Καίτη Παπαδάκη, Η άκρη της μύτης

papadaki6.8.18

favicon

Όταν έσπασε το ποτήρι, όλο το κρασί χύθηκε στην καινούρια μπλούζα. Yves saint Laurent απομίμηση, δώρο της Αντιγόνης για την επέτειο του γάμου μου με την Κίρκη… Αμάν βρε Γιάννη! Ήταν ανάγκη να προσβάλλεις έτσι την αδερφή μου; Τι πάει να πει Yves saint Laurent από τη βιοτεχνία Σούλα; Κατακόκκινο έγινε το κορίτσι…                                                                                         Σιγά  μην έπρεπε να κρατάω τα προσχήματα. Μια οικογένεια είμαστε, άλλωστε ας πρόσεχε το κορίτσι . Ας διάλεγε  κάτι λιγότερο προκλητικό. Ένα κουτί εκλέρ ας πούμε. Θα κρατούσα το στόμα κλειστό ευχαρίστως. Μετά την κλωτσιά της Κίρκης κάτω από το γιορτινό τραπέζι, έβγαλα αμέσως το πουκάμισο μπροστά σε όλους. Φόρεσα το δώρο του σκανδάλου για να δείξω πως μου άρεσε πολύ. Συνεχίσαμε το γεύμα με τσουγκρίσματα .

Μετά το ξεπροβόδισμα του τελευταίου καλεσμένου, εκείνο το  απόγευμα του Απρίλη, ξέσπασε  απρόσμενος κεραυνός : Με ντρόπιασες! Τι έγινε;  Δεν σε αναγνωρίζω… όχι,όχι, δεν φερόσουν έτσι εσύ!

Ή μήπως  φερόμουν ακριβώς έτσι;

Πρώτη φορά είδα την Κίρκη στον προθάλαμο του ψυχολόγου. Παρατήρησα τα μαλλιά της. Νόμιζες πως ανήκαν σε κανέναν πιτσιρίκο που δεν έκατσε ως το τέλος να τον κουρέψουν. Έρχονταν σε αντίθεση με τα υπέροχα κόκκινα χείλη της. Δεν δίστασα να της πω, μπροστά σε τρεις πελάτες, πως μου άρεσε παρά το χαζούλικο κούρεμά της. Η κυρία Μαργαρίτα, το ραντεβού των εξίμισι,  με κοίταξε λοξά. Ευτυχώς ήταν ήδη έξι και εικοσιέξι. Σύντομα η βουλιμική  κυρία, μαζί με την αρνητική της ενέργεια, χάθηκαν πίσω από τη φιστικί πόρτα   του κυρίου Αθανασίου . Εκείνη μου χαμογέλασε, σηκώθηκε από τη δερμάτινη πολυθρόνα, πλησίασε το γραφείο. Με ρώτησε αν θα καθυστερήσει πολύ να  έρθει η σειρά της . Βλέπεις,  μας είχε επισκεφθεί τυχαία, χωρίς να τηλεφωνήσει. Της ψιθύρισα πως θα υπήρχε αναμονή, αλλά θα έκανα ό,τι περνά από το χέρι μου να εξυπηρετηθεί, ώστε να εξιλεωθώ για τη χοντράδα που είχα πριν λίγο ξεστομίσει. Χοντράδα; Ποια χοντράδα; Δεν κατάλαβα τίποτα. Αμέσως της ζήτησα να βγούμε για φαγητό. Την Παρασκευή , είπε.

Την Παρασκευή πήρα άδεια. Συγύρισα όπως-όπως το σπίτι. Το μεσημέρι πήγα για μπάσκετ με τα φιλαράκια. Στις εννιά το βράδυ ήμουν κάτω από το διαμέρισμά της. Στις εννιά και μισή  τρώγαμε σουτζουκάκια στο αγαπημένο μου εστιατόριο. Στις δώδεκα πίναμε ένα τελευταίο ποτό στον καναπέ μου. Στις δεκατέσσερις  του επόμενου μήνα παντρευτήκαμε στο δημαρχείο. Της άρεσε η βιασύνη μου. Κι ας της έσπασα δάχτυλο και νεύρα προσπαθώντας να της φορέσω τη Fendi βέρα. Πάχυνες αγάπη μου μέσα σε είκοσι μέρες; Είπα μπροστά στον αντιδήμαρχο και στους δεκατρείς καλεσμένους..

