Δήμητρα Διδαγγέλου, «Η Σύβι και ο Ντάντυ»: Παρουσίαση-απόσπασμα

didaggelou-bkΕκδόσεις: Γαβριηλίδης

Μια νουβέλα βασισμένη σε αληθινές ιστορίες ανθρώπων, που ζούσαν για χρόνια έγκλειστοι σε ψυχιατρεία (Λέρος, Δαφνί κ.ά.). Οι μαρτυρίες προέρχονται από ντοκιμαντέρ της ψυχολόγου και δημοσιογράφου, Δήμητρας Διδαγγέλου.

Η αφηγήτρια, εσώκλειστη για μέρες σ’ ένα διαμέρισμα, απομαγνητοφωνεί τις μαρτυρίες των ψυχικά πασχόντων. Κάθε φράση τους αφυπνίζει σβησμένες μνήμες και ανασύρει θαμμένες εικόνες από τη δική της ζωή.

Παράλληλα, ο αναγνώστης παρακολουθεί σε ονειρική μορφή λεπτομέρειες από την πολύπαθη ζωή της Σύλβιας Πλαθ· η Αμερικανή ποιήτρια για ένα διάστημα εργαζόταν ως γραμματέας στο ψυχιατρικό τμήμα του Γενικού Νοσοκομείου της Μασαχουσέτης στη Βοστόνη, αποδελτιώνοντας κι εκείνη όνειρα ψυχασθενών, προκειμένου να εμπνευστεί για τα γραπτά της. Αποτέλεσμα αυτής της δουλειάς της ήταν το περίφημο διήγημα «Ο Κυρ – Πανικός και η βίβλος των ονείρων». Η εμμονή της ηρωίδας με την Πλαθ ταράζει τον ύπνο της.

«Τα όνειρα είναι πραγματικά όσο διαρκούν. Μπορούμε να πούμε κάτι παραπάνω για τη ζωή;»
Ellis Havellock, Βρετανός ψυχολόγος

vintage_under

Απόσπασμα «Η Σύβι και ο Ντάντυ»

Ένα ανεσταλμένο κλάμα με κυριεύει. Πηγαίνω στον καθρέφτη του μπάνιου να ρίξω λίγο νερό στο πρόσωπό μου. Αντικρίζω ένα μωρό δύο χρονών. Τα μαλλιά του έχουν αρχίσει ν’ ασπρίζουν. Ψάχνω το μπιμπερό του  να το γεμίσω με κονιάκ και την πιπίλα του να την καπνίσω.

Θ.: Οι περισσότεροι που με βλέπουν έξω δεν το ξέρουν το πρόβλημά μου. Λίγα άτομα το ξέρουν, εκείνοι που τους είπα εγώ ότι πράγματι πέρασα πολλά προβλήματα. Αλλά οι περισσότεροι δεν το ξέρουν, δε δείχνω ότι νοσηλεύομαι στον ξενώνα, στο διαμέρισμα. Δε δείχνω καθόλου. Πρώτα απ’ όλα μου αρέσει πολύ η ησυχία, δε θέλω φασαρίες, μ’ αρέσει να είμαι και λίγο μόνος. Άμα δε βρεις έναν άνθρωπο να συνεννοηθείς, να είναι σωστός, όχι παράλογος, τους αποφεύγω. Αν όμως η φιλία είναι καλή, είναι όλα ωραία. Στο διαμέρισμα μένω με τον συγκάτοικό μου το Σωτήρη.

Δίπλα μου η Σύβι. Μας χωρίζουν δυο ποτήρια. Ο ίσκιος του ρολογιού στον τοίχο γιγαντώνεται σε κάθε χτύπο. Όλοι μια συντροφιά, γνωστοί από παλιά.  

Β.: Παρέες δεν έχω. Όλοι έχουν μάθει τι έχω και μ’ αντιμετωπίζουν εχθρικά, νομίζουν ότι είμαι τρελή. Δεν το λένε, αλλά το δείχνουν με τις πράξεις τους.

Η μαύρη φράντζα των μαλλιών της στεφανώνει ένα λευκό ολοστρόγγυλο πρόσωπο. Νύχια σε χρώμα βυσσινί με ξεφτισμένες άκρες. Δίπλα της ένα τηλέφωνο που δε χτυπά ποτέ. Ανοίγω το συρτάρι και βγάζω το κινητό μου. Πάω να το ανοίξω, αλλά το μετανιώνω. Προτιμώ να φαντάζομαι ότι κάποιος με ψάχνει.

Χ.: Όχι, δεν έχω καμία παρέα. Τίποτα. Δε βγαίνω. Μόνο όποτε μας πάει η νοσοκόμα βόλτα. Έρχομαι στον ξενώνα κάθε απόγευμα και παίρνω τα φάρμακα. Έχω τον αδερφό μου μόνο, ούτε φίλες ούτε τίποτε άλλες παρέες. Τίποτα, τίποτα, τίποτα, τίποτα.

Το υγρό της βλέμμα αντιπαρατίθεται με το στεγνό απ’ τα φάρμακα στόμα της. Με κοιτάζει βαθιά στα μάτια και μετά τα χαμηλώνει. Στέρεψε από λέξεις. Βρίσκω ένα υπνωτικό στο κομοδίνο και το καταπίνω χωρίς δεύτερη σκέψη. Ανάβω ακόμη ένα τσιγάρο και με υπερπροσπάθεια συνεχίζω να πληκτρολογώ.

Β.: Όταν, βγαίνω έξω βόλτα ο κόσμος με κοιτάει περίεργα και λένε: «Αυτή είναι σχιζοφρενής». Ντρέπομαι, γι’ αυτό προτιμώ να μένω μέσα παρά να βγαίνω έξω. Μ’ αρέσει η μοναξιά. Μ’ αρέσει η ησυχία.

Η ησυχία στο δωμάτιο με ναρκώνει. Τα μάτια μου παραδίδονται. Άδειο απόβραδο κι εγώ περπατώ με το κεφάλι σκυμμένο. Μετρώ τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο, όπως έκανα μικρή. Αν βγει ζυγός αριθμός θα τον συναντήσω. Αν βγει περιττός, όχι.  Όλοι κοιτούν όλους, κανείς δεν κοιτά κανένα. Μετρώ τα πλακάκια στο πεζοδρόμιο…

*********

«Πόσο μοναδική και παράξενη απόλαυση να περπατάς σ’ έναν άδειο δρόμο μόνος. Το φως που διαχέει το φεγγάρι και τα φώτα του δρόμου γίνονται μέρος του σκηνικού σε μια γυμνή σκηνή που στήθηκε για να τη διαβείς. Έχεις την αίσθηση ότι ακούγεσαι, κι έτσι μιλάς απαλά, για να δεις πώς ακούγεται.»
(Σύλβια Πλαθ, The Unabridged Journals of Sylvia Plath [1]

Βραδινή βόλτα, συντροφιά με τον Μάικ, το γιο του μεταλλωρύχου, τον υπότροφο στο Γέιλ. Τον είχες καλέσει στο χορό του οικοτροφείου. Περνάτε έξω από την κλινική Νορθάμπτον, όπου για πρώτη φορά ακούς έγκλειστους να ουρλιάζουν πίσω απ’ τα κάγκελα. Τον ρωτάς:

«Μάικ, φοβάσαι τους τρελούς;»

«Τους ποιους;»

«Αυτούς που προσπεράσαμε μόλις τώρα και κάναμε ότι δεν τους ακούσαμε. Αν τύχει και βρεθεί ένας απ’ αυτούς μπροστά μας αποφεύγουμε να τον κοιτάξουμε στα μάτια. Τι φοβόμαστε ότι θα δούμε;»

«Πώς το είπες αυτό; Τι εννοείς Σύλβιά μου;»

«Δεν ακούς όλους αυτούς εκεί που αλυχτάνε σαν σκυλιά; Δεν ακούς ότι κάτι θέλουν να μας πουν; Το κεφάλι μου έχει γεμίσει απ’ τις φωνές τους, ουρλιαχτά και ψίθυροι μαζί χορεύουν εκεί μέσα, ξύνουν το μυαλό μου. Κάτι θέλουν να πουν. Δεν μπορώ να τους βγάλω απ’ το μυαλό μου.»

«Άκουσα τις φωνές τους, αν αυτό εννοείς. Ησύχασε, όμως, τώρα. Τους περάσαμε, είναι μακριά. Μακριά από εμάς.»

«Πόσο μακριά; Στο Γέιλ δεν σας τα διδάσκουν αυτά, ε;  Νομίζεις η τρέλα είναι κολλητική; Αν φτάσει ο βραχνός στεναγμός τους στ’ αυτιά σου, η δυσώδης ανάσα τους στη μύτη σου, το καρβουνιασμένο βλέμμα τους στα μάτια σου νομίζεις ότι όλα θα διεισδύσουν με βία μέσα στο καλογυμνασμένο σου σώμα, θα βουλώσουν κάθε πόρο σου και θα μολύνουν την αποστειρωμένη ψυχή σου; Ξέρεις, ό,τι είναι αποστειρωμένο προσβάλλεται εύκολα και πολύ γρήγορα. Ακαριαία. Αυτό φοβάσαι. Φοβάσαι μήπως σε κολλήσουν. Εκείνοι δεν έχουν να φοβηθούν κάτι. Ο άρρωστος δε φοβάται την αρρώστια. Ούτε εγώ τους φοβάμαι.»

«Το θέμα είναι απλό. Εκείνοι είναι τρελοί, εμείς λογικοί. Καθένας βρίσκεται εκεί που ανήκει. Δεν καταλαβαίνω τι σχέση μπορεί να έχουν αυτοί μ’ εμάς και γιατί ανοίξαμε τέτοια συζήτηση μια τόσο ωραία βραδιά.»

«Γιατί θέλεις ν’ αλλάξουμε θέμα και κάνεις τον ατάραχο; Δε διαφέρουν και τόσο από εμάς, απλά δεν άντεξαν άλλο να προσποιούνται ότι είναι καλά. Πέταξαν τη μάσκα. Το λάθος τους ήταν ότι τα έβγαλαν όλα στη φόρα χωρίς να σκεφτούν τι θα πουν οι άλλοι. Οι μασκοφόροι. Αυτοί που αποκαλούμε «τρελοί» είναι πραγματικά ελεύθεροι. Κι εμείς φοβόμαστε την ελευθερία και τους κλείνουμε κάπου. Ο τρελός όμως δεν φοβάται μην τρελαθεί.»

«Πραγματικά, δεν καταλαβαίνω τι σ’ έπιασε απόψε. Γιατί τα βλέπεις όλα τόσο πολύπλοκα και ζορίζεις το μυαλουδάκι σου;»

«Εσύ κι εγώ παλεύουμε για καλούς βαθμούς στα πανεπιστήμια κι εκείνοι για τα φάρμακά τους με τους γιατρούς. Παλεύουν με τις φωνές που ακούν στον ύπνο και στον ξύπνιο τους. Σωστά; Εμείς κάνουμε τη βόλτα μας συζητώντας για τους χορούς και τα ταξίδια μας κι εκείνοι κάνουν τις βόλτες τους στην αυλή του ψυχιατρείου και συζητούν για τους εφιάλτες τους. Τη φωτιά στο κεφάλι τους.»

«Έλα Σύλβιά μου, το δικό σου κεφάλι θα πάρει φωτιά στο τέλος. Από το καλοκαίρι που κέρδισα αυτά τα 10.000 δολάρια απ’ το μπέιζμπολ αποφάσισα να μη χαλάσω τη διάθεσή μου για τίποτα και ούτε πρόκειται να το κάνω τώρα. Κάτι ακούσαμε σε μια βόλτα μας. Το συζητήσουμε δεν το συζητήσουμε αυτοί εκεί θα είναι. Άστο να πάει.»

«Γιατί βαδίζεις πιο γρήγορα;»

«Νύσταξα, ήρθε η ώρα να σε αφήσω σπίτι σου. Θα τα πούμε αύριο.»

«Εμένα δε νομίζω να με πάρει ο ύπνος. Για όσους κοιμηθούν απόψε: «όνειρα γλυκά»!»

 


[1] Plath, S., The Unabridged Journals of Sylvia Plath, edited by Kukil, V., K., Anchor Books, N. York, 2000.

*

Σύντομο βιογραφικό:
Η Δήμητρα Διδαγγέλου έχει σπουδάσει Ψυχολογία με εξειδίκευση στην «Ψυχολογία και Μ.Μ.Ε.». Μέσα από τη δουλειά της σε ντοκιμαντέρ, τηλεοπτικές εκπομπές και την αρθρογραφία στοχεύει στην ευαισθητοποίηση του κοινού σε θέματα ψυχικής υγείας. Είναι δημιουργός του ηλεκτρονικού περιοδικού ψυχολογίας «Ψυχο-γραφήματα». Παράλληλα, διεξάγει εργαστήρια εκφραστικής γραφής και βιβλιοθεραπείας. Το διήγημά της «Αν ο Φρόιντ είχε μουστάκι» διακρίθηκε στα δέκα πρώτα διηγήματα του διαγωνισμού «Hotel Οιδίπους» των εκδόσεων Πατάκη.

Email: didaggelou@yahoo.gr
Ιστοσελίδες: www.psy-che.gr
www.ekfrastiki-grafi.gr

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία