Ιππότες της Μάντσα

donQuixoteΕλληνες Δον Κιχώτες εµπνέονται από τον Μιγκέλ Θερβάντες

των Γιώργου Ζεβελάκη, Άρη Μαλανδράκη, Γιώργου Παπαδόπουλου – Τετράδη και Ι.Β.

(ζωντανεύοντας και διασώζοντας κείμενα του Περιοδικού «Γαλέρα» )

Βρισκόµαστε στην καρδιά της κατοχής, άνοιξη του 1942, τότε που όλα τάσκιαζε η φοβέρα κι ήταν όλα σιωπηλά.

Οι εφηµερίδες ψελλίζουν ειδήσεις καθ’ υπαγόρευση των αρχών. Το εύθυµο κλίµα και η ενθουσιώδης διάθεση των ηµερών του ελληνο-ιταλικού πολέµου έχουν απότοµα διακοπεί µε τον ερχοµό των Γερµανών. Ο Τύπος έγινε οµοιόµορφος, άχρωµος, ανιαρός, µε ελάχιστες φωτογραφίες και σχεδόν καθόλου γελοιογραφίες. Η καχυποψία της λογοκρισίας, λόγω δυσκολίας ελέγχου, και τα αισθήµατα του κόσµου τις δραµατικές εκείνες στιγµές δεν συµβάδιζαν µε τις όποιες εικονογραφήσεις.

Ο Φωκίων Δηµητριάδης, κορυφαίος γελοιογράφος µε 30χρονη µέχρι τότε παρουσία στο χώρο, σκιτσάρει ιδιωτικά τη φρίκη γύρω του και δηµοσιεύει στα «Αθηναϊκά Νέα» «ακίνδυνες» εικονογραφήσεις λογοτεχνικών έργων. Η επιλογή του Δον Κιχώτη, τον Απρίλιο του 1942, δεν έγινε µόνο επειδή ως κλασικό έργο του Θερβάντες θα παρέκαµπτε τον κίνδυνο της λογοκρισίας. Το θέµα συνδεόταν κατά κάποιο τρόπο µε την επικαιρότητα κατοχικών δεινών. Ο ιδαλγός µε το πολεµικό κοντάρι, τη γέρικη ασπίδα και το µικρόσωµο και αχαµνό άτι συµβόλιζε τον συµπαραστάτη των αδυνάτων. Τον πλανόδιο ιππότη τον ενέπνεε το ευγενικό όραµά του. «Τον καλούσαν έργα µεγάλα και θαυµαστά ανακούφισης των άλλων ανθρώπων. Ερχόταν να εκδικηθεί προσβολές, να τιµωρήσει αυθαιρεσίες, να χτυπήσει αδικίες, να ξαλαφρώσει δυστυχίες, κοντολογής να βάλει σε τάξη τα άσκηµα πράγµατα». Η ιστορία του Δον Κιχώτη προσφερόταν για εικονοποίηση, ερέθιζε τη φαντασία ενός κοινωνικά ευαίσθητου καλλιτέχνη, όπως ήταν ο Δηµητριάδης. Η δηµοσίευση εξάλλου σε συνέχειες ενός πολυσέλιδου έργου -έστω και σε περίληψη- παρείχε στο σκιτσογράφο τη δυνατότητα καθηµερινής επαφής µε τον αναγνώστη. Μια επαφή που τον συγκινούσε από την αρχή της καριέρας του, το 1915, και ένιωθε υπερήφανος, όπως έλεγε, που πρώτος εισήγαγε την πολιτική γελοιογραφία στον ηµερήσιο τύπο, ενώ µέχρι τότε τον φιλοξενούσαν αποκλειστικά τα περιοδικά.

Το αθάνατο έργο του Θερβάντες έχει επηρεάσει πολλούς Έλληνες λογοτέχνες. Η δηµοσίευση όµως στα «Αθηναϊκά Νέα» είναι µια πρωτότυπη παρουσίαση του Δον Κιχώτη σε συνδυασµό κειµένου-εικόνας. Η καθηµερινή συνέχεια έχει τη µορφή αυτοτελούς επεισοδίου που θα µπορούσε να διαβαστεί και µόνο του. Χρησιµοποιείται βέβαια, υπαινικτικά, η τεχνική της πρόκλησης ενδιαφέροντος για το επόµενο δηµοσίευµα.

