Μαρία Πετρίτση, Πωλίν

Η γυναίκα άνοιξε την πόρτα και μπήκε στο σκοτεινό μπαρ. Οι ελάχιστοι θαμώνες που βρίσκονταν εκεί αυτή την ώρα έστρεψαν τα κεφάλια προς το μέρος της και μετά τα απέστρεψαν αδιάφορα. Εκείνη κατευθύνθηκε προς τον πάγκο, τράβηξε ένα σκαμπό και βολεύτηκε πάνω του. Το στρογγυλό κάθισμα εξαφανίστηκε κάτω από την πλαδαρή της περιφέρεια. Τα πόδια της στηρίχτηκαν όπως όπως στο καγκελάκι. Ακούμπησε τους αγκώνες της στη μπάρα και έγνεψε στον σερβιτόρο. Σε λίγο ένα κοντό ποτήρι με ένα κίτρινο ποτό βρισκόταν μπροστά της, δίπλα σε ένα μπολ με ξηρούς καρπούς. Ένα ξένο κουτί σπίρτα με το όνομα του μαγαζιού ήταν παρατημένο λίγο πιο πέρα: Rock Bar «Λούκυ Λουκ», Προξένου Κορομηλά 58, Θεσσαλονίκη.
   Ο άντρας την πλησίασε προσεκτικά και κάθισε στο διπλανό σκαμπό χωρίς να της μιλήσει. Ήταν γύρω στα πενήντα, καλοδιατηρημένος, με πολύ κοντά μαλλιά και γυμνασμένα μάτια. Άναψε τσιγάρο και φύσησε ψηλά τον καπνό. Μετά έκανε νόημα στον μπάρμαν για ένα καινούριο ποτό και κρεμάστηκε στον πάγκο. Την κοίταξε με την άκρη του ματιού του, προσεκτικά, από την κορυφή ως τα νύχια.
   Του φάνηκε πως ήταν στην ηλικία του, με εμφανή τα σημάδια μιας έκλυτης ζωής στο πρόσωπό της, μαύρα κακοχτενισμένα μαλλιά, χοντρουλά μπράτσα και ξέχειλα μπούτια. Τα ρούχα της πρόδιδαν κακό γούστο και οικονομικές δυσκολίες. Το επίχρυσο ρολόι στο χέρι της έκανε τον καρπό της να φουσκώνει σαν παραγεμισμένο λουκάνικο. Έπινε ήσυχα, κρατώντας το τσιγάρο της με το αριστερό χέρι, χωρίς να ενδιαφέρεται και πολύ για όσα συνέβαιναν γύρω της.
   Τράβηξε σιγανά το σκαμπό του πιο κοντά της και έβηξε μια καλησπέρα. Εκείνη τον κοίταξε χωρίς να ανταποδώσει τον χαιρετισμό. Κάτι στο βλέμμα της μαρτυρούσε κούραση αιώνων και εξασκημένη σιωπή. Πρώτη φορά έβλεπε τόσο σιωπηλό βλέμμα, πρώτη φορά έβλεπε αυτή τη γυναίκα στο μπαρ. Χαμογέλασε διστακτικά και συστήθηκε με το μικρό του όνομα. Εκείνη κούνησε το κεφάλι και έφτυσε ένα γυναικείο όνομα που δεν ήταν το βαφτιστικό της. Της ταίριαζε όμως, η αρμονία των ήχων ήταν το συμπλήρωμα της παράδοξης εμφάνισής της. «Πωλίν».
