Πασχάλης Μιχαήλ, Ξαναδιαβάζοντας τον Κάλβο

paschalis-kalvos7.3.14Ο Ανδρέας Κάλβος, η Ιταλία και η αρχαιότητα

Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης

Περιγραφή

Στις καλβικές σπουδές η έρευνα και η κριτική των Ωδών ακολουθεί μέχρι σήμερα κυρίως ελληνοκεντρική κατεύθυνση. Στη συντριπτική τους πλειονότητα οι μελετητές αποδίδουν στον Ανδρέα Κάλβο θαυμαστή σε εύρος και ποιότητα γνώση και αξιοποίηση της αρχαιοελληνικής γραμματείας και απαράμιλλη φιλολογική εμβρίθεια, ενώ ερμηνεύουν ως εκδήλωση ποιητικής τόλμης τη συχνή απόκλιση του καλβικού ιδιώματος από την ελληνική ως προς τις σημασίες των λέξεων και τους γραμματικούς και συντακτικούς κανόνες.  

Στο βιβλίο αμφισβητείται η κρατούσα αντίληψη και τίθεται σε νέες βάσεις η έρευνα γύρω από τη γλώσσα, την ποιητική και τις φιλολογικές επιδόσεις του Κάλβου. Η επισήμανση μεγάλου αριθμού ιταλισμών στη γλώσσα του Ζακύνθιου ποιητή, η εξακρίβωση των ιταλικών προτύπων του και η ανάδειξη των σοβαρών αδυναμιών της γλωσσικής και φιλολογικής του κατάρτισης τεκμηριώνουν την κεντρική θέση του βιβλίου, ότι η ποίηση του Κάλβου αναπτύσσει πρωτογενή διακειμενικό διάλογο μόνο με την ιταλική ποίηση, μέσω της οποίας προσλαμβάνεται η αρχαιοελληνική και λατινική γραμματεία. Η προσέγγιση των Ωδών υπό το πρίσμα αυτό δεν μειώνει τη σημασία και την αισθητική τους αξία, υποδεικνύει όμως την ανάγκη να αναπροσανατολιστεί η έρευνα ως προς τις πηγές και τις προϋποθέσεις της δημιουργίας τους. Γιατί, όσο περισσότερα γνωρίζουμε για την ποίηση αυτή, τόσο καλύτερα την κατανοούμε.

Εισαγωγή (απόσπασμα)

Το ανά χείρας βιβλίο επιδιώκει να θέσει σε νέες βάσεις την έρευνα γύρω από τη γλώσσα, την ποιητική και τις φιλολογικές επιδόσεις του Ανδρέα Κάλβου. Τα κείμενα που περιλαμβάνει έχουν δύο αλληλένδετους και σε σημαντικό βαθμό επικαλυπτόμενους ερευνητικούς άξονες.

paschalis-kalvos2

Ο πρώτος αφορά στη σχέση της ποίησης του Κάλβου με την ιταλική γλώσσα και την ιταλική ποίηση. Η γλώσσα των Ωδών και του «Αποσπάσματος άτιτλου ποιήματος» εμφανίζει άφθονους ιταλισμούς, οι οποίοι εξηγούν ανορθόδοξα φαινόμενα σχετικά με τον τονισμό και την ορθογραφία, τη σημασία των λέξεων και τη σύνταξη. Πίσω από το «ιδιόρρυθμον και σχεδόν αυθαίρετον ένδυμα» της ποίησης του Κάλβου, όπως το περιέγραψε ο Παλαμάς, υποκρύπτεται συχνά μια ιταλική έκφραση, ένας ιταλικός γραμματικός κανόνας ή μια ιταλική ρηματική σύνταξη. Προτείνω λοιπόν στον ερευνητή να αναζητεί κατά προτίμηση στην ιταλική γλώσσα, όπως έδειξε το 1972 ο Νάσος Βαγενάς, την εξήγηση εκείνων των στοιχείων του καλβικού ιδιώματος που αποκλίνουν από τους γραμματικούς και τους συντακτικούς κανόνες της ελληνικής, αλλά και των εκφρά σεων που συγκροτούν τον πυρήνα της ποιητικής καινοτομίας του Κάλβου ή της «λυρικής τόλμης» του, όπως την αποκάλεσε ο Ελύτης.