Το κάθε σχέδιο φέρει την υπογραφή του σκιτσογράφου ο οποίος τότε -στα 48 του χρόνια- βρίσκοταν στην ώριµη περίοδο της καλλιτεχνικής του δηµιουργίας.

Το ανυπόγραφο συνοδευτικό κείµενο παρ’ όλο που πιθανόν στηρίζεται στη µοναδική ως τότε µετάφραση του Καρθαίου δεν χρησιµοποιεί ενιαία γλώσσα. Η αφήγηση και ο διάλογος γίνονται στη δηµοτική µε αγοραίες κάποτε εκφράσεις (παίρνω κάβο, σεκλετισµένος κ.ά.). Ο λόγος όµως του ροµαντικού ιππότη γράφεται σε εκλεπτυσµένη καθαρεύουσα.

Το εναρκτήριο δηµοσίευµα εµφανίζεται στην πρώτη σελίδα των «Αθηναϊκών Νέων» στις 6 Απριλίου 1942. Το τελευταίο που διαθέτω στο αρχείο µου είναι το υπ’ αριθµ. 50 της 10ης Ιουνίου 1942. Μετά από αυτό το σηµείο δεν µπόρεσα να εξακριβώσω πόσο καιρό ακόµη συνεχίστηκε η δηµοσίευση και αν κάποτε ολοκληρώθηκε. Το σύνολο των εικόνων φέρουν λεζάντες, έχουν τυπωθεί µε ευκρίνεια και µπορούν µε αρκετή πιστότητα να αναπαραχθούν.

Η παρουσίαση της άγνωστης εκείνης εργασίας του Φ. Δηµητριάδη (1894-1977), συµπίπτει µε τα 400 χρόνια από την πρώτη έκδοση του Δον Κιχώτη (1605)

Γ.Ζ.

Ο… ΜΠΟΣΤ Κιχώτης

«…Προς Νότον της Καστίλλης, εκεί που ο δρόµος χωρίζει στα δύο στο δεξί µας χέρι ακριβώς, ευρίσκεται το νεκροταφείον της πόλεως. Ο χώρος αυτός είναι γεµάτος από κατοικίες των νεκρών. Από ένα τέτοιο µνήµα, εκείνο το απριλιάτικο πρωινό που κελαϊδούσαν τα πουλιά στα κλώνια, βγήκε ένα κεφάλι ανδρός, εξηντάρη περίπου, που φορούσε ένα ιδιόρρυθµο κράνος. Κοίταξε δεξιά κι αριστερά, ρούφηξε µε ανακούφηση το οξυγόνο. Ηταν ψηλού αναστήµατος, µε αρχοντική εµφάνιση. Πάνω στα χείλη είχε µουστάκι και από κάτω υπογένειο. Ο υπογενής, µε συγχωρείτε, ο ευγενής, αφού επεσκόπησε µε αγέρωχο βλέµµα τα πέριξ, διάβασε την επιτυµβία πλάκα:

ΔΟΝ ΚΙΧΩΤΗΣ εγεννήθη 1550 – απεβίωσεν 1612

Έµεινε για λίγο σκεπτικός, έπειτα χαµογέλασε, έσκυψε, πήρε ένα καρβουνάκι από το θυµιατό κοντά στο λυχνάρι που έφεγγε, και συµπλήρωσε:

Ανεστήθη 1962 κι έβαλε τη τζίφρα του αποκάτω».

Μ’ αυτά τα λόγια ξεκινούσε, το Μάιο του 1962, µία… µετά θάνατον περιπέτειά του ο διάσηµος ήρωας του Θερβάντες. ‘Ηταν µια ιστορία «ελληνικής ραφής», κεντηµένη από την ανεπανάληπτη πένα -και το πενάκι- του Μποστ. Δηµοσιευόταν σε συνέχειες στο περιοδικό «Δρόµοι της Ειρήνης», προτού καταλήξει στο θεατρικό σανίδι. Όλ’ αυτά δεν συνέβησαν, βέβαια, µε αφορµή κάποια επέτειο από την πρώτη έκδοση του Δον Κιχώτη (άλλο ο πρόσφατος εορτασµός των 400 χρόνων, κι άλλο τα διόλου… στρογγυλά 357 που συµπληρώνονταν το 1962).

