως εγχείρηση στο Μόναχο. Μπορούμε να πούμε πως ο κ. Τ., ακούγοντας πια την αντίστροφη μέτρηση σ’ αυτή τη μακρόχρονη ιστορία, είχε αρχίσει να χρησιμοποιεί έναν ιδιαίτερο τρόπο για να εξημερώνει και να κρατά υπό τον έλεγχό του τα γεγονότα. Συγκεκριμένα, αντίθετα με τα υποκοριστικά που σμικρύνουν τις έννοιες, χρησιμοποιούσε αυξητικές μεταφορές που στερέωναν –ή έτσι φαινόταν– μια ευοίωνη έκβαση. «Επιλέξαμε τη Μέκκα της ιατρικής», είπε σε κάποιον εκθειάζοντας το Μόναχο. Το ίδιο πρωί διευκρίνισε σε συγγενείς του ότι η αναχώρηση είναι στις 2 μ.μ. «με έναν τετρακινητήριο κολοσσό της Swiss Air», και λίγο αργότερα, μιλώντας για τον χειρουργό Βέρνερ Σενμπάουερ, τον χαρακτήρισε «Κορυφή» και «επιστημονικό Έβερεστ». Σε όλες τις εποχές, οι άνθρωποι –με το λόγο περισσότερο απ’ ό,τι με τη σκέψη– προσπάθησαν να φτιάξουν επιθυμητά νοήματα, να ελέγξουν και να χειραγωγήσουν τον κόσμο. Όταν ο Μάρκος Αυρήλιος αντιμετώπισε στα βόρεια σύνορα της αυτοκρατορίας τούς Μαρκομάνους (αρχαίο γερμανικό φύλο που κατέβαινε προς το νότο), διέταξε τις λεγεώνες να βάλουν μπροστά τους τα κλουβιά με τα λιοντάρια του τσίρκου. Οι αντίπαλοι, με τους πρώτους βρυχηθμούς των άγνωστων ζώων, άρχισαν να οπισθοχωρούν, ο αρχηγός τους όμως, που όλοι άκουσαν την πειστική του εξήγηση, κατάφερε εύκολα να τους ανασυντάξει για την επίθεση. «Μη φοβάστε!» φώναξε όσο πιο δυνατά μπορούσε. «Είναι οι σκύλοι των Ρωμαίων».

vintage_under

15.

Ένας Σλοβένος αρχαιολόγος μού μίλησε κάποτε για μια στήλη από πεσμένα πιάτα. Τα είχε βρει στην κουζίνα ενός αρχαίου σπιτιού, σε κάποιο νησί της Δαλματίας, αποικία της Πάρου. «Έριξε τα πιάτα μας στο χαλί», διευκρίνισε η φίλη του, «θέλοντας να καταλάβει από ποια γωνία και τι ύψος είχαν πέσει σ’ αυτή τη θέση». Στην Ποικίλη Στοά, έξι μέτρα κάτω απ’ τα πόδια μου, οι φοιτητές της Αμερικανικής Αρχαιολογικής Σχολής καθάριζαν με σχολαστική προσοχή το έδαφος και κοσκίνιζαν το χώμα. Έμεναν πέτρες και θραύσματα κεραμικών που συλλέγονταν ή απομακρύνονταν. Όταν οι τρεις αδέσποτοι σκύλοι έφτασαν εκεί και άρχισαν να περιφέρονται άσκοπα ήταν μεσημέρι. Διάβασαν με την όσφρηση ορισμένα ονόματα φοιτητών (Μακ Κάρσον, Μπάρτον, Χάου, Κίνγκσλεϊ) και μπήκαν στις τάφρους, βλέποντας τις μικροσκοπικές σκαπάνες, τις βαθιές κάθετες τομές, τα ανοιχτά σημειωματάρια και τις χειράμαξες. Έδειχναν αναποφάσιστοι αν θα αντιμετωπίσουν τον καύσωνα στη σκιά των αρχαίων τοίχων ή κάτω απ’ τις ομπρέλες του καθηγητή. είχαν καταδυθεί στον παλιό κόσμο, θεωρώντας ότι κι αυτός ανήκει στο παρόν. Δεν διέκριναν καμιά διαφορά. είτε στο βάθος της ανασκαφής είτε στους δρόμους, ένα μόνον τους αφορούσε: η εξουσία εκείνου που ποτέ δεν θα εμφανιστεί.

