Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ανδριαννή

thiveos4.3.14

Του ΄παν την είδαν στα μαγαζιά της παραλίας. Τράβηξε τον δρόμο, πέρασε τις εκκλησίες, τα κορίτσια του Νίγηρα, άγουρα, βαθιά κόκκινα κορίτσια. Θυμήθηκε το πρόσωπό της και μετά σαν να δίστασε, έπαψε και κοίταξε τους δρόμους. Τις Κυριακές γυρεύεις να σταθείς γύρω απ΄τα πόδια μου, πρωί, δίχως φως. Με τα κίτρινα χρόνια σου έγδερνες τα πατώματα , θυμάσαι. Και έλεγες, θα πάω στη θάλασσα, μ΄αρέσει το λιμάνι, η σπασμένη άκρη με τον φάρο.
—–Τα μαγαζιά της παραλίας ησυχάζουν πολύ τις Κυριακές. Άμα χάνονται οι πιστοί στα σπίτια τους, νωρίς το μεσημέρι, μονάχα η βροχή απομένει πάνω στις στέγες μας. Είναι κάτι παλιές φωτογραφίες, φαίνονται τα σπίτια ως τη θάλασσα. Εκεί τελειώνουν οι μέρες μας, εκεί στην άκρη της θάλασσας και σφούγγιξε το λαιμό του. Κοίταξε ψηλά τις σκοπιές, συνέχισε. Τις ώρες που βρέχει εξομολογείται την πίστη του. Κοιτάζει πίσω απ΄το παράθυρο, τίποτε σπουδαίο, μόνο συντρίμια από παλιές βολές και τα φανάρια των αγίων.       Απ΄εκεί θα γυρίσει έλεγε και την κοιτούσε, αρχόντισσα να κατεβαίνει το λόφο, με τους έρωτες της όλους στην ποδιά. Διάβασε που έλεγε πως κουράστηκε, πως τόσα χρόνια με την ανάσα στο στόμα, όλο αγωνία και σκληρές μέρες. Διάβασε που΄λεγε πως βρήκε κάποιον, τα ταίριαξαν και φεύγει. Να μην την γυρέψει, ούτε ματωμένες καρδιές, ούτε και άλλες τέτοιες Κυριακές, απέραστες. Είναι τα παιδιά με την ντροπή, είναι οι επισκέπτες των νοσοκομείων απ΄την επαρχία, οι φοιτητές, τόσος κόσμος πονεμένος εκεί έξω, σε ιδρύματα, άμβωνες και αυλές. Κατερίνα, Άλκηστις, Ανδριαννή, στάσου μακριά απ΄τα κιγκλιδώματα. Γιατί είναι κόκκινο το λουλούδι του και ανάρπαστο το χαμόγελό σου Κατερίνα, Άλκηστις, Ανδριαννή.
—–Θα της πει δυο κουβέντες. Έτσι πεινασμένος, με το παλιό πανωφόρι, ακούει τα γέλια απ΄τα μαγαζιά. Να την που τον χαιρετά πιασμένη απ΄τον καημό, με την καφετιά βαλίτσα των αναχωρήσεων. Τα σινεμά της Λυών και άλλες σκηνογραφίες. Στις γειτονιές σφυρίζουν βρισιές, ανεμοδείκτες, σημαίες, σκόρπιοι προβολείς ανάμεσα στα σπίτια. Εγώ, της είπε είμαι από κάρβουνο. Μακριά απ΄τις φωτιές, εγώ, της είπε, χτυπώ τις νύχτες κορυφή, τρελοί εξώστες της οδού Αριστοτέλους. Εγώ, της είπε και κράταγε το λαιμό της μες στα χέρια του, όπως σπασμένο αγγείο. Ίσια στο μάτι της πρόβαλε τ΄αγκάθι και τότε φωνάζουν απ΄τα γύρω μαγαζιά, τρέξτε, έδειχναν που γονάτιζε το κορίτσι, τ΄αγκάθι που σταζε.   Μετά έφυγε προς τη θάλασσα και ένας έκανε νόημα να πάψουν γιατί κάτι έσπασε μες στα νερά. Την ώρα εκείνη σκόρπιες φωτιές στ΄ανοιχτά, νεκρό το κορίτσι και η Κυριακή πεθαμένη. Πέρασαν μέσα απ΄την αγορά και ένας φώναξε γιατί το κορίτσι. Εκείνος είπε τ΄όνομά της και ήταν ολόκληρος ποτάμι, ήταν από νερά. Είχε την καρδιά στα χέρια, είχε την καρδιά στο πρόσωπο.Το σχήμα του που΄ταν ένα μουσικό ολόκληρο, το περιβόλι του νεκρού ήταν.
—–Τ΄όνομά της το γνώριζαν στο εργοστάσιο. Κάποιος από μια βάρδια φρόντισε τ΄άλλα. Τώρα πια αναπάντεχα βρίσκουν κάτι δικό της, τη θυμούνται μες στους θορύβους, σαν αποκοιμισμένη στην προκυμαία, τη θυμούνται και τα χρόνια μετρούν μ΄όσους έχουν φύγει. Πρόσφατα βάλαν ένα παρτέρι, τ΄ασβέστωσαν και αφήνουν πάντα λίγα λουλούδια ή μια κοριτσίστικη κορδέλλα. Απ΄τον φονιά, λένε, απ΄τον φονιά.

—–Έτσι σκοτώθηκαν πολύ ύστερα, η Κατερίνα, η Άλκηστις, η Ανδριαννή και τόσες άλλες. Απ΄αγάπη.

***

©Απόστολος Θηβαίος
εικόνα©Jeanne Dunning, 1999

Comments Off

Filed under Ανταποκρίσεις, ελληνική λογοτεχνία, πεζοποιήματα