Μαρσέλ Προυστ, τυχαία αποσπάσματα

proust

Α

«…Ένας άνθρωπος που κοιμάται κρατά σε κύκλο ολόγυρά του το νήμα που δένει τις ώρες, την τάξη που ακολουθούν τα χρόνια και οι κόσμοι. Τα συμβουλεύεται όλ’ αυτά με το ένστικτό του μόλις ξυπνήσει και διαβάζει σ’ ένα δευτερόλεπτο το σημείο της γης που κατέχει ο ίδιος, το χρόνο που κύλησε όσο κοιμόταν• όμως οι σειρές τους μπορούν να μπερδευτούν, να κοπούν. Αν τα ξημερώματα, ύστερα από αϋπνία, τον πάρει ο ύπνος ενώ διαβάζει, σε μια στάση πολύ διαφορετική απ’ αυτή που συνηθίζει όταν κοιμάται, τότε το υψωμένο χέρι του αρκεί να σταματήσει τον ήλιο, να τον κάνει να υποχωρήσει και, στην πρώτη στιγμή του ξύπνου του, δεν θα γνωρίζει πια την ώρα, θά ‘χει την εντύπωση πως μόλις πλάγιασε να κοιμηθεί…»

***

Β

«[...]Αναρωτιόμουν τι ώρα μπορούσε νά ‘ναι· άκουγα το σφύριγμα των τραίνων που, κοντινό ή απόμακρο, όπως το κελάηδημα πουλιού στο δάσος φανερώνει τις αποστάσεις, μου περιχαράζει την έκταση του έρημου κάμπου, όπου ο ταξιδιώτης προχωρεί βιαστικά για να φτάσει στον επόμενο σταθμό· και το μονοπάτι που ακολουθεί θα χαραχτεί στη μνήμη του απ’ τον ερεθισμό που προκάλεσαν καινούργιοι τόποι, πράξεις ασυνήθιστες, η πρόσφατη συζήτηση κι ο αποχαιρετισμός κάτω απ’ την ξένη λάμπα που τον συντροφεύουν ακόμα μέσα στη σιωπή της νύχτας, η γλυκειά γαλήνη της επιστροφής σε λίγο.[...]»

***

Γ

«… η καρδιά μου φούσκωνε, λες κι ένας καλός θεός μου είχε επιστρέψει αυτή τη σκέψη κι είχε αναγνωρίσει πως ήταν θεμιτή κι ωραία. Τύχαινε, καμιά φορά, μια σελίδα του να λέει: αυτά τα ίδια πράγματα που έγραφα συχνά το βράδυ στη γιαγιά μου και στη μητέρα μου όταν έμενα άϋπνος, και τότε η σελίδα αυτή του Μπεργκότ μου φαινόταν σα μια συλλογή από επιγραφές για να τοποθετηθούν πάνω από τα γράμματά μου. Ακόμα κι αργότερα, όταν άρχισα να γράφω ένα βιβλίο με μερικές φράσεις, που η ποιότητά τους δεν στάθηκε αρκετή να με πείσει: για να συνεχίσω, ξαναβρήκα το αντίστοιχό τους στον Μπεργκότ. Αλλά μόνο τότε, όταν τις διάβαζα στο έργο του, μπορούσα να τις χαρώ• όταν τις έγραφα εγώ ο ίδιος, στη προσπάθειά μου να τις κάνω ν’ αποδώσουν αυτό ακριβώς που διέκρινα στη σκέψη μου, κι από φόβο μήπως δεν κάνω «κάτι που να μοιάζει», δεν είχα τον καιρό ν’ αναρωτηθώ αν αυτό που έγραφα ήταν ευχάριστο! Στην πραγματικότητα όμως μόνο τέτοιες φράσεις, μόνο τέτοιες σκέψεις αγαπούσα αληθινά…»

