Έφη Ζουμπούλη, 4 μικρά διηγήματα

© Richard Younker, 1995

© Richard Younker, 1995

Now your mouth cries wolf

Με μια κίνηση γεμάτη απαξίωση και ανυπομονησία τινάζει στο ξύλινο παρκέ τους υγροποιημένους υδρατμούς μέσα από την τρομπέτα. Ετοιμάζεται να ακουμπήσει ξανά τα χείλη του στο στόμιο. Με τη άκρη του αριστερού του ματιού παρατηρεί ότι δίπλα στα πόδια του έχει μόλις σχηματιστεί μια αμοιβαδοειδής κόκκινη λίμνη. Παίζει κι άλλο. Ξανατινάζει βιαστικά κάτω την τρομπέτα. Κι άλλα κόκκινα νερά. Συνεχίζει μ’έναν φρενήρη αυτοσχεδιασμό. Την τρίτη φορά που τινάζει την τρομπέτα στο πάτωμα, δεν υπολογίζει σωστά τη γωνία βολής. Κόκκινες σταγόνες εξοστρακίζονται προς τη μεριά του κοινού. Πιτσιλάνε το μπεζ φουλάρι της κυρίας στην πρώτη σειρά και το λινό σακάκι του συνοδού της. Τους κοιτάζει συνωμοτικά και του ανταποδίδουν ένα βλέμμα απορημένης φρίκης. Συνεχίζει μ’ένα μακρόσυρτο σόλο που καταλήγει σε ρυθμό βαλς. Πρέπει να τινάξει ξανά την τρομπέτα, ο ήχος της έχει βραχνιάσει ανυπόφορα. Το κάνει επιφυλακτικά γυρνώντας πλάτη στο ακροατήριο. Επιθετικοί ψίθυροι από όλες τις κατευθύνσεις και κάποιοι κρότοι από τακούνια. Κλείνει τα μάτια και συγκεντρώνεται σε ένα θρηνητικό σκοπό. Ολοκληρώνει αυθαίρετα το κομμάτι με εφτά βαθιά φυσήματα και ανάμεσα έξι μεγάλες παύσεις. Ανοίγει τα μάτια. Τα ρούχα του λερωμένα κόκκινα και υγρά. Μπροστά οι καρέκλες άδειες και η αίθουσα υποφωτισμένη. Ψηλά ένας μόνος άσπρος προβολέας. Γύρω του ανάσες και ζέστη. Λύκοι πάνω στη σκηνή. Μερικοί που αλυχτάνε και άλλοι που γλείφουν από κάτω τα κόκκινα νερά.

***

Το κλουβί

Δουλεύω ακροβάτης στο τσίρκο. Εκτελώ το νούμερο με τα σκοινιά, τους κρίκους και τα μαχαίρια, κάθε βράδυ εκτός Δευτέρας και Τετάρτης. Δεκατέσσερα χρόνια τώρα, παρουσιάζω το τελευταίο θέαμα της παράστασης. Πριν βγω στη σκηνή, κλείνομαι πάντοτε για δύο ώρες στο κλουβί του πάγου. Είναι ένας μεγάλος καταψύκτης όπου μόλις που χωράω αν κουλουριαστώ. Με αυτόν τον τρόπο το σώμα μου συρρικνώνεται κι έτσι καταφέρνω πιο εύκολα να περνώ μέσα από τους κρίκους, γίνομαι πιο άκαμπτος ώστε τα άλματα μου να είναι σταθερά και τα κρατήματά μου ζυγισμένα, ενώ σε περίπτωση που κάποιο μαχαίρι προσγειωθεί με τη λάμα του στην παλάμη μου, το αίμα καθυστερεί σημαντικά να κυλίσει. Κατά τη διάρκεια του εγκλεισμού μου στο κλουβί του πάγου δε σκέφτομαι τίποτα. Οι επιπτώσεις του παγωμένου σκοταδιού στον εγκέφαλό μου παρατείνονται σε όλη τη διάρκεια της αιώρησής μου μπροστά στους προβολείς και στα πρόσωπα καθώς και αφού προσγειωθώ και κάνω την υπόκλιση. Καμία αδρεναλίνη όσο βρίσκομαι ψηλά. Μόνο παύση κάθε συλλογισμού και μούδιασμα στους κροτάφους. Γι’αυτό οι μέρες μου είναι γεμάτες χωροχρονικά κενά, χάσματα μνήμης και μια βασανιστική αίσθηση σαν κάποια στιγμή πρόσφατα να έπαιξα παντομίμα χωρίς και ο ίδιος να ήξερα τί παριστάνω. Για όλα φταίει το κλουβί του πάγου. Ο ξυλοπόδαρος κλόουν και ο γητευτής των φιδιών με παροτρύνουν να δοκιμάσω το νούμερο χωρίς την προεργασία στο παγωμένο κλουβί. Με συμβουλεύουν επίσης να ζητήσω περισσότερα χρήματα από τον διευθυντή και να χρησιμοποιώ τα τρία μόνο μαχαίρια. Ακόμα και ο αριθμομνήμονας γάτος με κοίταξε με απαξίωση όταν η άκρη της ουράς του ακούμπησε το πόδι μου σε μια ομαδική υπόκλιση. Κουνάω συγκαταβατικά το κεφάλι. Φυσικά και τους καταλαβαίνω. Δε γνωρίζουν για την τρύπα, δεν την υποψιάζονται καν. Απέχει λίγα μόνο εκατοστά από τον κεντρικό στύλο της κυκλικής τέντας. Την παρατήρησα την πρώτη νύχτα που κρεμάστηκα από τα σκοινιά, μετά το κλουβί με τον πάγο. Πάνω από τα φώτα, τη ζέστη, τον κίτρινο καπνό και τις φωνές υπήρχε μια μικρή ασυνέχεια που από μέσα της έβγαινε σκοτάδι, κρύο και σιωπή. Δεκατέσσερα χρόνια την πλησιάζω και τις απομακρύνομαι στο άλμα με τα μαχαίρια και το στεφάνι. Κλείνομαι στο κλουβί πρόθυμα πριν την ακροβασία μου. Έτσι το παγωμένο σώμα μου μπορεί να αναγνωρίζει κατευθείαν την κρύα τρύπα της τέντας. Κάθε χρόνο η διάμετρός της μεγαλώνει και το σώμα μου συρρικνώνεται όλο και περισσότερο.

***

Λάφυρα

Νύχτα και κοιτώ μια γάτα από μακριά. Στέκεται στο πρώτο σκαλοπάτι και έχει το κεφάλι της στραμμένο προς τα αστέρια. Πλησιάζω τη γάτα. Αυτή δεν κατεβάζει το βλέμμα από τον ουρανό. Φτάνω κοντά της. Μια καρφίτσα είναι μπηγμένη στο αριστερό της μάτι και μια μύγα κοιμάται στο δεξί.

***

Πότσνταμ

Σ’εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Περιπλανώμενη κηπουρός τότε, δε μ’ένοιαζαν οι ανέσεις κι αν κάπου κάτι μου άρεζε έμενα για περισσότερο καιρό, ακόμα κι όταν η δουλειά ήτανε λίγη. Οι δρόμοι ήταν ήσυχοι και τακτοποιημένοι αλλά στενοί. Οι φανοστάτες χαμηλοί και τα παγκάκια μικρά. Οι πλάκες του πεζοδρομίου έμοιαζαν με παζλ ενώ τα γράμματα στις πινακίδες μου φαίνονταν μεγάλα και πολύ στρογγυλά. Σ’εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Τα ισόγεια μαγαζιά ήταν τ’αγαπημένα μου. Μερικά πουλούσαν ζαχαρωτά και καραμελωμένα φρούτα, σοκολατούχα γάλατα και κάτι τεράστια μπισκότα σε σχήματα ζώων. Τα περισσότερα πουλούσαν παιχνίδια. Ήτανε και πολλά που ειδικεύονταν σε ένα είδος μόνο, όπως στους στρατούς από ξύλινους πολεμιστές, ή αποκλειστικά στα κουκλόσπιτα ή ιδιαιτέρως στα χρωματιστά μικρά τουβλάκια. Σ΄εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Συχνά στις γωνίες, στις πλατείες και στα σταυροδρόμια έβρισκα σκηνικά από κουκλοθέατρο και γύρω τους κοντές πλαστικές καρέκλες. Παρατηρούσα αφίσες στους τοίχους για διηγήσεις παραμυθιών, για παραστάσεις τσίρκου, για παρελάσεις από κλόουν, για πάρτυ με ζογκλέρ και για μάγους με αστεία ονόματα. Τα απογεύματα ο αέρας μύριζε βούτυρο και βανίλια. Πολλές φορές άκουγα από ανοιχτά παράθυρα λεπτές φωνές να τραγουδούν και παλαμάκια. Στις σόλες των παπουτσιών μου έβρισκα κολλημένα κομφετί.

Σ’εκείνη την πόλη περπάτησα μέρες και μέρες. Συνάντησα κι ανθρώπους. Όλοι τους -τ’ορκίζομαι- ήτανε γέροντες και γριές.

***

copyright©Έφη Ζουμπούλη

 

Σύντομο βιογραφικόΤη λένε Έφη Ζουμπούλη, αν και θα προτιμούσε το Esther Τystnaden, και, εκτός από κόκκινα μαλλιά, διαθέτει μια εμμονή για τα άδεια περίεργα αντικείμενα, μια αφηρημάδα να συγχέει την πόλη της Θεσσαλονίκης με την παλάμη του χεριού της, νοητές γάτες για συγκατοίκους, μια ανεξήγητη αφοσίωση στο παραμύθι της αρχιτεκτονικής, μια λατρεία για τη γερμανική γλώσσα, τα καπέλα και τα γάντια, ένα κουτσό ζωγραφισμένο στο πάτωμα του δωματίου της κατά τις υποδείξεις του Χούλιο Κορτάσαρ, τρία εικονίσματα του Ingmar Bergman στον τοίχο, μια προσδοκία κάποτε να ταϊσει κύκνους μαζί με την Ούρσουλα Λε Γκεν, και να πιεί πράσινο τσάι με τον Αργύρη Χιόνη, φτιάχνει εξαιρετικές τάρτες λαχανικών, θυμάται πάντα ονόματα, εκτρέφει ήδη είκοσι δύο ωδικά πτηνά στο κλουβί της ηλικίας της, εικονογραφεί τα μυθιστορήματα επιστημονικής φαντασίας που ακόμα δεν έχει γράψει και γράφει τα μικρά διηγήματα και τα χαϊκού που ακόμα δεν έχει εικονογραφήσει, επιβεβαιώνοντας παράλληλα, την ισχύ του κλισέ να μιλάει για τον εαυτό της σε τρίτο πρόσωπο..

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία