Σάκης Τότλης, Το άγραφο χαρτί

Εκδόσεις Ποταμός

Αφήγημα

«Εκεί, δίπλα στο αυλάκι, τα ξαδέρφια μου είχαν πιάσει έναν σκαντζόχοιρο μια φορά, τον είχαν βάλει στο ταψί και χτυπούσαν μια κατσαρόλα με την κουτάλα, σαν τύμπανο, για να χορέψει, αλλά δεν είχε χορέψει και πολύ. Η γιαγιά μου τους φώναζε που χτυπούσαν την κατσαρόλα και θα τη γέμιζαν γούβες, αν δεν έσπαζαν και την κουτάλα από πάνω. Ποιος την άκουγε όμως; Γελούσαν όλοι, γιατί είχαν πιάσει έναν σκαντζόχοιρο που δεν ήξερε χορό. Είναι πολύ όμορφο ζώο ο σκαντζόχοιρος. Έχει γλυκά μάτια, αφηρημένα, μυτερή μουσούδα με αραιά μουστάκια, και μια μπίλια πολύ μαύρη, ευκίνητη και γυαλιστερή στη μύτη άκρη άκρη.»

Ο πεζογράφος Σάκης Τότλης αφηγείται και φανερώνει πώς τα πρώτα εντυπώματα στο άγραφο χαρτί της παιδικής μνήμης γίνονται οι πιο εσαεί πυκνογραμμένες αποσκευές.

Κριτική της Μ. Θεοδοσοπούλου στην «Ε» 

Η λεγόμενη σοβαρή λογοτεχνία είναι, κατά κανόνα, σκυθρωπή. Στρέφεται περισσότερο προς την αρνητική πλευρά των πραγμάτων παρά προς τη θετική. Προτιμά τις επώδυνες από τις τερπνές καταστάσεις και αφηγείται μελαγχολικές ιστορίες, αντί για χαρούμενες. Θεωρείται τόσο αδιανόητο ότι μπορεί να υπάρξει λογοτεχνία που να της ταιριάζει, κυριολεκτώντας, ο τίτλος χαρούμενη λογοτεχνία, ώστε οι αγγλόφωνοι τον χρησιμοποίησαν μεταφορικά, σηματοδοτώντας την ομοφυλοφιλική, αγγλιστί gay, λογοτεχνία, η οποία, ως επί το πλείστον, δεν είναι καθόλου χαρούμενη. Η μόνη χαρούμενη λογοτεχνία, με την κυριολεκτική σημασία της λέξης, είναι η παιδική, στον βαθμό που δεχόμαστε ότι υπάρχει λογοτεχνία εξαρχής γραμμένη για παιδιά. Το παιδί, πάντως, φαίνεται να είναι εκείνο που εισάγει καμιά φορά τη χαρούμενη διάθεση και στη λογοτεχνία για ενηλίκους. Οι περισσότεροι συγγραφείς έχουν γράψει τουλάχιστον ένα βιβλίο για τα νεανικά τους χρόνια. Οχι, όμως, πάντα χαρούμενο, καθώς ο αυτοβιογραφικός τους λόγος καθορίζεται από την εποχή στην οποία αναφέρεται. Αλλωστε, στην πλειονότητά τους, πιστεύουν ότι είναι το ιστορικό φορτίο της εποχής, που καθιστά άξιες αφήγησης τις αναμνήσεις τους. Ετσι η εποχή καταλήγει ρυθμιστική της διάθεσης και το σύμπαν της παιδικής ηλικίας χάνει την παραδείσια αύρα του.

Ορισμένοι, ωστόσο, που τα παιδικά τους χρόνια έτυχαν σε ταραγμένους καιρούς, για να συγκρατήσουν τη χαρούμενη διάθεση, επικεντρώνονται στα παιχνίδια. Μερικά από τα καλύτερα διηγήματα της μεταπολεμικής μας πεζογραφίας έχουν ως θέμα τα παιχνίδια στις αλλοτινές γειτονιές και αλάνες. Κι αυτοί, χαμένοι παράδεισοι. Χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί ένα παλαιότερο βιβλίο του ποιητή Μάρκου Μέσκου με δεκαπέντε διηγήματα, τα οποία καταγράφουν παιχνίδια της δεκαετίας 1935-1945. Χαρακτηριστικός και ο τίτλος του, Παιχνίδια στον παράδεισο, όπου ως παράδεισος νοείται η γενέτειρά του, τα Βοδενά, όπως αποκαλούνταν τότε η πόλη της Εδεσσας. Μόνο, όμως, σ’ εκείνο το πρώτο αφηγηματικό βιβλίο του ο Μέσκος κράτησε τα ιστορικά συμβάντα στο βάθος της αφήγησης. Στο επόμενο, το Κομμένη γλώσσα, στο οποίο προχωρεί στα χρόνια της εφηβείας, οι τόποι των παιχνιδιών, με ονόματα από τα παραμύθια, όπως εκείνο «το ποτάμι του Χαλιμά», γίνονται τόποι αιματοχυσίας.