***

Δ

«…Γιατί στα επόμενα βιβλία του, όταν έκανε κάποια αναφορά σε μια μεγάλη αλήθεια ‘η στο όνομα μιας φημισμένης εκκλησίας, έκοβε την αφήγησή του και, με μιαν επίκληση, μιαν αποστροφή, μια μεγάλη προσευχή, άφηνε απόλυτα ελεύθερα αυτά τα ξεσπάσματα, που στα πρώτα του έργα περιορίζονταν εσωτερικά στον πεζό του λόγο και τα διέκρινες μόνο σε κάποιους κυματισμούς στην επιφάνεια, κυματισμούς πιο απαλούς ίσως ακόμα, πιο αρμονικούς, όταν έμεναν έτσι κρυφοί και δεν μπορούσες να πεις με ακρίβεια που γεννιόταν και που έσβηνε το ψιθύρισμά τους. Αυτά τ’ αποσπάσματα, που τα χαιρόταν κι ο ίδιος, ήταν και τ’ αποσπάσματα που προτιμούσαμε. Εγώ τουλάχιστον τα ήξερα απ’ έξω. Λυπόμουν μόλις ξανάπιανε το νήμα της αφήγησης. Κάθε φορά που μιλούσε για κάτι που η ομορφιά του δε μου είχε ως τότε αποκαλυφθεί, για τους πευκώνες, για το χαλάζι, για την Παναγία των Παρισίων, για την Αταλία ή τη Φαίδρα, κατόρθωνε με μιαν εικόνα να κάνει να ξεχυθεί ως μέσα μου αυτή η ομορφιά….»

***

Ε

«…η επινοητικότητα του πρώτου μυθιστορήματος στάθηκε ότι κατάλαβε πως στο μηχανισμό των συναισθημάτων μας, αφού η εικόνα είναι το μόνο ουσιαστικό στοιχείο, η απλοποίηση που θα πήγαινε να καταργήσει καθαρά και ξάστερα τα πραγματικά πρόσωπα θα ήταν μια αποφασιστική τελειοποίηση. Έναν πραγματικό άνθρωπο, όσο βαθιά κι αν τον συμπαθούμε, τον βλέπουμε ως ένα μεγάλο βαθμό με τις αισθήσεις μας, παραμένει δηλαδή για μας αδιαπέραστος, προσφέρει ένα νεκρό βάρος που η ευαισθησία μας δεν μπορεί να το σηκώσει. Αν σου τύχει κάποιο κακό, μόνο σ’ ένα ελάχιστο τμήμα την συνολικής ιδέας που έχουμε γι’ αυτόν θα μπορούσαμε να συγκινηθούμε· κι ακόμα περισσότερο, μόνο σ’ ένα τμήμα της συνολικής ιδέας που έχει για τον εαυτό του θα μπορέσει ο ίδιος να συγκινηθεί….»

***

ΣΤ

«Σταματούσα για να δω πάνω στο τραπέζι, όπου η παραμαγείρισσα τα είχε μόλις ξεφλουδίσει, μπιζέλια αραδιασμένα και μετρημένα στη σειρά σαν πράσινες μπίλλιες σ’ ένα παιχνίδι· αλλά στεκόμουν γεμάτος θαυμασμό μπροστά στα σπαράγγια, που έχουν χρώμα θαλασσί και ροζ και η μυτερή άκρη τους, με λεπτότατες πινελιές μωβ και γαλάζιες, ξεθωριάζει ανεπαίσθητα ως τη ρίζα τους –λερωμένη ακόμα από το χώμα του φυτού- με ιριδισμούς που δεν είναι γήϊνοι. Είχα την εντύπωση πως οι ουράνιες αυτές αποχρώσεις πρόδιδαν τα γλυκύτατα πλάσματα που, κάτω απ’ τη μεταμφίεση της σφιχτής και γευστικής τους σάρκας, άφηναν να διαφανεί, σ’ αυτά τα χρώματα που γεννιούνται με τη χαραυγή, σ΄ αυτές τις απόπειρες ουράνιου τόξου, σ’ αυτό το σβήσιμο γαλανής βραδιάς, η πολύτιμη ουσία, που την αναγνώριζε και πάλι, όταν όλη η νύχτα μετά το δείπνο, όπου είχα φάει σπαράγγια, τα πλάσματα τούτα έπαιζαν τις ποιητικές και άσεμνες φάρσες τους, όπως σε παραμύθι του Σαίξπηρ, μετατρέποντας το δοχείο μου σε βάζο με αρώματα…»

Όλα, από «Αναζητώντας τον Χαμένο Χρόνο» – Από τη μεριά του Σουάν, μετάφραση Παύλος Ζάνας,εκδόσεις Ηριδανός.

[αγριμολόγος]

Comments Off

Filed under μετάφραση, Ξένη Λογοτεχνία, Πεζογραφία