   Καθώς κυλούσε η βραδιά ένιωθε πως τον μαγνήτιζε όλο και περισσότερο. Άπλωσε το χέρι του και καθάρισε ένα τσόφλι από την άκρη του στόματός της, της άναψε ένα καινούριο τσιγάρο πριν προλάβει να φτάσει η ίδια τον αναπτήρα της, παρατήρησε τη λάμψη του σάλιου της στις άκρες των χειλιών της, αφουγκράστηκε τη φωνή της καθώς του μιλούσε για χίλια δυο παραμύθια, και γαλήνευε. Το άρωμά της, κάτι ανάμεσα σε σανταλόξυλο και πιοτίλα, του τρυπούσε τα ρουθούνια κάθε φορά που έσκυβε να του πει κάτι στο αυτί ή άλλαζε θέση πάνω στο σκαμπό της. Το σώμα της, παχουλό και άβολο, ήταν χυμένο το μισό πάνω στον πάγκο και το άλλο μισό στον αέρα γύρω από το κάθισμα, προεξέχοντας από παντού. Το λάμδα της βαρύ, κιμπάρικο, έμπαινε στα αυτιά του σαν ουράνια μελωδία. Εκείνος ήταν ξένος, η γυναίκα όμως φαινόταν ντόπια ή από χρόνια εκεί.
   Κάποια στιγμή ακούμπησε το χέρι του πάνω στο δικό της τρέμοντας μήπως και αντιδρούσε. Εκείνη δεν κουνήθηκε, δεν τράβηξε το χέρι της, δεν φάνηκε να ταράζεται. Αυτός αναρωτήθηκε αν το είχε καν προσέξει. Τον άφησε να την αγγίζει σαν να μην είχε αντιληφθεί την κίνησή του. Βύθισε το βλέμμα στα μάτια της και αναζήτησε κάτι πιο βαθύ, πιο δικό της. Ψαχούλεψε το τρεμούλιασμα των βλεφάρων της, τα σύντομα «εε..» που διέκοπταν τον λόγο της κάνοντας το στόμα της να παίρνει ένα παράξενο σχήμα, τα μικρά χνούδια πάνω στη μπλούζα της, τις κακοβαμμένες ρίζες των μαλλιών της. Η αύρα της μύριζε παλιό φθινόπωρο και γυναικείο πείσμα. Παρατήρησε την μηχανική κίνηση με την οποία έγδερνε πού και πού με το δάχτυλο το ήδη ξεφτισμένο βερνίκι των νυχιών της. Κάτω από την επιφανειακή μπογιά, στον αριστερό αντίχειρα, παρατήρησε μια μελανιά που μαύριζε κάτω από το σακατεμένο νύχι.
   «Κόκκινο κερασί», σκέφτηκε κοιτώντας επίμονα το ακρυλικό χρώμα που ταίριαζε απολύτως με την πληγή.
   Την κέρασε δεύτερο και τρίτο ποτό. Μαζί της έπινε κι εκείνος. Η ώρα γλιστρούσε από πάνω τους σαν σιωπηλή απάτη. Ο άντρας ένιωθε γλυκά, σαν να κοιτούσε τον κόσμο μέσα από καλειδοσκόπιο. Μια θέρμη ολοκαίνουρια, βιαστική, τον πλημμύριζε με κάθε της κουβέντα. Ήθελε να την κοιτάζει, με το χέρι του πάνω στο δικό της, αψηφώντας κάθε ίχνος ζωής που κυκλοφορούσε γύρω τους.
   Εκείνη συνέχιζε να του διηγείται σκηνές από τη ζωή της σαν να μην μιλούσε σε κανέναν. Η απουσία που την συντρόφευε την έκανε ακόμα πιο θελκτική στα μάτια του. Ένιωσε την ανάγκη να διεκδικήσει μέχρι και την τελευταία σταγόνα αυτής της μοναξιάς της, να γίνει αυτός η αιτία που θα αποφάσιζε να την ξεδιπλώνει ακόμη πιο απροκάλυπτα μπροστά του. Ρουφούσε τις λέξεις της, τις παύσεις και τις εκφράσεις του προσώπου της προσπαθώντας να μην χάνει ούτε ένα μικρό της δευτερόλεπτο. Το χέρι του, κάπως ιδρωμένο πια πάνω στο δικό της, έμοιαζε με σαλιγκάρι μετά τη βροχή. Ένιωθε προστατευμένος και ευτυχής. Και ταυτόχρονα, εντελώς μόνος.
   Δίπλα στο ποτήρι της, ξαφνικά, παρατήρησε την μικρή λευκή οθόνη του κινητού της να λαμπυρίζει. Μια αιφνίδια ταραχή έκοψε στα δύο την πρότερη γαλήνη του σαν φαλτσέτα. Εκείνη άπλωσε το ελεύθερο χέρι και πήρε το μηχάνημα. Άνοιξε το γραπτό μήνυμα, το διάβασε και γέλασε βραχνά.
   Εκείνος ένιωσε πως έχανε την άκρη του νήματος, μια ταραχή που έμοιαζε με φόβο του έκαψε το στομάχι. Κατάπιε το σάλιο του και αηδίασε από την στυφή γεύση. Τσιγαρίλα, αλκοόλ και απρόσμενη στεναχώρια ανακατεύτηκαν μέσα του προξενώντας του μια εμετική τάση.
   «Τι λέει;», ψέλλισε τελικά κοιτώντας την στα μάτια.
   Στο βλέμμα του καθρεφτιζόταν η ικεσία. Ένιωθε πως από την απάντησή της κρεμόταν η ζωή του, ο κόσμος όλος, ίσως και κάποιοι άλλοι κόσμοι που δεν είχε προλάβει ακόμη να δει. Παρατήρησε το υγρό βλέμμα της και μια σουβλιά του έσκισε το κεφάλι στα δύο. Κόντευαν χαράματα, το μπαρ είχε αδειάσει, και μόνο οι δυο τους είχαν απομείνει στην άκρη του πάγκου, κολλητά. Κοίταξε γύρω του και ένιωσε πως εκεί όπου πρωτύτερα άνθιζε ο παράδεισος τώρα απλωνόταν μια κόλαση μαύρη και βρωμερή.
   Έκανε νόημα στο μπάρμαν που πλησίασε αμέσως για να πληρωθεί. Εκείνη δεν είχε απαντήσει ακόμα. Μια αίσθηση ασφυξίας του έφραξε τα ρουθούνια κάνοντας την περαστική μυρωδιά του σανταλόξυλου να πέσει πάνω του σαν χαστούκι. Έσκυψε κοντά της και την κοίταξε αμίλητος, περιμένοντας μια λέξη. Στο λαιμό της παρατήρησε μια βαθιά ρυτίδα που του θύμισε κινηματογραφικό χαντάκι που καταπίνει θύματα.
   «Μαμά, είμαι το ουράνιο τόξο», πρόφερε εκείνη τις λέξεις μία μία, δυνατά, και χαμογέλασε με τα μάτια καρφωμένα στην λευκή οθόνη. «Αυτό λέει».
   Η μέρα χάραζε δροσερή στην πλατεία Αριστοτέλους. Η Θεσσαλονίκη κοιμόταν ήσυχα στο πλάι του Θερμαϊκού. Στον ουρανό δεν υπήρχε ούτε ίχνος από σύννεφα. Μόνο κάτι περαστικά πουλιά έσκιζαν την ησυχία του πρωινού με τις άτσαλες φωνές τους.
   Βγήκαν στο δρόμο και περπάτησαν μαζί –εκείνη πάνω στο πεζοδρόμιο, αυτός σύριζα στην άκρη της ασφάλτου– χωρίς να ανταλλάξουν λέξη. Προσπέρασαν τους ξέχειλους κάδους σκουπιδιών της προηγούμενης νύχτας, τα κατεβασμένα ρολά του μπακάλικου της γειτονιάς, τη στάση του λεωφορείου και μερικά μαγαζιά με βρώμικες βιτρίνες.
   Στη γωνία χαιρετήθηκαν σαν φίλοι από τα παλιά, με μια απλή χειραψία. Η γυναίκα γύρισε την πλάτη της και έφυγε. Ο άντρας την ακολούθησε με το βλέμμα να απομακρύνεται μέχρι που χάθηκε στο στενό, πληθωρική και καταρρέουσα από το ξενύχτι και τις καταχρήσεις αιώνων, και όμως εξαιρετικά λαμπερή, καθώς τα τακούνια της άφηναν στην θεσσαλονικιώτικη άσφαλτο ένα ρυθμικό και αδυσώπητο, ξερό «τακ».
*
©Μαρία Πετρίτση
Φωτογραφία ανωνύμου από το Κέηπ Τάουν, Νότιος Αφρική

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία