Βαγγέλης Ραπτόπουλος, Η πιο κρυφή πληγή

ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ
Μια σύγχρονη ερωτική ιστορία, με φόντο τα Δεκεμβριανά του ’44.
Ένας ισόβιος έρωτας στην εποχή των στιγμιαίων ερώτων και ο εφιάλτης του εμφυλίου στα χρόνια της κρίσης.
Εκδόσεις Ίκαρος

(απόσπασμα)
Πεθαίνει ο παππούς
Ο ΠΑΠΠΟYΣ ΜΟΥ, του οποίου πήρα τ’ όνομα, ο κυρ-Μιχαήλ, όπως τον φώναζαν, υπέφερε από άνοια εδώ και επτά-οκτώ χρόνια. Πρόσφατα, όμως, είχε πέσει κατάκοιτος, και συγκεκριμένα λίγο αφότου η γιαγιά (η μητριά του πατέρα μου) απεδήμησε εις Κύριον, θα έλεγαν στην εποχή της.
   Άραγε, ήταν προτιμότερο, που την έχασε όσο ακόμη ήταν στα καλά του, ο καημένος; Ή μήπως θα ήταν μικρότερο το χτύπημα γι’ αυτόν, αν την είχε χάσει αργότερα, όταν είχε πια χαθεί κι ο ίδιος στην ομίχλη της αρρώστιας του;
   Μετά την απώλεια της γιαγιάς, πάντως, ο παππούς μετακόμισε σ’ εμάς, στο πατρικό μου, και τώρα ήταν στα τελευταία του.
ΑΣΦΑΛΩΣ, η μνήμη μου παρουσιάζει πολλά κενά, όχι μόνο από εκείνη την εποχή, αλλά και από άλλες, κατά πολύ μεταγενέστερες. Πολύ καθαρά θυμάμαι μόνο διάφορες ξεκομμένες λεπτομέρειες.    Για το συγκεκριμένο, όμως, δεν γεννάται ζήτημα, είμαι απολύτως σίγουρος.
   Μερικούς μόνο μήνες, πριν γίνει ό,τι έγινε με τον πατέρα της Νίκης, χάσαμε τον παππού.
ΟΣΗ ΦΡΙΚΗ κι αν μου προκάλεσε τότε το γεγονός ότι έτυχε να είμαι παρών στις τελευταίες του στιγμές, τόση αγαλλίαση μου φέρνει σήμερα.
   Πώς αλλιώς να το πω; Πιστεύω ότι υπήρχε κάτι άριστο στην όλη εμπειρία. Και μακάρι να επέστρεφε η συνήθεια, όπου κάποτε οι άνθρωποι πέθαιναν μες στα σπίτια τους, στο ίδιο τους το κρεβάτι, κι όχι στο αφιλόξενο και σχεδόν εχθρικό περιβάλλον ενός νοσοκομείου.
ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ, τότε ακόμα μέναμε στη μονοκατοικία, και τον παππού τον είχαμε βάλει στο σαλόνι, σ’ εκείνη τη μεγάλη πολυθρόνα που άνοιγε και γινόταν κρεβάτι, πλάι στον καναπέ.
   Το σαλόνι είχαμε πάψει ουσιαστικά να το χρησιμοποιούμε, τα δύο περίπου χρόνια που έζησε μαζί μας ο παππούς(το πρώτο εξάμηνο κατόρθωσε να τα βγάλει πέρα χωρίς τη γιαγιά, αλλά από εκεί και πέρα έπεσε κατάκοιτος), κι είχαμε μεταφέρει την τηλεόραση στην κουζίνα.
Ο ΠΑΠΠΟΥΣ ξεψύχησε αρχές Μαΐου, ένα Σάββατο πρωί, κατά τις οκτώ. Είχαμε περιτριγυρίσει το κρεβάτι του, από τα δεξιά η μαμά να του κρατάει το ένα χέρι, από τ’ αριστερά το άλλο εγώ, και στα πόδια ο μπαμπάς, απόμακρος και σχεδόν ψυχρός ως συνήθως.
   Ο παππούς είχε κλειστά τα μάτια του, και το πρόσωπο στραμμένο προς το μέρος μου, κι όχι μόνο το στόμα του, αλλά ολόκληρο το πρόσωπό του, λες και είχε μετατραπεί σε μια χοάνη, σ’ ένα μικροσκοπικό σπήλαιο, που πάλευε να πάρει ανάσα, κι απλώς έβγαζε εκείνο τον απαίσιο ρόγχο.
ΣΤΑ ΔΙΚΑ ΜΟΥ αυτιά τουλάχιστον, ο ρόγχος του έμοιαζε μ’ ένα είδος βογκητού από την υπερπροσπάθεια που κατέβαλλε για ν’ ανασάνει. Το σκελετωμένο στήθος του φούσκωνε και ξεφούσκωνε, μετά πάγωνε για λίγο, πείθοντάς μας ότι όλα είχαν τελειώσει, αλλά όχι, λάθος, ο βραχνάς ξεκινούσε πάλι από την αρχή.
   Η μαμά έλεγε ότι ο ρόγχος του είχε αρχίσει από το περασμένο βράδυ, κι ότι η ίδια έπεσε πάνω του, ξεφωνίζοντας, «μη φεύγεις, μη!», κατά τις τρεις-τέσσερις το πρωί.
   Επέμενε ότι ο παππούλης θα είχε σβήσει από τότε κιόλας, μες στην άγρια νύχτα, αλλά με το ξέσπασμά της, λέει, τον είχε ξαναφέρει πίσω.
   Δεν είχα ακούσει το παραμικρό, κι ας κοιμόμουν στο διπλανό δωμάτιο, αλλά δεν υπήρχε λόγος να αμφιβάλλω.
   Είχα ξυπνήσει κατά τις επτά εκείνο το πρωί, κι όταν γλίστρησα στο σαλόνι, η μάνα μου, που δεν είχε κλείσει μάτι,παρέμενε σαν φρουρός δίπλα του.
ΣΥΝΕΙΔΗΤΟΠΟΙΗΣΑ το επερχόμενο τέλος, κυρίως από τον ήχο που έβγαζε από το στόμα του ο παππούς, ίσως κι από την καταρρακωμένη έκφραση της μάνας μου.
   Από εκείνη τη στιγμή μέχρι που ξεψύχησε, δηλαδή για καμιά ώρα περίπου, βρισκόμουν σε μια αλλόκοτη κατάσταση, μετέωρος, μεταξύ ύπνου και ξύπνου, μεταξύ του κορυφαίου βιώματος και του απόλυτου τίποτα, μεταξύ στιγμιαίας αναμονής και αιωνιότητας.
ΔΕΝ ΘΑ ΞΕΧΑΣΩ ποτέ μου αυτές τις στιγμές. Για κάμποσο χρονικό διάστημα επικρατούσε μια αίσθηση ρουτίνας, μια επαναλαμβανόμενη διαδικασία, που σαν να ανακυκλωνόταν ατελείωτα: ο παππούς αγωνίζεται ν’ ανασάνει μ’ όλη του την ύπαρξη, εμείς, με τη μαμά, του κρατάμε τα χέρια, κι ο μπαμπάς τον ατενίζει από τα πόδια του κρεβατιού.
   Κι ύστερα, ξαφνικά, ο αέρας, λες κι αρχίζει να σώνεται. Οι προσπάθειες του παππού γίνονται όλο και πιο αγωνιώδεις, όλο και πιο μαρτυρικές, και το χρονικό διάστημα ανάμεσά τους διαρκώς μεγαλώνει, σαν χάσμα.
   Τώρα, ακόμα πιο αραιά, ακόμα πιο βαριά και δυσοίωνα, ο ίδιος ρόγχος. Μήπως αυτή η σπασμένη ανάσα ήταν η τελευταία του;
ΝΙΩΘΩ το χέρι του να ξεφεύγει από το δικό μου, και το βλέπω να υψώνεται αργά, σχεδόν με μεγαλοπρέπεια, και ν’ αγγίζει το μάγουλό του.
   Έχω την αίσθηση ότι βάζει όλες του τις δυνάμεις, όλη του την ψυχή, για να εισπνεύσει. Ακόμα και το χέρι στο πλάι του προσώπου του, σαν να το σήκωσε για να βοηθήσει και μ’ αυτό.
   Το στήθος του φουσκώνει πάλι και ξεφουσκώνει, με μια βασανιστική, τελετουργική βραδύτητα, κι η χοάνη της στοματικής του κοιλότητας σφυρίζει γι’ άλλη μια φορά βραχνά.
   Και τότε, σ’ αυτήν ακριβώς τη στάση, με τα κυρτά και σαν μαγκωμένα δάχτυλά του κολλημένα στο δεξί μάγουλο, κοκαλώνει ολόκληρος, κι ο ρόγχος, η ανάσα, όλα χάνονται.
ΑΠΛΩΣΑ ενστικτωδώς το χέρι μου κι έπιασα το δικό του, που είχε απομείνει σαν αγκιστρωμένο στο μάγουλό του. Του το έσφιγγα, κι ήταν ακόμα ζεστό, το χάιδευα και το μάλαζα, ψηλαφούσα την απατηλά ζωντανή του σάρκα, σαν να αρνιόμουν να πιστέψω ότι ο ίδιος δεν ήταν πια εκεί.
   Πιέζω τον εαυτό μου να θυμηθεί τι έγινε μετά, τι κάναμε ή είπαμε, αν τηλεφωνήσαμε στον γιατρό, ή ποιος ειδοποίησε το γραφείο κηδειών, αλλά μου είναι αδύνατον να θυμηθώ το παραμικρό. Μπροστά μου έχω μόνο την γκροτέσκα εικόνα του νεκρού παππού πάνω στο κρεβάτι.