Με άλλα λόγια, τα λάθη του Κάλβου δεν είναι αθώα, δηλαδή δεν είναι απλώς λάθη που ο μελετητής σημειώνει και αντιπαρέρχεται με αμηχανία, όπως κατά κανόνα συμβαίνει στις καλβικές σπουδές. Τα λάθη του Κάλβου μπορεί να αποδειχθούν ιταλισμοί και να οδηγήσουν στην πηγή της καλβικής ποιητικής γλώσσας, δηλαδή στη λόγια ιταλική ποίηση της εποχής του. Το ίδιο ισχύει για τις λαμπερές εκφράσεις του ποιητή, είτε είναι γλωσσικά ανορθόδοξες είτε όχι. Το δέος που αισθάνεται ο μελετητής μπροστά στο ύψος που χαρακτηρίζει το καλβικό ύφος δεν πρέπει να λειτουργεί αποτρεπτικά ή απαγορευτικά, ώστε να μην αναζητεί την καταγωγή και την προέλευσή του. Ορισμένες εκφάνσεις και εκδηλώσεις αυτού του ύφους, εικόνες και μεταφορές, προέκυψαν στην προσπάθεια του ποιητή να αποδώσει στην ελληνική αντίστοιχες ιταλικές εικόνες και μεταφορές.

Οι ιταλικές αφετηρίες των Ωδών δεν είναι μόνο γλωσσικές, αλλά και διακειμενικές, όπως έδειξαν ήδη οι πρωτοπόρες μελέτες του Κριαρά (1945) και του Pontani (1965-1966, 1966).  Η ιταλική ποίηση είναι η μόνη, εξ όσων γνωρίζω, με την οποία οι Ωδές ανέπτυξαν σαφείς, ευκρινείς και αδιαμφισβήτητες διακειμενικές σχέσεις. Με τον όρο «διακειμενικός» εννοώ τον τεκμηριωμένο διάλογο —όπως δηλαδή αποδεικνύεται από γλωσσικές και θεματικές συμπτώσεις— ενός συγκεκριμένου  χωρίου των Ωδών με ένα συγκεκριμένο χωρίο άλλου ποιητή ή ακόμη μιας ολόκληρης Ωδής με ένα άλλο ποίημα. Η διακειμενική σχέση των Ωδών με την ποίηση του Φώσκολου είναι τεκμηριωμένη, αλλά η έκτασή της παραμένει ζήτημα υπό διερεύνηση. Κυρίως αφορά στις Χάριτες (Le Grazie) και παρακάτω θα εξηγήσω τον λόγο. Γνωστό είναι επίσης ότι ο Κάλβος αξιοποίησε το σονέτο του Φώσκολου για τη Ζάκυνθο και τον «Ύμνο στο καράβι των Μουσών» —δύο ποιήματα που ο Φώσκολος ξαναδούλεψε στο πλαίσιο των Χαρίτων— ενώ συνδέσεις έχουν γίνει και με τους Τάφους (Dei Sepolcri).[1]  Βέβαιη  πρέπει να θεωρείται η επίδραση των στ. 125-129 του ποιήματος του Leopardi «Στην Ιταλία» («All’Italia») στις δύο τελευταίες στροφές της καλβικής Ωδής «Εἰς τὸν ἱερὸν λόχον» (στ. 64-68).[1]

 Εδώ εξετάζω επίσης τα ιταλικά πρότυπα της πρώιμης καλβικής Ωδής «Ἐλπὶς πατρίδος». Αδιάψευστος μάρτυρας για τις σχέσεις ανάμεσα στις Ωδές και την ιταλική ποίηση είναι κατ’ αρχάς η συνέχεια που υπάρχει ανάμεσα στο ελληνόγλωσσο και το ιταλόγλωσσο ποιητικό έργο του Κάλβου, το οποίο μάλιστα προηγήθηκε χρονικά και είναι πολλαπλάσιο σε έκταση. Αναφέρομαι στις τραγωδίες του, τις μεταφράσεις από τη συλλογή La Bucolica του Giovanni Meli και την «Ωδή εις Ιονίους». Η φιλοδοξία του  Κάλβου να διακριθεί ως Ιταλός δραματικός ποιητής στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο συνεχίζεται και μετά τη δημοσίευση της πρώτης ελληνόγλωσσης Ωδής, η οποία φέρει τον τίτλο «Ἐλπὶς πατρίδος» (1819). Το 1818 τυπώνει στο Λονδίνο την  τραγωδία του Δαναΐδες (Le Danaidi) και το 1820 την ανατυπώνει ως τμήμα του διδακτικού εγχειριδίου Italian Lessons in four parts — δίπλα στον Σαούλ (Saul) του Alfieri και σε αποσπάσματα από έργα του Torquato Tasso, του Ariosto, του Πετράρχη και του Δάντη. Η κίνηση αυτή του Κάλβου συνιστά τον ισχυρότερο δείκτη όσον αφορά στις ποιητικές φιλοδοξίες του εκείνη την περίοδο. Επίσης, κατά τη δεύτερη παραμονή του στη Φλωρεντία (Σεπτέμβριος του 1820 – τέλη Απριλίου του 1821) καταπιάστηκε, σύμφωνα με τη χρονολόγηση του Νάσου Βαγενά, με τη συγγραφή της τραγωδίας Ιππίας (Ippia), η οποία παρέμεινε ημιτελής, και τον σχεδιασμό μιας δεύτερης τραγωδίας με άγνωστο τίτλο.

Υπάρχουν αρκετά τεκμήρια για τη γλωσσική σχέση ανάμεσα στο ιταλόγλωσσο και το ελληνόγλωσσο έργο του Κάλβου, αλλά και για τη θεματική σχέση ανάμεσα στις Δαναΐδες και την «Ωδή εις Ιονίους» από τη μια και τις ελληνικές Ωδές από την άλλη. Θεωρώ βέβαιο ότι συστηματικότερη έρευνα θα διευρύνει το πεδίο της γλωσσικής αλλά και της θεματικής συνέχειας ανάμεσα στο ιταλόγλωσσο και το ελληνόγλωσσο  έργο του Κάλβου. Αυτού του είδους η έρευνα υποδεικνύει ότι τα ιταλικά έργα του Κάλβου πρέπει και να συνεκδίδονται και να συνεξετάζονται με τα ελληνικά. Εδώ οφείλει να μας καθοδηγήσει η περίπτωση του Σολωμού.

[…]

Για να διαβάσετε ολόκληρη την Εισαγωγή και μέρος του πρώτου κεφαλαίου πατήστε εδώ.

_________________________

[1]. Βλ. Κριαράς 1945/1979, σ. 158-161 για την Ωδή «Εἰς τὸν ἱερὸν λόχον»· πβ. Pontani (1965-66), σ. 302. Βλ. επίσης εδώ, Μελέτη 2, για το «Απόσπασμα άτιτλου ποιήματος» και την αναφορά στον Έκτορα.

[2]. Κριαράς 1945/1979, σ. 161· Pontani (1965-66), σ. 302. Ο Pontani (σ. 298-299) εντόπισε ομοιότητες ανάμεσα στην καλβική «Ωδή εις Ιονίους» («Ode agli Ionii»), που γράφτηκε το 1814, και μεταγενέστερα ποιήματα του Leopardi και δεν απέκλεισε το ενδεχόμενο να γνώριζε ο Leopardi την ιταλική Ωδή του Κάλβου. Κάτι τέτοιο είναι όμως αδύνατο, διότι η «Ωδή εις Ιονίους» εκδόθηκε πρώτη φορά το 1884 από τον Camillo Antona-Traversi.

***

Ευχαριστούμε τις ©Πανεπιστημιακές εκδόσεις Κρήτης για την γενναιόδωρη  δημοσίευση της Εισαγωγής και μέρους του πρώτου κεφαλαίου προς κάθε ενδιαφερόμενο.

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, Δοκίμιο, ελληνική λογοτεχνία, ποίηση