Ο δαιµόνιος Μποστ εµπνεύστηκε αυτή τη νεκρανάσταση για να σατιρίσει µε το γνωστό σουρεαλιστικό του ύφος τις ακόµα πιο σουρεαλιστικές καταστάσεις που έζησε το Μάιο της χρονιάς εκείνης η Ελλάδα. Ο λόγος, για τους γάµους της πριγκίπισσας Σοφίας µε τον πρίγκηπα Χουάν Κάρλος. Η ισπανική καταγωγή του γαµπρού στάθηκε αφορµή για την επαναφορά του Δον Κιχώτη. Όσο για την πραγµατική αιτία αυτού του σπαρταριστού «σίκουελ», δεν ήταν άλλη από τις αλόγιστες σπατάλες του γάµου αλλά και τη γενικότερη κατάσταση που επικρατούσε στη δεξιοκρατούµενη και ανακτοστενάζουσα Ελλάδα.

«Οι Ισπανοί που θα µας έλθουν διά τους γάµους, θα κυµαίνονται γύρω στους 30-40 χιλιάδες ευγενείς. Τι θα γίνει όµως αύριο εάν, ο µοι γένοιτο, η πριγκίπισσα Ειρήνη ερωτευθεί Κινέζον αυτοκράτορα και µας ροβολήσουν δια την στέψιν 750.000 κίτρινοι; Ποία θα είναι η θέσις µας; Ή µάλλον, ποία θα είναι η θέσις των; Πού θα ευρεθούν τόσαι παγόδαι δια να τους στεγάσουν; Η µοναδική παγόδα του «Χίλτον» που διαθέτοµεν, µε το ρυθµόν που πάει θα µας είναι άχρηστη σε µια δεκαετία. Μια καλή σκέψις θα ήτο -και τη θέτω υπ’ όψιν των ειδικών- να επισκευασθούν διάφορα βασιλικά κτίσµατα και να µετατραπούν εις ξενώνας, ώστε και τα οικονοµικά των Ανακτόρων να αναπνεύσουν και οι επιφανείς Κίτρινοι επισκέπται, µετά την λήξιν των εορτών, να ξαναχωθούν στα Σινικά Τείχη µε αγαθάς εντυπώσεις».

Ο Δον Κιχώτης δηµοσιεύθηκε σε 6-7 συνέχειες στους «Δρόµους της Ειρήνης», αλλά παρέµεινε χωρίς φινάλε. Η ιδέα, ωστόσο, ξαναδουλεύτηκε από τον Μποστ σε µορφή θεατρικού έργου. Παρουσιάστηκε σ’ ένα θέατρο της Κοκκινιάς από θίασο που είχε επικεφαλής την ηθοποιό Γκάρυ Βοσκοπούλου. Παραλίγο, µάλιστα, να συµπεριλαµβάνεται στη διανοµή και ο αδελφός της, Τόλης, αφού το έργο ήταν µια µουσικοχορευτική κωµωδία. Όταν όµως διάβασε το κείµενο, ο γνωστός τραγουδιστής… έφυγε τρέχοντας!

Α.Μ.

Ο Καιρός

Αγαπηµένη µου Δουλτσινέα…

Με πήρε ο Γιάννης ο Καλαϊτζής τηλέφωνο και µου ‘πε να γράψω 200 λέξεις, γιατί διάλεξα τη φαντασίωση του Δον Κιχώτη για αποδέκτη των σηµειώσεών µου στην «Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία».

Του λέω, Γιάννη, δεν µπορώ να σου γράψω 200, γιατί δε µου χρειάζονται παραπάνω από 10.

Έλα µωρέ µαλάκα, µου λέει, γράψε 200 λέξεις.

Μην είσαι µαλάκας, του λέω, δεν θα γίνω εγώ ρόµπα στον κόσµο, να γράφω παπαριές για κάτι που µπορώ να πω µε 15 λέξεις.

Γράψε µου λέει. 200 λέξεις, γιατί έχω αφιέρωµα στο Δον Κιχώτη. Τι θα βάλω, 15 λέξεις;

Βάλτες µε 24άρια γράµµατα, του λέω, να σου καλύψει το χώρο. Ρε, είσαι και γελοιογράφος, του λέω, δεν καταλαβαίνεις ότι άµα τα πεις όλα µε δυο λόγια, από ‘κει και πέρα αρχίζεις να γράφεις µαλακίες; Είναι σαν να σου λέω εγώ, κάνε 15 ανθρωπάκια στο σκίτσο σου να µιλάνε, γιατί τόσο χώρο έχω κρατήσει.

Λοιπόν, µου λέει, άσε τις αρλούµπες και στείλε µου 200 λέξεις. Και µου ‘κλεισε το τηλέφωνο.

Ακόµα σπάω το κεφάλι µου να βρω πώς θα πω σε 200 λέξεις ότι αν ήθελα να απευθύνω σε κάποιον τη στήλη µου, µε εµπνέει καλύτερα να είναι γυναίκα, την ήθελα φανταστική και εγώ, για τη σηµερινή κοινωνία, γράφω συχνά δονκιχωτισµούς.

Αγαπηµένη µου Δουλτσινέα, έπιασα µε κόπο τις 26 λέξεις.

Γιώργος Παπαδόπουλος – Τετράδης

Κατράκης, το ελληνικό αρχέτυπο

Ο Μ. Καραγάτσης είχε ξεχωρίσει τον Μάνο Κατράκη στον ρόλο του Ξέρξη στην κριτική για την θρυλική παράσταση «Οι Πέρσες» του Εθνικού (1946) σε σκηνοθεσία Ροντήρη. Ένα χρόνο αργότερα ο ηθοποιός –που υµνήθηκε από τον Ελύτη για το ξεχωριστό µέταλλο της φωνής του– απολύθηκε από την Κρατική Σκηνή λόγω πολιτικών φρονηµάτων.

Το 1972 ο Κατράκης αφού είχε γευθεί τον εκτοπισµό σε Ικαρία, Μακρόνησο και Άη Στράτη συνάντησε στη σκηνή έναν άλλο εξόριστο: στην παράσταση του «Δον Κιχώτη» του ΕΘνικού Θεάτρου σε σκηνοθεσία Τάκη Μουζενίδη (µετάφραση Παύλου Μάτεσι, σκηνικά Διονύση Φωτόπουλου, κοστούµια Βασίλη Φωτόπουλου και µουσική Μάνου Χατζιδάκι) ενσάρκωσε τον πλάνητα ιππότη, µε τον δικό του ιδιαίτερο τρόπο, σε µια θεατρική διασκευή του µυθιστορήµατος του Θερβάντες από τον Υβ Ζαµιάκ.

Με τον Παντελή Ζερβό στο ρόλο του συντρόφου του Σάντσο, έχει επιβληθεί στην αυτοσυνειδησία του νεοελληνικού θεάτρου ως µια µνηµειακή αρχετυπική µορφή που συµπυκνώνει µέσα από τα ιθαγενή χαρίσµατα που υµνήθηκαν (σώµα, λεβεντιά, εκφορά λόγου) την προσωπικότητα του Δον Κιχώτη του αναχωρητή-σαλού που αναζητά αξίες και συναισθήµατα σ’ έναν κόσµο ποιητικό, όπου, όµως, το όνειρο και η φαντασία ακυρώνονται από την πεζή καθηµερινή πραγµατικότητα. Η µορφή του Κατράκη υπήρξε το µοντέλο για το άγαλµα του Δον Κιχώτη που φιλοτέχνησε ο γλύπτης Μέµος Μακρής.

των Γιώργου Ζεβελάκη, Άρη Μαλανδράκη, Γιώργου Παπαδόπουλου – Τετράδη και Ι.Β.

Το κείμενο αρχικά δημοσιεύθηκε στο Περιοδικό Γαλέρα 

Comments Off

Filed under επιφυλλίδες, Ξένη Λογοτεχνία, Πεζογραφία