   Τα μάτια κλειστά, το πανιασμένο, τραβηγμένο πάνω στα κόκαλα δέρμα, το ένα χέρι στο μάγουλο, και το στόμα του να χάσκει ανοιχτό, σ’ εκείνη την τεντωμένη έκφραση, λες και θα παλεύει ν’ ανασάνει, ή ίσως ν’ αφήσει ένα παρατεταμένο, τρομερό ουρλιαχτό, ακόμα και στον άλλο κόσμο.
ΣΥΝΗΘΩΣ, η ανάμνηση αυτή τελειώνει εκεί, και το μόνο που κατορθώνω να φέρω στο νου μου αμέσως μετά, είναι ο πασίγνωστος εξπρεσιονιστικός πίνακας του Έντβαρτ Μουνκ, Η κραυγή.
   Σύμφωνα με τη μυστηριώδη πλαστογραφία του υποσυνειδήτου μου, ακουμπισμένος στην κουπαστή της ξύλινης γέφυρας, που σαν να την πυρπολεί το καταματωμένο σούρουπο, απεικονίζεται ο ίδιος ο κυρ-Μιχαήλ καθώς ψυχορραγεί.
***
Σημείωμα του συγγραφέα: Ένα μυθιστόρημα που θα μπορούσε να λέγεται «Δεκεμβριανά»
Από το 2006, που εξέδωσα τους «Φίλους», έχω δημοσιεύσει πολλά βιβλία, αλλά κανένα αληθινά καινούργιο. «Η Μεγάλη Άμμος», που την ξεκίνησα εικοσάρης. Kαι η τριλογία «Ιστορίες της Λίμνης», που χρειάστηκε μια δεκαπενταετία για να ολοκληρωθεί. Μαζί τους, επανεκδόθηκαν τα πάντα δημοφιλή «Τζιτζίκια», αλλά και η φιλόδοξη «Επινόηση της πραγματικότητας». Μέχρι και μια «Αρχαία συνταγή» σε μετάφραση. Ώσπου, έξι χρόνια μετά, έρχεται όχι ένα ντοκιμαντέρ όπως η πρόσφατη «Υψηλή τέχνη της αποτυχίας», αλλά ένα καινούργιο μυθιστόρημά μου, «Η πιο κρυφή πληγή».
Ας μην ξεχνάμε ότι χρειάστηκε, για πρώτη φορά, να κάνω μια μεγάλη έρευνα ως προς το πραγματολογικό υλικό. Παραδόξως, όμως, ενώ το βιβλίο μου σχετίζεται άμεσα με τα Δεκεμβριανά του ’44, δεν είναι κατά καμία έννοια ένα ιστορικό μυθιστόρημα. Η υπόθεσή του εκτυλίσσεται αυστηρά στο παρόν, και αφηγείται μια σύγχρονη ερωτική ιστορία.
***
Τα Δεκεμβριανά του ’44 μού έκαναν βαθιά εντύπωση από την προεφηβεία μου ακόμα. Με άλλα λόγια, στην ηλικία που πρωτομπλέκει μ’ αυτά κι ο ήρωάς μου. Δικαιολογημένα, λοιπόν, θα έλεγε κανείς ότι από τότε, ήδη, ήθελα να γράψω αυτό το βιβλίο. Η ιδέα εδραιώθηκε και για την ακρίβεια άνθισε μέσα μου την άνοιξη του 2011, όταν βγήκαν στους δρόμους οι Αγανακτισμένοι, κάτι που επίσης θυμίζει το μυθιστόρημά μου, αφού και ο Μιχάλης αποφασίζει να γράψει την αφήγησή του τότε. Κατά έναν ανάλογο τρόπο, εμπνεύστηκα ιδίως το πρώτο μέρος της ιστορίας μου από την «Αραβία» του Τζόις, πράγμα το οποίο δηλώνεται και στο βιβλίο μου, μολονότι εκεί απλώς ο ήρωας εντυπωσιάζεται από την ομοιότητα του διηγήματος των «Δουβλινέζων» με τη ζωή του (βλέπε το κεφαλαιάκι με τον τίτλο «Η ζωή αντιγράφει την τέχνη»).
Βιβλία σχετικά με τις τριάντα τρεις αιματοβαμμένες μέρες του ’44 συγκέντρωνα χρόνια. Τώρα, όμως, προμηθεύτηκα και όσα άλλα έκρινα απαραίτητο, κι έπεσα με τα μούτρα στο διάβασμα. Σε αντίθεση με τον Μιχάλη, όμως, δεν έγραψα γραμμή το καλοκαίρι του ’11, απλώς η μελέτη των Δεκεμβριανών έφτασε εκείνη την εποχή σ’ ένα αποκορύφωμα.
Συνέχεια του σημειώματος στο Protagon 
Copyright©Βαγγέλης Ραπτόπουλος

Comments Off

Filed under βιβλιοπαρουσίαση, ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία