Μαρία Πολίτου: “Πλυμένα λάβαρα” της Μαρίας Κανδύλη

Από τις Εκδόσεις Τύρφη -Θεσσαλονίκη, 2017

politou-kandyli1.8.18

Ατελείωτες ανασκοπήσεις του τι ζήσαμε. Ανασκοπήσεις δευτερολέπτων. Σύντομες σκέψεις του τι δεν ζήσαμε. Ανασκοπήσεις ωρών. Τα δευτερόλεπτά μας πολύτιμα. Οι ώρες μας Θησαυρός. Όσα και να έχουμε κάνει δε φτάνουν. Ξαφνικά γίνονται ασήμαντα, ευτελή, ένα τίποτα. Όμως όσα ακόμη δεν καταφέραμε φαντάζουν υπέροχα. Αν μας δινόταν η ευκαιρία θα τα κάναμε μοναδικά, με τον καλύτερο τρόπο. Αν μας δινόταν.  (σελ.21)

Τη Μαρία Κονδύλη δεν την γνωρίζω. Ή –για την ακρίβεια– δεν την γνωρίζω προσωπικά. Διαβάζοντας όμως το βιβλίο της και συνταξιδεύοντας μαζί της σιωπηλά όσο κράτησε η ανάγνωση, έχω την αίσθηση ότι η αφηγήτρια/συγγραφέας είναι συγγενής, φίλη, συμπάσχουσα, συνοδοιπόρος.

Γραφή και σκέψη γένους θηλυκού, νους και ψυχή παιδική που δεν σταματά να ταξιδεύει, να ονειρεύεται, να ταλαντεύεται πάνω από την άβυσσο της υπαρξιακής αβεβαιότητας, φόβος θανάτου, βαθιά και ανελέητη μοναξιά, αναζήτηση του Εαυτού, του Άλλου, της πλήρωσης, της αγάπης.

Καθημερινά, σχεδόν αντιποιητικά, θα έλεγα αντικείμενα, που περιστοιχίζουν τη γυναίκα/αφηγήτρια –σπίτι, καθρέφτες, ντουλάπες, ρούχα, μπουγάδες, αποσκευές, πιάτα– αιχμαλωτίζονται στο κέντρο του αφηγηματικού ιστού και αποκτούν ζωτική σημασία για το λογοτεχνικό οικοδόμημα. Όλα αυτά πάντα «τσαλακωμένα», παλιά, φθαρμένα, σπασμένα, ρημαγμένα. Αντικατοπτρίζουν τις εμπειρίες, τις συναντήσεις, τις απώλειες, αποδείξεις ζωής, αν και τόσο κοντά στο θάνατο. «Δεν υπάρχει μεγαλύτερη απόδειξη ζωής από το θάνατο», η ίδια ομολογεί. Αποσκευές «γεμάτες κόκκινο», με ρούχα-όνειρα  «τσαλακωμένα μεταξωτά», «στριμωγμένα, ανάκατα». Μπουγάδες με παλιά φορεμένα, μα φρεσκοπλυμένα ρούχα που «μοσχοβολάνε ζωή», μα ποτέ «ατσαλάκωτα» κι αυτά, «πλυμένα λάβαρα», που αποκτάμε μετά από κάθε μικρή και μεγάλη μάχη της ζωής. Παλιά ρούχα, «γενναία» που θα μας προστατεύουν τις κρύες νύχτες του χειμώνα. Ντουλάπες που ξεχειλίζουν από τα καλοκαιρινά κι από τα χειμωνιάτικα, που κρύβουν στο «πιο ψηλό ράφι» «το κασελάκι με τις αναμνήσεις».

Μικρή αφηγηματική φόρμα, λόγος συμπυκνωμένος, μικροπερίοδος, κοφτός. Τόνος εξομολογητικός, βαθιά ανθρώπινος, ανθρωποκεντρικός:

Οι αναμνήσεις μου είναι μόνο άνθρωποι. Όχι τόποι, όχι γιορτινά ανταμώματα τυπωμένα σε γυαλιστερές φωτογραφίες. Οι άνθρωποί μου. Αυτοί που έφυγαν, αυτοί που μείνανε, ανάκατα βαλμένοι με τυχαία σειρά που ποτέ δε μένει ίδια μετά το σκάλισμα (σελ.72)

Σαράντα μικρά πεζά κείμενα αποτελούν το πρώτο αυτό βιβλίο της Μαρίας Κανδύλη, το οποίο φαίνεται ότι αποκτά ολοένα περισσότερη μεστότητα και πυκνότητα από τη μέση περίπου και μετά. Τίτλοι που σηματοδοτούν τον θεματικό και υφολογικό προσανατολισμό, άλλοτε άμεσα, άλλοτε υπαινικτικά: Εκείνες που κλαίνε, Μου πάει το άσπρο, Ίχνη ζωής, Ήθελε μόνο αγάπη, Αόρατα τείχη, ‘Άδεια αίθουσα, Ούτε μια ματιά, Φυλαγμένα μυστικά, Τα πέτα της μοναξιάς, Μόνο να μ’ ακούς,  Ημέρα ονείρων.

Η αφήγηση βασικά πρωτοπρόσωπη, συχνά τριτοπρόσωπη, κάποιες φορές σε δεύτερο πρόσωπο. Η καθημερινότητα μετουσιώνεται σε ποίηση με ειλικρίνεια και σεβασμό προς τον εαυτό και τον αναγνώστη. Χωρίς εξάρσεις και λυρικούς μελοδραματισμούς, δίχως προσπάθειες εντυπωσιασμού και μεγαλοστομίες, με γλώσσα απλή αλλά ταυτόχρονα ποιητική, μεταφορική, η συγγραφέας εκφράζει υπαρξιακούς προβληματισμούς και αναζητά νηφάλια τον εαυτό, την ταυτότητα, τον προορισμό.

 Από το πρώτο κιόλας κείμενο μάς εισάγει στο κλίμα, καθώς η ίδια δεν αναγνωρίζει το είδωλό της στον καθρέφτη του σπιτιού της και της φαντάζει σα να είναι ο αντικατοπτρισμός μιας ξένης που απλά της μοιάζει, αλλά έχει τους ώμους της λίγο πιο ψηλά από τους δικούς της:

Ποια είναι αυτή η γυναίκα, τι θέλει μέσα στο σπίτι μου και πώς φαίνεται να ξέρει τόσα πολλά για μένα;(σελ.11)

[…]

Θέλω να τη γνωρίσω αυτή τη γυναίκα που τόσες ώρες δεν με άφησε από τα μάτια της. Δείχνει σαν κάτι που δεν είμαι, αλλά θέλω τόσο πολύ να γίνω. Μπορώ να γίνω. Αυτή είναι η μυστική μας συμφωνία. Να της μοιάσω όσο πιο πολύ μπορώ.»(σελ.12)

Η αναζήτηση του βαθύτερου πυρήνα του εαυτού, η αέναη προσπάθεια κατανόησής του και ευθυγράμμισης της εξωτερικής με την εσωτερική πραγματικότητα αποδίδεται με ιδιαίτερη θεατρικότητα σε ένα από τα τελευταία κείμενα του βιβλίου με τον τίτλο «Αποχρώσεις του καφέ», όπου ακριβώς δραματοποιείται η απονενοημένη συνάντηση με κάποιον ειδικό σε ζητήματα ψυχής:

«Θα σου κάνω μια και μοναδική ερώτηση είπε και ο χρόνος που θα έχεις στη διάθεσή σου δεν θα είναι απεριόριστος. Θα έχεις μόνο ένα λεπτό».

«Ποια είσαι;» Αυτό με ρώτησε κι εγώ ανοιγόκλεισα το στόμα χωρίς να μπορώ να αρθρώσω λέξη, έχοντας ταυτόχρονα καρφωμένα τα μάτια στο μεγάλο ρολόι του τοίχου που δυνατά μετρούσε τα δευτερόλεπτα. Σαράντα επτά, τόσα μου απέμεναν. Πόσο γρήγορα περνάει η ώρα όταν την μετράς. Με απίστευτη ταχύτητα σκέφτηκα να διαλέξω ανάμεσα σε δύο απαντήσεις. Η κόρη της μάνας μου, η μάνα των παιδιών μου. Δεν διάλεξα καμία. Αυτές οι δύο λέξεις με στοίχειωσαν. Ποια είμαι. Θα μπορούσα να είμαι πολλά. Θα μπορούσα να είμαι τίποτα.(σελ.75)

Συγκινητικά έντονη είναι η ταλάντευση της αφηγήτριας ανάμεσα σε αυτό που ζει και σε αυτό που θα ήθελε να ζει, ανάμεσα στα πρέπει και τα θέλω, ανάμεσα στην πραγματικότητα και το όνειρο. Μα ο δρόμος είναι ένας: της καρδιάς.

Ποταμούς θα κατέβω. Ορμητικούς και μυστήριους που συνεχώς αλλάζουν. Κωπηλατούν τα πρέπει [….] Όμως την πορεία χαράζουν τα Θέλω. Όρθια, αγέρωχα, δίνουν κοφτές εντολές χωρίς να κρατούν πυξίδα, χωρίς να τα οδηγεί καμία συντεταγμένη παρά μόνο η καρδιά, λες και ξέρουν πού πηγαίνω, λες και ξέρω. Μια μικρή ξύλινη βάρκα, φορτωμένη με μεγάλα όνειρα.

Μα ο αγώνας είναι διαρκής. Λέει ενσυνείδητα, «ελεγχόμενα» [1] – όπως γράφει – ψέματα προς τον εαυτό. Πάλη εσωτερική και αίσθημα του ανικανοποίητου διατρέχουν τις εκ βαθέων εξομολογητικές, χαμηλόφωνες αφηγήσεις. Η αναχώρηση για άλλους άγνωστους προορισμούς διαρκώς αναβάλλεται, παρά την τακτική, ακριβή άφιξή της κάθε φορά στο σταθμό:

Κάθε Τρίτη πάω στο σταθμό των τραίνων. Χρόνια τώρα χειμώνα-καλοκαίρι. Δε θυμάμαι ποια Τρίτη ήταν η πρώτη […] Φαντάζομαι ότι κάποιον περιμένω να έρθει […] Καμία άφιξη για μένα. […] Πάω στις αναχωρήσεις […]Όμως θυμάμαι ότι κάτι ξέχασα. Εμένα ξέχασα και δεν μπορώ να φύγω. […] Σουρουπώνει πια, ώρα να αποχωρήσω. Ένας επιβάτης χωρίς αποσκευές, χωρίς εισιτήριο. Όχι επειδή δεν μπορώ να το αποκτήσω, αλλά επειδή δεν γνωρίζω τον προορισμό. Ίσως την άλλη Τρίτη να ταξιδέψω και αν δεν είναι η άλλη θα είναι σίγουρα η επόμενη, σίγουρα. (σελ.20)

Ωστόσο, επανειλημμένα και ποικιλότροπα δηλώνει πως δεν έχει σημασία ο προορισμός μα το ταξίδι. Και πρέπει να μη διστάζουμε, να μη φοβόμαστε να τσαλακωθούμε, μας παροτρύνει η συγγραφέας. Να επιβιβαστούμε στο όχημα της ζωής και ο καθένας μας, ως «Οδυσσέας επίδοξος χωρίς καμία Τροία να κατακτήσει», να ψάξει για τη δική του Ιθάκη.

Πού πάω; Δεν έχω ιδέα! Όμως δε με νοιάζει κιόλας. Ετοιμάστηκα ξεχνώντας να ρωτήσω για την ασήμαντη αυτή λεπτομέρεια του προορισμού. Ξέρω μόνο ότι θα είναι υπέροχα εκεί.

Πρέπει να ξεβολευτείς. Να έρθεις μαζί μου. Ναι, να έρθεις. Για να έρθεις μαζί μου, όμως σου είπα, πρέπει να ξεβολευτείς. Πρέπει να θέλεις να διασχίσεις άγνωστα τοπία που θα σου φαίνονται παράδοξα γνώριμα επειδή τα ονειρευόσουν και ήθελες από πάντα να πας, αλλά δεν τολμούσες. Μη σε νοιάζει αν κουραστείς και χάσεις κάποιες αποσκευές στο δρόμο. Αρκεί να μη σου πάρουν εκείνη που έχει μέσα τα τσαλακωμένα, τα στριμωγμένα, τα ανάκατα, τα κόκκινα.

Ας την ακούσουμε και ας αναλογιστούμε. Ίσως κάποιοι αγαπήσουμε όσο αξίζει τα δικά μας «πλυμένα λάβαρα», κι ας μην είναι  καθόλου ατσαλάκωτα!


[1] Σελ. 19

*

©Μαρία Πολίτου

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, βιβλιοπαρουσίαση