Στάθης Κομνηνός, ποίηση

Από τη συλλογή «Τριάς Εξαπατήσεων», εκδόσεις Δόμος

α.

Δι’όλης τής νυκτός

Προχωρούσε με βήματα νησιού
Κι εκτυφλωτόκες τού ασβέστη στενωπούς

- Άσφαλτη Αιχμαλωσία έλα, ω ξαναέλα ! αποπλανητική -

Άλλοτε πάλι, ξερόχορτο και θυμάρι μ’ ένα ίχνος δεντρολίβανο
Φορώντας ακινητούσε το θάμβος σπορέας ηδύποτου αφανισμού
Στο βάθος πάντα μια ορεινή καμπύλη ονείρου
Σαν μανδύας παραμυθητικός ανέμιζε

- είν’ η ζωή τρισάγιο διάτρητο Δάκρυ,
Χόρεψε αγάπη μου ! καημός το μέλι αβάσταχτος -

Ή κάποτε ανώνυμα και μυστικά στη λερή ποδιά τρύπωνε
τής γιαγιάς όπου μικρούλης βασίλευε ιδιόλεκτος κόσμος
Στις ευωδιές όλες εκτεθειμένος άναρχου κήπου
Και αρχαίας πήλινης σάρκας πλατύφυλλου αναστεναγμού
Βοήθεια ! Μεθούσαν τα ρουθούνια μας σιωπή
Με το πρόσωπο βαθιά σταυρωμένο στην πορώδη μαγεία

Δήμιε να, ο τράχηλός μας γάμος σουλιώτικος τής λεπίδας σου !
Ανάσα και πνοή μου, παραδώσου !

Μα την αλήθεια στήθηκε ό,τι χρειαζόταν η καταστροφή ν’ανθίσει.

***

Η ΧΟΑΝΗ ΤΟΥ ΚΟΣΜΟΥ
γ.

Στερεώσας την γην επί των υδάτων

Θάλασσα νυμφομανής των ναυαγίων
Θάλασσα μαγνήτης τυχοδιωκτισμού
Θάλασσα εικόνισμα επιθυμίας

Θάλασσα που ξεβράζεις πτώματα

και καταπίνεις σώματα !

Ρεμπέτικο σ’αρμόζει εφύμνιο ρεμπέτισσας

Κάτι σαν φούχτα, σαν γαβάθα
Τις αξιοθρήνητα σπαργανωμένες παλινωδίες
Του κόσμου την κονταρομαχία
Που αδύναμες εκσπερματίζει Ανατολές
Δήθεν εκτυφλωτικά καινούργιες
Πανομοιότυπους βλαστούς όλων των πριν και των μετά δύσεων
Διαφεντεύει
Φέροντας τον πανάρχαιο τίτλο
Τής Σταθεράς του Κόσμου Αδιαφορίας

(Σίγουρα ο κάθε συνεπής Αϊνστάιν
Τη νομοτέλεια μιας τέτοιας κοσμοφιλούς αυθαιρεσίας
Απελπισμένα στριμώχνει
Στις κοσμολογικές του εξισώσεις
Για να ξορκίσει με το λιβανωτό της
Τον έσχατο φόβο τής κουλούρας
Ανάστατος σφίγγοντας τού Παρμενίδη το χέρι)

Ανάσκελα κείτονταν στα κοχύλια της
Άγρα Ιόνιου καλοκαιριού και μεσημβρίας τωρινά αρχαιοελληνικής
Καθωσπρέπει πνιγμένος ολότελα
Πάνυγρος σαν φιλί
Ασάλευτος σαν κόσμος
Άπνους σαν ψέμα
Μ’όλες τις ανάσες γύρω του
Ασύνταχτα απ’ ασκό Αιόλου επελαύνουσες
Να τον φυσούν
Μα εκείνος άπνοο επέμενε ψέμα
Δυο βήματα πιο πέρα
Όλες τού κόσμου οι γλώσσες έπιναν καφέ
Διασταυρωμένες στην ημερήσια παραθαλάσσια απορία
Και μια καμπύλη δρόμου φιλοξενούσε
Ξεφλουδισμένα πέλματα περιηγητές τής σκόνης
Που διάβαιναν όπως έπρεπε αδιάφορα

Εφτά λάμπουσες παρέκει
Στο μέτρο τής ομορφιάς και του θαύματος
Εφτά χοχλίδια απόσταση
Εφτά βότσαλα αίμα ζεστό
Οι αιώνια δύο
Το αιώνια μεθυσμένο παράπηγμα
Του έρωτα αναστήλωναν
Δίχως να σαλεύουν
Μόνο κάποτε στυλώνοντας τα μάτια κατά κει
Σιωπηρά τη νέκρα τού πνιγμένου μετάγγιζαν
Στα λάβρα τους σώματα
Βουβά υποσχόμενοι Βατερλώ στο θάνατο

Ήταν γι αυτούς πρόκληση αθανασίας !