vintage_under

21

Ταξίδεψα για πρώτη φορά στο Παρίσι με το φροντιστήριο των γαλλικών. Χριστούγεννα του 1972. Για τίποτε έκτοτε δεν προετοιμάστηκα έτσι. Μοναδική ευρηματικότητα. Διπλωμένα εκατοδόλαρα στην οδοντόπαστα, στα σάντουιτς, σε κολλημένες σελίδες του Ζορμπά. Θεαματικό ταξίδι τεσσάρων ωρών. Νύχτωσε λίγο πριν από την άφιξη. Πρόλαβα να δω με φως, έξω απ’ το Παρίσι, ένα τεράστιο δάσος. Eίχε διαδεχτεί τους άπειρους ορθογώνιους αγρούς, που εναλλάσσονταν σε όλους τους γήινους τόνους, από το μπεζ μέχρι το σκοτεινό καφέ. Μείναμε στη Ρασπάιγ. Έμαθα γρήγορα το Μετρό. Απίστευτη η αντοχή μου να βαδίζω, να στέκομαι όρθιος, να κοιτάζω. Λούβρο, Πάνθεον, Καρτιέ Λατέν. Τη δεύτερη μέρα στο εθνολογικό Μουσείο, Άιφελ, Σακρέ Κερ. Την τρίτη, τάφος του Βοναπάρτη, Μουσείο Ροντέν, και στη συνέχεια ο Βοτανικός κήπος με το ζωολογικό του τμήμα που με ενθουσίασε. Το βράδυ, με τον αριστούχο της τάξεως, ανηφορίσαμε από την Κονκόρντ το δεξί πεζοδρόμιο της Σανζ Ελυζέ, κατάμεστης και πάμφωτης για τις γιορτές. Βλέπαμε αχόρταγοι τα μοντέλα του ’73 στις αντιπροσωπείες των αυτοκινήτων, τους χιλιάδες περαστικούς με τις τσάντες των αγορών, τα κορίτσια με γάντια, σκούφους μέχρι τα μάτια και κόκκινες μύτες να μιλούν με συννεφάκια γύρω από παγωμένες φράσεις. Μαγεμένοι. Ο φίλος μου έφυγε στις πεντέμισι. χωρίσαμε στην είσοδο του μεγάλου «Πριζουνίκ» που έστελνε τη μουσική του μέχρι το πεζοδρόμιο. Να μπω και να θαυμάσω τα ράφια ή να προτιμήσω τους δρόμους; Δεν πρόλαβα να αποφασίσω. Η γυναίκα που με πλησίασε ζήτησε να μου αφήσει για τρία λεπτά το σκύλο της, ώσπου να κατέβει στο υπόγειο του καταστήματος. Δέχτηκα, ενώ ήταν τόσο απλό να αρνηθώ («Με περιμένουν», «Μόλις έφευγα, ξέρετε», «Έχω αλλεργία στους σκύλους»). Περίμενα πενήντα τρία λεπτά. Πρέπει να βγήκε από άλλη είσοδο. Μου ανήκε πια ένα ψηλό Κανίς Ρουαγιάλ, ήρεμο και σγουρόμαλλο σαν πρόβατο, με ένα σακουλάκι, δυσδιάκριτο στο πυκνό τρίχωμα του λαιμού. Το σημείωμα πρόδιδε διαταραχή: «Δεν έχω άλλη επιλογή. Αρκεστείτε σ’ αυτό, svp». Το ξανάβαλα στη θέση του. Θα αυτοκτονούσε; Θα παραδιδόταν μετά από έγκλημα; Θα άλλαζε ήπειρο; «Σας παρακαλώ…≫, απευθύνθηκα σε έναν επιτηδευμένο σαραντάρη με βαμμένα ξανθά μαλλιά, γούνα με σκούφο ζιβάγκο και μπότες ιππασίας. Τρία μέτρα από μένα, στο πιο φαρδύ πεζοδρόμιο που είχα δει ή είχα φανταστεί ποτέ, μιλούσε με κάποιον ισπανικά, ρίχνοντάς μου συνεχώς πλάγιες ματιές. «Τον λένε Σεζάρ», είπα, δείχνοντας την ταυτότητα στο περιλαίμιο. «Επιστρέφω αμέσως».  Με κίνηση Μπουοναρότι, άπλωσε το χέρι του στο δικό μου και κράτησε το δερμάτινο λουρί.

© Κώστας Μαυρουδής

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία, Φύσσας