Χρειάστηκε να περιμένουμε κάτι περισσότερο από μία δεκαετία για να μάθουμε από το βιβλίο ενός άλλου Εδεσσαίου, κοντά δέκα χρόνια νεότερου, πόσο παραμυθένιο ήταν άλλοτε «το ποτάμι του Χαλιμά, το πιο μεγάλο ποτάμι στην πόλη». «Την πόλη που σε οποιοδήποτε μέρος της κι αν πήγαινες, βρισκόσουν κοντά σε κάποιο τρεχούμενο νερό», όπως θυμάται ο Σάκης Τότλης, που κατορθώνει με τα παιδικά του βιώματα να γράψει ένα πραγματικά χαρούμενο βιβλίο. Αντί για διηγήματα, στρώνει ένα ενιαίο αφήγημα, χωρισμένο σε σύντομα κεφάλαια, που είναι παρατεταγμένα σε μια χαλαρή χρονολογική ανέλιξη, φτάνοντας μέχρι τη σχολική ηλικία. Ο τίτλος παραπέμπει στο tabula rasa, που θέλει τον παιδικό νου άδειο, σαν το άγραφο χαρτί, έτοιμο να γεμίσει με εντυπώσεις, εμπειρίες και γνώσεις. Ενώ ολόκληρη η αναδρομή διαπνέεται από την αισιόδοξη θέση ότι «οι μαγικές παιδικές αναμνήσεις» συνιστούν το θεμέλιο για τη διαμόρφωση ενός δυνατού χαρακτήρα. Αυτό δεν σημαίνει ότι πρόκειται για μια απλουστευτική ανιστόρηση, που παραμελεί την ψυχολογία του παιδιού. Αντιθέτως, οι πρώτες μνήμες τού περίπου τετράχρονου παιδιού δείχνουν το έτοιμο υπόστρωμα, με όλες εκείνες τις βεβαιότητες, τις υπεράνω αμφισβήτησης, που δεν χρειάζονται αιτιολογήσεις. Κυριαρχούν ο φόβος για τον πατέρα και η αγάπη για «μια μάνα που μιλούσε με χέρια και με πόδια», κατά την περιγραφή του παιδιού. Ενώ ο αφηγητής εκλογικεύει αυτήν την εντύπωση μιας εύθυμης γυναίκας με την παρατήρηση: «Παρήγαγε με αφθονία την καθημερινή αισιοδοξία μας, όπως το δάσος παράγει καθημερινά οξυγόνο για όλους…»

Είναι ο αφηγητής που θυμάται. Αυτός οργανώνει με οικονομία λόγου το βιωματικό υλικό σε μικρές, επιμέρους ιστορίες, εστιασμένες σε πρόσωπα, τόπους και καταστάσεις. Αυτός καθορίζει και τη γλώσσα, ονοματίζοντας, εκ των υστέρων, τις οπτικές, ακουστικές ή και οσφρητικές πρώτες εντυπώσεις. Τελικά, όμως, παραμένει ένας πολύ διακριτικός διαμεσολαβητής. Στην αναπαράσταση των συμβάντων αφήνει κύριο ήρωα το παιδί, χωρίς παρεμβάσεις στις ακόμη αδιαμόρφωτες σκέψεις του. Πιστεύουμε ότι ο χαρούμενος χαρακτήρας του αφηγήματος οφείλεται σε αυτό το μοίρασμα ρόλων μεταξύ παιδιού και αφηγητή. Ο Τότλης είχε δοκιμάσει να αφηγηθεί ένα περιστατικό από τα παιδικά του χρόνια και στο προηγούμενο βιβλίο του, «Ιντερσίτι». Εκεί, όμως, υπερισχύει η ερμηνευτική οπτική του ενηλίκου. Αποτελεί το πρώτο κεφάλαιο του μυθιστορήματος, με τίτλο «Η Αλήθεια κι Εγώ». Αναφέρεται στη σχέση του ήρωα με τον πατέρα του, τον οποίο παρουσιάζει σαν έναν άνθρωπο χωρίς χιούμορ και ανοχή για τους άλλους. Πόσω μάλλον για τα παιδιά του. Στο πλαίσιο, βεβαίως, μιας αυστηρής ανατροφής, όπως την εννοούσαν οι παλαιότεροι, την οποία, όμως, ένα παιδί αδυνατεί να αντιληφθεί. Εκείνη η αφήγηση αφήνει μια καταθλιπτική εντύπωση.