Γλάροι ισοκρατούσαν την αρμονία
Σπουργίτια αντιφωνούσαν επωδούς
Τα πίσω βουνά κύκλωναν το θαύμα
Ο φλοίσβος κανοναρχούσε ιδιόμελα
Κύματα νανούριζαν επερχόμενα μεταμεσονύκτια όνειρα
Και Φως απαλό σαν στήθος Ανθρώπου
Μες στον κατακλυσμό του νυμφαγωγούσε
Τον ανάσκελο αριθμό
Στον πιο μυστικό καταδικό του αρχέτυπο !
Μύριζε αγκαλιά, κάλλος και συμφωνία
Αίσθηση φούχτας και προστασία ανοιχτής παλάμης

Ωστόσο λοξοκοιτώντας ένα κοράκι κατεψυγμένο
—————————————————————–Δείλιαζες
Γκρίζα ματιά σ’ αίμα χυμένο, ερωτικό ;
Νερόμυλος αδιαφορίας χλευαστής κατακλυσμών και κιβωτού ;
Άριστα συντηρημένη και καλολιπασμένη κρεατομηχανή ;

***

copyright© Στάθης Κομνηνός

***

Κριτική του Σπύρου Γεωργίου

Εύηχο κανονάκι ας ηχήσω την άγνοια. Με τον στίχο αυτό, επίκληση προς τη μούσα, από το πρώτο κιόλας ποίημα του βιβλίου, ο Στάθης Κομνηνός μας κάνει γνωστό τον τρόπο που ο ίδιος θεωρεί ότι γράφεται η ποίηση. Εύηχα, δηλαδή αρμονικά, αλλά και με κίνδυνο – τον κίνδυνο που γεννά η απομάκρυνση  από κάθε  ασφαλή γνώση του κόσμου.   Η είσοδος στα σύνορά της ποίησης, μας βεβαιώνει ο Κομνηνός, δεν χρωστά χάρη σε κανένα είδος γνώσης που έχουμε θησαυρίσει, γίνεται μόνο αφού αποφασίσουμε να βαδίσουμε  προς το άγνωστο, χωρίς τη βοήθεια του πολιτισμού που εκλογικεύει  τα βήματά μας προς αυτό. Η πορεία αυτή προς το άγνωστο ούτε μας μυεί βέβαια σε κάτι το εξωπραγματικό, αντίθετα, μας ανοίγει στο  πιο προφανές μυστήριο: στην ίδια την πραγματικότητα, στη χώρα τού «εδώ». Το «εδώ», όσο κι αν νομίζουμε ότι το κατέχουμε, είναι μάλλον μια  ήπειρος άγνωστη – η μόνη ωστόσο υπαρκτή, την οποία και πρέπει να κατοικήσουμε: Αλλού δεν έχω. Εδώ, εδώ. Η κατοίκησή μας  στον πραγματικό κόσμο και η συνείδηση της παρουσίας μας σ’ αυτόν γίνεται με το σώμα.

Το σώμα είναι το αντίθετο του κενού, αναδύεται από την απουσία και, λόγω των αισθήσεων που το σφυρηλατούν, μας φέρνει αντιμέτωπους με το έξω. Το σώμα, δηλαδή, εφόσον  αληθινά το ενοικούμε, μας ανοίγει στη διάσταση του βάθους, στη χοάνη του κόσμου,  όπου λιώνουν όλα τα μέταλλα – ωστόσο, στο «Τριάς εξαπατήσεων», γίνεται προσπάθεια να μην  ομολογηθεί αυτή η αρχικά χαοτική για τον κόσμο αίσθηση βιαστικά ως η μόνη αλήθεια. Ας μη ξεφύγει από τα δόντια μας ο φόβος / Ας μη βλαστημήσουμε ακόμη το χρυσοχόο. Αυτό το σύμπαν μπορεί να είναι κι ένας κήπος. Τι όμως μας κάνει να τον αντικρίσουμε ως τέτοιον; Μα η αγάπη. Η αγάπη Εκείνου που κάνει τον κόσμο να μυρίζει αγκαλιά, κάλλος και συμφωνία, …Αίσθηση φούχτας και προστασία ανοιχτής παλάμης.

Βέβαια ο άνθρωπος ηττάται από τη μοίρα. Όλοι χάνουν. /  Εύστοχη μοίρα. Με τον φυσικό θάνατο δεν μπορείς να τα βάλεις. Είναι ο αέρας που φυσά προς μια κατεύθυνση, την κατεύθυνση της φθοράς. Όμως το αεράκι της αιωνιότητας κι αυτό υπάρχει και μας χαϊδεύει. Έρχεται ως η ήττα του εγωισμού μας, ως άνοιγμα στην απειρία της ελευθερίας μας: Είμαι κανείς στο όλον που μου δίνεις.

Το βιβλίο του Στάθη Κομνηνού είναι μια προσευχή, μέρος του τυπικού μιας προσωπικής λατρείας. Ξεκινά από το άλγος της απουσίας για να φτάσει στην ευγνωμοσύνη. Να είσαι πλασμένος από σάρκα, να το αντικείμενο της ευχαριστίας. Από το μηδέν διατρέχει την απόσταση μέχρι το σώμα, κι από κει μέσω του μυστηρίου της εγγύτητας ως τη σάρκα του κόσμου που γίνεται πατρίδα, όλο φλέβες, αίμα σάρκα, μαρτυρώντας συγχρόνως την ανάδυση ενός άλλου φωτός, μαρμαροθραυστικού, που διαλύει τα σκότη. Η πόρπη ενός ηλίου δεύτερου / Σπαργανωμένου στην αόρατη πλευρά / Της φυλλωσιάς του κόσμου / Μεσ’ από κάθε κάλυμμα φιλόστοργα ηγεμονεύει / Θεέ μου, Θεέ μου / Ειν’ όλα τόσο ζωντανά που δεν αντέχονται!.

Με μια γλώσσα πυκνή, όπου συχνά ένας στίχος θα μπορούσε να αποτελεί κι ένα ολοκληρωμένο ποίημα, θυμίζοντας τον τρόπο του Καρούζου, αλλά και με χωνεμένες καλά μουσικές από την στιχοποιία  του όψιμου Ελύτη, μας παραδίδει ένα βιβλίο μεστό, καταγραφή μιας πορείας  προς το αυθεντικό, απότοκο της θερμής ποιητικής του ιδιοσυγκρασίας.

 

πηγή: Αντίφωνο

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, ποίηση