Έκτωρ Πανταζής, «Αλάριχος»

1.

Ζωντανό σκοτάδι

Σε σιδερένιες νύχτες
πάκτωσε θάνατος
τη ζωή
στάλαξε αίμα πόνος κατάβαθα
Με τέτοιες νύχτες υφάνθηκε
όλο το πέρασμα
Αιφνίδια κλωσμένοι μ αυτό
να μην το πιάνουμε
Γιατί είναι σκελετός του σπιτιού της ζωής
οπλισμένο σκυρόδεμα
ασβεστόπετρα βαθιά στο κόκαλο
χτίσιμο του απολύτου με υλικά αντοχής
ν αντέχουμε.
_Τα μαλλιά σου σαν νύχτα
σείστηκαν ζωντανό σκοτάδι.

***

2.

Βένθος

Περνούν σκιές νύχτα μεγαλοπαράσκευου
και τους τρώει το αίνιγμα, το εντάφιο ψυχολόι.
Πάνω κάτω στο σκοτεινό φυλάκιο
ένα κόκαλο διαβάζουν ψιθυριστά. Αβάσταχτο μαράζι.
Αναμέτρηση θανάτου. Σύνορα χάρου κα χαραυγής. Χαράζει.
Μυητήριο μυστήριο. Σπουδή (γιά πιό γρήγορα;) του κόκαλου.
Κόβεις σβέρκο; Απολιθώματα αστραπής; Ύστατα φλας μνήμης;
Πονούν τα χέρια, ξεριζώνονται από τους αγκώνες,
φέρτε βοτάνια να πλέξει το μυαλό παρηγοριές
να πενθήσει το μαύρο πάνθηρα.
Βόσκει το μαύρο τις ψυχές ,βόσκει ψυχή το κρυόμαυρο.

Πένθιμες προσευχές, νύχτες άραχλες, σκοτεινά σκοτάδια ντζάτι.

Ράσο χιονιάς.

Και τ αστέρια πέφτουν.

Βάλλε γλώσσα , κλώσσα μυστηρίου, βάλλε.
Γλώσσα να μαζέψει τα σβησμένα αστέρια του ωκεανού.
Βάλλε γλώσσα τη στάχτη των αστεριών να ψιθυρίσει.
Με το μόνο ψίθυρο στην αφωνία του στερεώματος
πλέξε τραγούδι, δώσε στολή μαύρο δέρμα
στα σφαχτάρια της ύπαρξης, άφωνη μουσική,
σύμφωνα και φωνήεντα, νότες της σάρκας,
νοτιά έ νοτιά έ άκοπε, έ με άκοπα μαλλιά
τραγουδιστή νοτιά σβήσε τ αυτιά,σβήσε το βάσανο
σβήσε την ακοή του κόσμου,σβήσε μέσα στην απεραντω-
σύνη,την άβυσσο απεραντωσύνη,σβήσε το απεγνωσμένο
ώ ρίγος της ανεπάρκειάς μας,
ώ δαιμονότητα.

***

3.

Στο τσακισμένο όλο

Στο τσακισμένο όλο του κόσμου στην ακτή
ριγμένος
ξεβρασμένο θαλασσόξυλο
χώνω νύχια στην άμμο
κάτι πιο στέρεο απ το νερό
που δεν παραιτείται με λύσσα
να με διεκδικεί και πάει να
με ξαναρπάξει για τα βαθιά
ασυναίσθητα γαντζώνομαι
κι ας μη θέλοντας γλυτωμό
Πολυσύχναστες ακτές τι να σας κάνω;
Δίχως ακτή. Και κόσμο δίχως. Πεταμένος έξω. Έξω απ’ το χρόνο.-

***

copyright ©Έκτωρ Πανταζής

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, ποίηση