Luigi Pirandello, Ο μακαρίτης Ματίας Πασκάλ

απόσπασμα. μετάφραση: Β. Σωτηροπούλου – Καρύδη. Εκδόσεις Δωδώνη, 1979.

Τον άφησα εκεί και γύρισα στην άλλη αίθουσα, στο τραπέζι που είχα κερδίσει προηγουμένως.

Οι κρουπιέρηδες είχαν αλλάξει. Η γυναίκα ήταν εκεί, στη θέση που καθόταν και πριν. Έμεινα πίσω για να μην με δει και πρόσεξα πως έπαιζε συγκρατημένα κι όχι όλα τα παιχνίδια. Προχώρησα λιγάκι• με είδε• ήταν έτοιμη να παίξει αλλά κρατήθηκε περιμένοντας να παίξω πρώτα εγώ για να ποντάρει όπου θα ποντάριζα. Μάταια όμως περίμενε. Όταν ο κρουπιέρης είπε : «Le jeu est faitt! Rien ne vas plus»! την κοίταξα κι εκείνη σήκωσε το ένα της δάχτυλο για να με μαλώσει στ’ αστεία. Άφησα αρκετά παιχνίδια να περάσουν χωρίς να παίξω• ύστερα, κοιτώντας τους άλλους που έπαιζαν, παρασύρθηκα πάλι κι αισθάνθηκα πως με ξανάπιανε ο προηγούμενος οίστρος μου• δεν της ξανάδωσα πια σημασία και βάλθηκα να παίζω.

Από ποιαν άραγε μυστηριώδη υποβολή εξακολουθούσα να μαντεύω τόσο σωστά την απροσδόκητη αλλαγή των αριθμών και των χρωμάτων; Ήταν άραγε η θεία προαίσθηση του υποσυνείδητου, η δική μου; Τότε πως εξηγούνται ορισμένα πείσματα τρελά, θεότρελα, που η ανάμνησή τους με κάνει ν’ ανατριχιάζω ακόμα συνειδητοποιώντας πως διακινδύνευα τα πάντα, τα πάντα, ίσως και την ζωή μου, σ’ αυτά τα παιχνίδια που ήταν αληθινές προκλήσεις της τύχης; Όχι, όχι. Ήταν το συναίσθημα μιας σχεδόν διαβολικής δύναμης, που υπήρχε μέσα μου εκείνες τις στιγμές, με την οποία μάγευα την τύχη, έδενα τις ιδιοτροπίες της με τις δικές μου. Και δεν είχα μόνον εγώ αυτήν την πεποίθηση• τη μετέδιδα και στους άλλους αστραπιαία• και σχεδόν όλοι παρακολουθούσαν το τόσο ριψοκίνδυνο παιχνίδι μου. Δεν ξέρω πόσες φορές βγήκε το κόκκινο το οποίο ποντάριζα με τόση επιμονή• ποντάριζα στο μηδέν, έβγαινε το μηδέν. Ακόμα κι εκείνος που έβγαζε τα λουδοβίκεια από την τσέπη τού παντελονιού του είχε ξυπνήσει και είχε ανάψει• ο χοντρός μελαχρινός κύριος λαχάνιαζε περισσότερο από κάθε άλλη φορά. Κάθε λεπτό που περνούσε μεγάλωνε την έξαψη γύρω από το τραπέζι• τρεμούλα, ανυπομονησία, νευρικές κινήσεις, ξεσπάσματα συγκρατημένης μανίας, αβάσταχτης και τρομερής. Οι ίδιοι οι κρουπιέρηδες είχαν χάσει την ψυχρή τους αδιαφορία.

Κάποια στιγμή, μπροστά σ’ ένα εκπληκτικό ποντάρισμα, αισθάνθηκα μια σκοτοδίνη. Αισθάνθηκα πως βάραινε επάνω μου μια τρομερή ευθύνη, Ήμουν σχεδόν νηστικός από το πρωί κι έτρεμα σύγκορμος, έτρεμα από την συνεχή και βίαιη συγκίνηση. Δεν άντεχα άλλο και ύστερα από εκείνη την παρτίδα απομακρύνθηκα τρικλίζοντας. Αισθάνθηκα να με αρπάζουν από το μπράτσο. Τρομερά ταραγμένος και με μάτια που πετούσαν φλόγες ο κοντόχοντρος Σπανιόλος ήθελε να με κρατήσει με κάθε τρόπο. «Να, ήταν έντεκα και τέταρτο• οι κρουπιέρηδες προσκαλούσαν τον κόσμο για τα τρία τελευταία παιχνίδια. Θα τινάξουμε την μπάνκα στον αέρα».

Μου μιλούσε με κωμικότατα μπασταρδεμένα ιταλικά• ενώ εγώ είχα πάψει να λέω ασυναρτησίες και επέμενα να του απαντώ στη γλώσσα μου.

Όχι, όχι φτάνει! Δεν μπορώ άλλο! Αφήστε με να φύγω, αγαπητέ κύριε.

[Στάχτες, 2006]

Comments Off

Filed under Ξένη Λογοτεχνία, Πεζογραφία