Στο πρόσφατο βιβλίο, ο ίδιος πατέρας μπορεί και πάλι να φαντάζει στα μάτια του παιδιού σαν «θηρίο», ωστόσο πρωταγωνιστεί σε κωμικές σκηνές, όπως εκείνη του ξυρίσματος στο «δωμάτιο-σπίτι», με φιλοθεάμον κοινό τους τρεις πιτσιρικάδες του. Από την άλλη, ο αφηγητής διαβεβαιώνει μεν ότι ήταν τα πρώτα, δύσκολα, μεταπολεμικά χρόνια, ωστόσο οι σφαίρες, που έβρισκαν σπαρμένες στη γύρω εξοχή, δεν ήταν παρά ένα αξιοπερίεργο παιχνίδι. Αλλωστε, ολόκληρη η προηγούμενη δεκαετία, εκείνη του ’40, προβάλλει μεν με ζωντάνια, αλλά μπερδεμένη μέσα από «τις τόσες χαρούμενες και χαριτωμένες ιστορίες» της μάνας, με τα πολλά ήξεις αφήξεις. «Τη μια οι αντάρτες “μάς χτυπούσαν”, την άλλη ήταν “θείοι και ξαδέρφια”, που έφευγαν κι αυτοί, όταν έρχονταν οι Γερμανοί». Ετσι περιγράφει το παιδί το μπέρδεμά του, ενώ ο αφηγητής σιωπά.

Το αφήγημα αποτυπώνει τη χαρά από το πρώτο αντίκρισμα των πραγμάτων. Οταν αυτό δεν γίνεται στον περιορισμένο ορίζοντα των σημερινών πόλεων, αλλά στον ανοιχτό μιας μικρής πόλης του ’50, με «σπίτια μες στους μπαξέδες». Τα σημαντικά που αντίκριζε εκείνο το παιδί, ήταν ψηλά πλατάνια, ανθισμένα λουλούδια και άκακα ζώα. Τα επίφοβα έρχονταν από τα παραμύθια, όπως οι λάμιες. Γι’ αυτό και στο αφήγημα οι εποχές του έτους αυτονομούνται σε κεφάλαια, με το συντομότερο για το καλοκαίρι, τη μόνη εποχή που αντιλαμβάνεται το παιδί τής σήμερον. Τα σπίτια εκείνης της εποχής διατηρούσαν τα αρχαϊκά τους στοιχεία. Ισως, ακριβέστερα, βρίσκονταν ακόμη σε μια μάλλον πρωτόγονη κατάσταση. Πιθανώς και γι’ αυτό η περιγραφή του Τότλη από μια μεγάλη πλημμύρα, όταν το σπίτι τους βρέθηκε να πλέει μέσα στα νερά, έτοιμο να καταποντιστεί, θυμίζει «Το σπιτάκι στο λιβάδι» του Παπαδιαμάντη, που τοποθετείται έναν αιώνα νωρίτερα. Πάντως, και στις δύο περιπτώσεις, με το καταλάγιασμα της θεομηνίας, οι μεγάλοι σχεδιάζουν να αγοράσουν έναν «σπιτότοπο» για να χτίσουν κάτι στερεότερο.

Σχεδόν όλες οι αφηγήσεις που αναφέρονται σε νεανικά βιώματα, περιγράφουν και τα πρώτα ερωτικά σκιρτήματα. Ετσι και στο αφήγημα του Τότλη, το πλέον θαυμαστό από τα πράγματα που αντικρίζει ο ήρωάς του, είναι «το κουτάκι της Βασούλας». Σε αυτό το κεφάλαιο δεν υπάρχει αφηγητής, μόνο το παιδί που κοιτάζει και η Βασούλα που το κοιτάζει να κοιτάζει. Το παιδί νιώθει ίλιγγο, όπως όταν κοιτάζει το φουσκωμένο ποτάμι να χύνεται βουίζοντας στον γκρεμό. Η Βασούλα φαίνεται να διαπνέεται μόνο από περιέργεια. Ενα χαρακτηριστικό ξεκίνημα για τις σχέσεις των δύο φύλων.

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση