Rafael Sanchez Ferlosio: “Οι Πυροσβέστες της Μαδρίτης”

Μετάφραση: Γιώργος Λυκοτραφίτης. περιοδικό «η λέξη» Νο 180, Απρίλιος – Ιούνιος 2004…

Kάποια μέρα, ο Αλφανουί κι ο κύριος Θάννα είδαν μια πυρκαϊά. Μια γυναίκα σ’ ένα μπαλκόνι ούρλιαζε απελπισμένη. Απ’ τις ρωγμές του σπιτιού έβγαινε καπνός. Ο κόσμος μαζεύτηκε γύρω απ’ το σπίτι. Από μακριά άρχισε ν’ ακούγεται η σειρήνα της Πυροσβεστικής. Έπειτα, έφτασαν μεγαλοπρεπείς απ’ το βάθος του δρόμου, με το κόκκινο, άλικο όχημά τους και την επιχρυσωμένη του και τα επιχρυσωμένα τους τα κράνη, καθαροί και περίλαμπροι. Οι πυροσβέστες έφερναν μια γιορτινή χαρά.

Υπήρχαν, εκείνους τους καιρούς, στη Μαδρίτη, πολλά παιδιά που ήθελαν να γίνουν πυροσβέστες. Ήταν μια ειρηνική εποχή και τα ηρωικά παιδιά δεν είχαν άλλο όνειρο. Γιατί ο πυροσβέστης ήταν ο καλύτερος ήρωας απ’ όλους τους ήρωες, αυτό που δεν είχε εχθρούς, ο μεγαλύτερος ευεργέτης. Οι πυροσβέστες ήσαν καλοί και σεβάσμιοι, με τα μεγάλα του μουστάκια, με τις φόρμες τους, με τις περικεφαλαίες τους όπως οι Έλληνες και οι Τρώες, αλλά ομόψυχοι κι ευγενικοί, χοντροί και καλωσυνάτοι. ζήτω οι πυροσβέστες!

Απ’ την άλλη μεριά, ήσαν οι μεγάλοι φίλοι της φωτιάς. Έπρεπε να βλέπατε με τι χαρά κατέφθαναν, τον ενθουσιασμό του έργου τους, την αγαλλίαση των κόκκινων οχημάτων τους. Έσπαζαν με τα τσεκούρια τους πολύ περισσότερα απ’ όσα έπρεπε να σπάσουν. Αγανακτισμένοι απ’ την ατέλειωτη ησυχία τους, τους μέθαγε ο συναγερμός, οι φλόγες τους ξανάβανε κι έφταναν στην πυρκαϊά όλο ευφορία. Έβαζαν μπροστά τους μηχανισμούς τους, πλήρεις από ενεργητικότητα και καθαρή ταχύτητα. Νικούσαν τη φωτιά, μόνο και μόνο επειδή παρουσίαζαν έναντι εκείνης μεγαλύτερης ενεργητικότητα και μεγαλύτερη ταχύτητα. Και η φωτιά ταπεινωμένη, αποσυρόταν στα μυστικά της σπήλαια. Αυτοί το γνώριζαν το μυστικό, το μόνο αποτελεσματικό ενάντια στις φλόγες. Νικούσαν τη φωτιά ως προς εκείνο που θεωρούσαν τότε περισσότερο σπουδαίοι: την κίνηση και τη σκηνογραφία. Την εξευτέλιζαν. Όλα τα μάτια στρέφονταν σ’ εκείνους• τη φωτιά κανείς δεν την κοιτούσε πια.

Έτρεχαν λιγότερο από ένα κανονικό άτομο, αλλά έτρεχαν με ρυθμό και τέμπο γυμναστικό: το στήθος έξω, πυγμή στο στήθος, ψηλά το κεφάλι, σηκώνοντας πολύ τα πόδια από το έδαφος και τα γόνατα προς τα έξω και ποτέ δεν σκόνταφτε ο ένας στον άλλο. Για όλους αυτούς τους λόγους ο κόσμος έλεγε:

- Τι όμορφα που τρέχουν!

Ποτέ δεν έβγαλαν κανέναν απ’ την πόρτα, αν και θα μπορούσαν• πάντα το έκαναν απ’ τα παράθυρα ή απ’ τα μπαλκόνια, επειδή το σημαντικό για να νικήσουν ήταν η θεαματικότητα. Υπήρξε πυροσβέστης που, πάνω στο ζήλο του, ανέβασε μια νεαρά ύπαρξη από τον πρώτο όροφο μέχρι τον πέμπτο, προκειμένου να την σώσει από εκεί.

Σε κάθε όροφο υπήρχε πάντοτε μια νέα. Όλοι οι υπόλοιποι γείτονες έβγαιναν απ’ το σπίτι πριν να φτάσουν οι πυροσβέστες. Αλλά οι νέες έπρεπε να μείνουν και να σωθούν από κείνους. Αυτή ήταν η ιερή προσφορά που έκανε ο λαός στους ήρωές του, γιατί δεν υπάρχει ήρωας χωρίς κορίτσι. Όταν έφτανε η ώρα της φωτιάς, κάθε νέα γνώριζε τις υποχρεώσεις της. Ενώ οι υπόλοιποι έτρεχαν γρήγορα με όλα τα τιμαλφή, αυτές σηκώνονταν αργά και τραγικά, δίνοντας καιρό στις φλόγες, σκούπιζαν απ’ το πρόσωπό τους τις μπογιές και τα βαψίματα, έλυναν τις μακριές αλογοουρές τους, ξεγυμνώνονταν και φορούσαν το άσπρο νυχτικό. Έβγαιναν τέλος, επίσημες και μεγαλοπρεπείς, να ουρλιάξουν και χτυπήσουν τα μπράτσα τους στα μπαλκόνια.

Έτσι τα είδε ο Αλφανουί εκείνη την ημέρα, κι αυτά γίνονταν κάθε φορά που υπήρχε πυρκαϊά. Συνέβαινε πάντα το ίδιο, γιατί ήταν μια εποχή με τάξη και με σεβασμό και με καλές συνήθειες.

[Στάχτες Νο 10]

Comments Off

Filed under Ξένη Λογοτεχνία, Πεζογραφία