Τα χείλη της διέγραφαν  εύθυμη καμπύλη σαν αιώρα σ’ εξωτική παραλία. Κοιμόμουν. Πολλές φορές νόμιζα στ’ αλήθεια πως άκουγα το κύμα  να σκάει στην ακτή καθώς τη φιλούσα. Της άρεσε τόσο ο αυθορμητισμός μου, διασκέδαζε με τις γκάφες μου… μέχρι τη στιγμή του με ντρόπιασες!

Μα αφού … πήγα να ψελλίσω, αλλά μ’ έκοψε . Γιάννη, έρχεται πάντα η στιγμή που ξεμυτίζει η αλήθεια.  Ο αυθορμητισμός δεν απέχει πολύ από την αγένεια. Τι  έγινε ο ιππότης που ερωτεύτηκα; Σαν να ράγισε κάτι μέσα μου σήμερα, εδώ σ’ αυτό το τραπέζι, στην δεύτερή  μας επέτειο. Σαν κάτι να ράγισε …λίγο…  τρόμαξα . Λες και δεν ήσουν εσύ, λες και στο σαλόνι απόψε μπήκε κάποιος ξένος, που δεν έφερε λουλούδια, αλλά μικρές υποψίες πως ίσως έσβησαν όσα αγάπησα σε σένα. Με ντρόπιασες, αλλά εύχομαι να ‘ναι η τελευταία φορά. Το κάποιος ξένος ήταν η επόμενη φράση που τρύπησε  τα αφτιά μου. Η αιώρα  τούμπαρε και βρέθηκα  φαρδύς πλατύς σε πετρώδες έδαφος. Ούρλιαξα από πόνο. Βρε, λες; Λες να ήταν ¨κάποια ξένη¨ αυτή που γελούσε με το άγαρμπο χιούμορ μου; Λες η κούνια να ήταν ελαττωματικήΣτον ορίζοντα πουθενά ακρογιαλιά. Μονάχα ένα τεράστιο ΚΑΠΟΙΟΣ ΞΕΝΟΣ  στεκόταν απέναντι , έτοιμο ν’ αναμετρηθούμε.

Δεν ήξερα πολλά για το παρελθόν της Κίρκης.  Τι την έφερε εκείνο το απόγευμα  στον κύριο Αθανασίου; Γιατί τελικά δεν μπήκε στο γραφείο του; Μόλις σε γνώρισα ξέχασα τις ψυχολογικές αναζητήσεις. Το παρελθόν ένα κουτί είναι. Το σφραγίζεις, το πετάς.  Είσαι για μένα ο καλύτερος γιατρός!  Είχε πει κάποτε και ομολογώ πως το πήρα πάνω μου.                                                                   Σκεφτόμουν αρκετή ώρα σφίγγοντας το ποτήρι στο χέρι. Μια ερώτηση κύλησε από το στόμα σαν τις χοντράδες μου.

-          Κίρκη, τι ήθελες τότε στον ψυχολόγο;
-          Τι σχέση έχει αυτό;
-          Έσπασε η αιώρα μου.
-          Ορίστε;
-          Τίποτα, αν θέλεις, μου εξηγείς.
-          Δεν σου είπα ποτέ, ε; Είχαμε πιο ενδιαφέροντα πράγματα να συζητάμε. Θυμάσαι; Μέχρι χθες ακόμα λέγαμε για όμορφους τόπους, για μουσικές εξωτικές… Χμμ, παράξενη στιγμή ρωτάς… ας είναι. Ο έρωτας συχνά σε κλειδώνει σε σκοτεινό θάλαμο. Προχωράς ψηλαφώντας κι όσο περνά ο καιρός εμφανίζονται στιγμιότυπα που σε φοβίζουν.  Μιλάς μ’ εσένα μπα ιδέα σου ή σκάσε, είναι ωραίος, θα τον χάσεις…Δίνεις τον καλύτερό σου εαυτό. Θυμώνεις με τις βλακείες του άλλου, όμως το ροζ σύννεφο σε τυλίγει, σε φιμώνει…  μην γκρινιάζεις, ανόητη, φιλάει όμορφα, τι άλλο θες;  Χαμογελάς. Πάντα χαμογελούσα. Κι αυτοί – όλοι τους- ξεπλήρωναν την αγάπη, την ανοχή, με το χειρότερο τρόπο! Δήθεν, χα! Δήθεν δεν ήξεραν πώς ένιωθα. Οι ψεύτες! Μόλις κατάφερνα να καταχωνιάσω  τις εικόνες της αμφιβολίας, συνήθως εκεί, κοντά στην δεύτερη επέτειο-  αστεία σύμπτωση – μέσα από τα πυκνά τους γενιά εμφανιζόταν μουσούδι  χοίρου. Εκείνα τα δευτερόλεπτα της αποκάλυψης  τρόμαζα με τον εαυτό μου. Ήθελα να τους σφάξω! Το κενό κάτω από τα πόδια  τάιζε το τρυφερό  μίσος . Πραγματικά,  χρειαζόμουν υποστήριξη… Εκείνο το απόγευμα…Εσύ Γιάννη… ελπίζω εσύ… να μην  με απογοητεύσεις…Όχι, όχι, εσύ δεν…είσαι… δεν ήσουν…

Χωρίς να το καταλάβω πίεσα λίγο περισσότερο το ποτήρι. Το γυαλί έσπασε. Το κρασί της επετείου, ανακατεμένο με αίμα λέκιασε την καινούρια μπλούζα. Αμάν βρε Γιάννη! Ακούστηκε η Κίρκη αναστατωμένη,  πριν λιποθυμήσει   στη θέα του τραύματος. Την κράτησα αγκαλιά και σιγά –σιγά τη συνέφερα με μικρά χαστούκια. Το τελευταίο, την ξύπνησε για τα καλά. Στο μάγουλό της το αποτύπωμά μου, στο φόρεμά της μια μεγάλη κόκκινη κηλίδα. Χάλια είσαι! Της είπα. Με χαστούκισε! Να για να μάθεις! Στρίγκλισε. Σήκωσα με τα δάχτυλα την άκρη της μύτης μου και … όινκ, όινκ. Γέλασε. Άρχισα πάλι ν’ ακούω αχνά το κύμα. Η κούνια εξαφανισμένη  από το σκηνικό. Η αμμουδιά ζεστή. Ξαπλώσαμε κατάχαμα, ανάμεσα στα κοχύλια . Με κοιτούσε ακόμα σαν άγνωστο…                                                                                            – Γιάννη, πότε έμαθες να ξεχωρίζεις τις φίρμες στα ρούχα;

- Η πρώην μου ήταν μοντέλο και…

Ένιωσα μια δύναμη να με ρουφάει. Η άμμος τράβηξε εμάς, τους φοίνικες, τη θάλασσα. Κατρακυλούσα. Ξεβραστήκαμε σε άλλο επίπεδο. Μέσα σε διάφανη χοάνη. Γύρω – γύρω   τζάμι , πάνω  η τρύπα ξερνούσε ακόμα προς το μέρος μας βότσαλα, όστρακα, καβούρια. Ο χρόνος στράγγιζε στα κεφάλια μας. Η φωνή της Κίρκης χτυπούσε  στα κρύα τοιχώματα  και επέστρεφε στ’ αφτιά ενοχλητική σαν ξυπνητήρι. Όλοι οι άντρες ίδιοι είστε, γουρούνια!

*
©Καίτη Παπαδάκη

φωτο: Στράτος Φουντούλης

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία