Iφιγένεια Σιαφάκα, Το πλεκτό και άλλες πλεκτάνες, ΑφηΓΗματα αναΔρομων πΛεξεων

Ifigeneia-bkΕκδόσεις Ars Poetica

Πώς το σφύριγμα ενός τρένου επιδρά σε μία σούπα; Tι σχέση μπορεί να έχει το ψεγάδι ενός σερβίτσιου με την επιλογή ενός παλτού; Πώς η παρασκευή της μαρμελάδας τριαντάφυλλου ενώνει ερωτικά δυο άντρες; Με ποιον τρόπο το σώμα απαντά στη μνήμη και πώς η μνήμη καταγράφεται στο σώμα; Είναι ικανό ένα γράμμα να στηρίξει μιαν ολόκληρη ζωή; Tι επιδιώκει ο κ. Μπιφ περιφερόμενος με μια τρύπια καρέκλα που μόλις κληρονόμησε; Ποια είναι η νέα μέθοδος Πλεκτού της γηραιάς αράχνης αυτοκράτειρας, ποια πλεκτάνη κρύβεται στους νέους τρόπους διακυβέρνησης της Αυτοκρατορίας του Πλεκτού και πώς θα αντιδράσουνε τα ζώα;

Αυτά και πολλά ακόμη ερωτήματα αναζητούν απάντηση σε 27 «αφηγήματα ανάδρομων πλέξεων». Κοινός άξονας των ιστοριών είναι οι ανάδρομες κινήσεις της σκέψης των ηρώων: αν και δρουν σε διαφορετικές σελίδες μυθοπλασίας —ρεαλιστικές, υπερρεαλιστικές, σε αυτές του παραμυθιού ή του εσωτερικού μονολόγου, στον κόσμο του μαγικού ρεαλισμού ή στο χώρο που το επέκεινα της ποιητικής προσέγγισης επιφυλάσσει—, όλοι οι ήρωες προσεγγίζονται ως θύματα και θύτες ταυτόχρονα μίας «πλεκτάνης».

Άλλοτε κινούνται κατακερματισμένοι στο χωρόχρονο, άλλοτε συμβολοποιούν την πτώση τους, ενεργώντας εν αγνοία τους, κι άλλοτε, σε μία ύστατη προσπάθεια αυτοσυνειδησίας, έντρομοι ανακαλύπτουν. Η γλώσσα τους παρακολουθεί στενά, ανάδρομα και με διαφορετικό επίσης τρόπο, για να τους προσδιορίσει ως φορείς ενός μοναδικού και ιδιαίτερου κάθε φορά λόγου, ο οποίος επιχειρεί να τους ακούσει, να τους κατανοήσει, να τους αποκρυπτογραφήσει και να τους καταγράψει εντέλει με τη μέγιστη δυνατή ακρίβεια.

Πρώτη δημοσίευση των αφηγημάτων Σώματα, Το καρπούζι, Το σημάδι: Περιοδικό Στάχτες

Κάθισαν και οι δυο τους στην ακροθαλασσιά, πλάτη με πλάτη, ένα βουβό κύρτωμα της μέσης και με γερμένα τα κεφάλια, αιθέρια ασώματοι και οι δυο τους κολυμπούσαν σε μια παλέτα με πινέλο σπαρταρίσματος ψαριού· γύρω τους, μια σπείρα από ανάμνηση δέρματος ανθρώπου, κάτι σαν λώρος τυλιγόταν χνουδωτό σε μιαν απόχρωση αιμόφυρτου τοπίου. Πλησίαζε η ώρα για το δείλι να ξαποστάσει το βύθισμα του ήλιου στο νερό και στις σκιές του άντρα, της γυναίκας, που ηδονή ξαπλώνανε στα βότσαλα —κατάλευκα, λεία, στρογγυλά, ερμητικά κλειστά στους πόρους μιας στιλπνής σιωπής, από την εγκατάλειψη στους αστραγάλους των μεγάλων μαύρων βράχων, έκαναν πλάτες στην πανουργία που, όπου να ’ταν, θα φιλούσε στο αιδοίο το σκοτάδι. Λαίμαργα ξάφνου ο ήλιος έβρασε ένα πορτοκαλί καυτό από νεράντζι μες στα στομάχια του πελάγους, κι αυτοί —τους ρώτησα σας λένε πώς;— δεν ήξεραν, μόνον ψιθύριζαν κάτι ακαταλαβίστικα σπουργίτια, κάτι αλαφροδαίμονα παφλάσματα στα χείλη. Έφυγα κλαίγοντας, ξυπόλητος και με αγκίθες από αχινούς να ερεθίζουν τις πατούσες, κι όλα τα νεύρα απολήγαν σε σκέψεις μελανές, πιο πέρα χτυπούσανε χταπόδια.

(Απόσπασμα από το αφήγημα Σώματα)

 ***

Ο πατέρας του Τζέρυ είναι κακός και βάζει γύψο στο κεφάλι του Τζέρυ, γιατί είναι οικοδόμος παιδικών οστών. Η μητέρα του Τζέρυ είναι καλή και φτιάχνει ωραία τα φασόλια και έχει και μία φίλη που κάνει τα στραβά μάτια και δε βλέπει το καρπούζι στο κεφάλι του Τζέρυ και δε σχολιάζει τίποτε, μόνον γεια του κάνει ταπ ταπ με γυρισμένη την πλάτη και πεταμένη την παλάμη προς τα πίσω, αλλά η μητέρα του Τζέρυ θα πεθάνει, δυστυχώς, από αρρώστια. Μέσα στο καρπούζι μεγαλώνει ένα μικρό σκουλήκι, που μπήκε από την τρύπα που χώνονται οι σκέψεις, ένα βράδυ που ο Τζέρυ ονειρευόταν κι εκσπερμάτωνε. Το σκουλήκι, αφού ανενόχλητο ρούφηξε όλο το σπέρμα του Τζέρυ, μπήκε στο κεφάλι του Τζέρυ πολύ προσεκτικά, χωρίς να τον γαργαλήσει ή να του προκαλέσει φαγουρίτσα, κάθισε και ξάπλωσε σε μία μεγάλη πολυθρόνα μέσα στο καρπούζι, που ο Τζέρυ την είχε βάλει να αναπαυτεί από τους πισινούς που έχουν στο σαλόνι. Το σκουλήκι, που έφαγε και με το παραπάνω σπέρμα, διότι το αποθήκευσε σε μία σέλα που έχει στην κοιλιά του, όλο παχαίνει στο κεφάλι του Τζέρυ, και τώρα είναι πάρα πάρα πολύ μεγάλο, και έχει γίνει όπως το καρπούζι. Αυτό είναι πολύ ωραίο, γιατί το σκουλήκι εκστασιάζεται στη ζάχαρη, κι έγινε καρπούζι.

(Απόσπασμα από το αφήγημα Το καρπούζι)

 ***

«Σκεπάσου, πατέρα, όπου νά ’ναι θά ’ρθει, θά ’ρθει η Νόρα απ’ το φούρνο, και θα φάμε», του είπα πάλι χθες, και χτύπησε η πόρτα και άνοιξα, φίλησα, δίπλωσα, έκρυψα το γράμμα, όπως πάντα, και ο πατέρας λούφαξε γρυλίζοντας σαν σκύλος μαλωμένος, και ορθοπόδησε πλέον σιγανά, με σκεπασμένο το κεφάλι, μόνον κάτι περίεργα φωνήεντα σε τόνους γραμμοφώνου, ώσπου κοιμήθηκε στο τέλος.

Χθες ονειρευόταν μάλλον, γιατί κουνούσε το δεξί του πόδι νευριασμένος μέσα στις κουβέρτες, και γύρισε κι απότομα γλιστρώντας το κεφάλι —νόμισα πως θα μπατάρει απ’ το κρεβάτι—, κι άρχισε να σφυρίζει ρυθμικά, με παύσεις στις ανάσες. Σαν να περίμενε απάντηση από κάπου. Αλλά κανένας δε σφύριξε για σήμα, ούτε καν μία ριπή ανέμου, έστω για να μας κάνει πλάκα, δεν ήρθε στις κουβέρτες, ώσπου οργίστηκε ο πατέρας, και τίναξε μια φορά το άλλο πόδι, το ήρεμο, κι έβαλε στις ανάσες καπρίτσια πεθαμένου — πιστεύω για να απειλήσει όσους εκτοξεύουν από ένα φοβερό πείσμα τη σιωπή τους. Ο ήχος ήταν σαν το θόρυβο που κάνουνε τ’ αγόρια στα κορίτσια: έτσι και ο Γιαν σφύριζε στη Νόρα, όταν έφευγε να αγοράσει σαπούνι ή μπαχαρικά στους Τζόνσον, δίπλα στο ποτάμι. Πόσο δυστυχισμένος —πρώτη φορά το σκέφτηκα— πρέπει να είναι ο πατέρας που η Νόρα δε στέλνει γράμματα ποτέ, και πήγα και του φίλησα το χέρι, αλλά  δεν το κατάλαβε αυτό.

(Απόσπασμα από το αφήγημα Το σημάδι)

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία