Απόστολος Θηβαίος, Boutique Théâtre [10] -Φανή

thiveos24.7.18
fav_separator

Ανάμνηση καλοκαιριού
ζωσμένη με σύρμα αγκαθωτό
στην καραντίνα του καιρού

(Εξώστης παλιού, νησιώτικου αρχοντικού. Με τρεις καμάρες, με τρεις πύλες από κόκκινη πέτρα αιμάτινη. Σε ποιον φούρνο, σε ποιο καμίνι γεννήθηκε τέτοια πορφύρα,ποτέ δεν θα το μάθω. Θα ΄ρχονται τα κορίτσια να βάφουν τ΄απάνω χείλι τους που μοιάζει με ρωγμή στον χρόνο και τούτο αρκεί. Στην άκρη, κάτω απ΄τ΄αχνό φανάρι με τους ακάνθους, με τις γιρλάντες που τις φτιάχνουν τα φύλλα της δάφνης και τ΄ανθέμια προσμένει η κόρη. Είναι όμορφη σαν περιβόλι, την βρέχουν κύματα, από μέσα της περνούν απογεύματα, φεγγάρια πέτρινα. Πάνω στο πρόσωπό της μαίνεται το καλοκαίρι και η ερημιά και όλα κυματίζουν σαν τοπία αδιανόητα.Κρατά στα χέρια της την παλιά φωτογραφία, κρατά το βλέμα της στο πέλαγο, τον κύρη της προσμένει κάτω από τους πελώριους ουρανούς. Φορεί στα μαλλιά το χτενάκι του Μαγιού και έχει ελεύθερη τη φλέβα της ζωής της. Κεράσι το φουστάνι της, απόγευμα πνιγμένο στις παρυφές μιας ζωγραφιάς. Έχει κόκκινα τα χείλη και είναι άσπρα τα χέρια της σαν φτερούγες με ένα μυστικό στον μέσα κόσμο τους. Και έτσι όπως προσμένει σαν λεπτομέρεια μες στους κόλπους της ζωής θυμίζει πλοίο μυστικό που το γεννήσαν τα νερά μ΄όνομα βυζαντινό, γραμμένο στ΄αρχαία νηολόγια. Σβήνει και ανάβει το φανάρι και έτσι χλωμή και ερωτική, βαδίζει δίχως όνομα με τ΄απάνω χείλι της που δύει, με τα φρύδια της γραμμένα. Δίπλα της μικρές υδρίες και σπαράγματα από κίονες και ρυθμούς αρχαίους. Το κορίτσι μιλά, οι σκηνικές οδηγίες, όλες καταργούνται. Όλες.)

ΚΟΡΙΤΣΙ: Όταν θα΄ρθεί, όλα θα ξημερώσουν, θα δεις. Και ετούτη η νύχτα, τούτος ο κίνδυνος θα κοπάσει σαν πρώτο φως και σπάνιο. Χίλια χρόνια θα περιμένω και άλλες τόσες νύχτες, κάνοντας κομμάτια αυτά τα νιάτα τα χλωρά. Μου΄πες, Φανή θα΄ρθω απ΄τον βορά με τις σημαίες όλες μεσίστιες, αφήνοντας γραμμές αλλαργινές πάνω στα νερά, πάνω στα νερά.

( η φωνή ακούγεται συρμάτινη από τα βάθη της σκηνής)

Και εγώ τον πίστεψα και γέμισα με ροδόνερο τις υδρίες. Και έβγαλα απ΄το παλιό μπαούλο τα ρούχα του γάμου και της γιορτής να με ξεκρίνει από μίλια ανείπωτα.

Φανή, θα ΄ρθώ απ΄τα νερά, απάνω στα χέρια σου ν΄ακουμπήσω Φανή, σαν χαλάζι.

 Πάνε δέκα χειμώνες πια και δεν φάνηκε. Μαράθηκε το φουστάνι και σβήστηκαν τα μάτια του απ΄την παλιά φωτογραφία. Και οι ναοί που ΄χα χτίσει πέσανε και πήραν οι εργάτες τα πανέμορφα μέλη να φτιάξουν ασβέστη. Πόσοι χάθηκαν τότε μες στα καμίνια που καίνε ψηλά στο βουνό.

Φανή θα΄ρθώ απ΄τον βορά, θα μ΄αναγγείλουν τα δελφίνια και εκείνα τα σπάνια πουλιά που κατοικούν τον γκρεμό της σκάλας.

Έχω στο σπίτι ανάψει τους κηροστάτες και όλοι λένε, στον όρμο αρραβωνιάζουν την Φανή, την Φανή. Εγώ όμως άλλον κανέναν δεν επιθυμώ και αν δεν γυρίσει ως απόψε μες στο πέλαγο θα ριχτώ. Με τ΄όνομά μου θα ονομάσουν ένα βράχο μικρό, με μια δειλή ελιά για σήμα. Τα πλοία στους ασυρμάτους θα λένε πως κάποτε πέρασαν απ΄την νήσο Φανή του ωραίου και ακατόρθωτου πελάγους. Τι φρικτή ιστορία, τι πίκρα έτσι που σβήστηκε το χιόνι, που στέρεψε το μέλι, που σώπασε το τραγούδι.

Θα΄ρθω Φανή πετροβολώντας τα πουλιά, χαράσσοντας απάνω στο φεγγάρι τ΄όνομά σου το τρυφερό. Θα΄ρθω από τις ντάπιες του κόσμου, χαρίζοντας χρυσά νομίσματα σ΄όποιον ξέρει τ΄ονομά σου να προφέρει. Θα ΄ρθω την ώρα την πιο μικρή, όταν θα ΄χεις κουραστεί. Θα βρέξω τα μαλλιά σου, στη ζώνη μου ολόλαμπρα φεγγάρια, για σένα μόνο, από την παλιά, κυνηγετική περίοδο, το πρόσωπό μου μισό, σφαγμένη προτομή σε μια ακτή, σε μια ακτή. Ξέρω πως για σένα θα στείλουν σήματα τ΄άλλα καράβια, ξέρω πως για σένα κρατιούνται αμείωτες οι ομίχλες των πορθμών. Ξέρω πως οι λάμψεις και τα πυροτεχνήματα σε κάποια στεριά δαπανήθηκαν αλόγιστα για σένα.

Θα΄ρθω Φανή, μα δεν θα΄μαι ποτέ ο ίδιος, γιατί τώρα πια με κρύβουν όρη πύρινα, άνεμος και μοναξιά. Και τη γλώσσα μου την λησμόνησα και αυτή. Θα΄ρθώ Φανή με ένα μυδραλιοβόλο στα χέρια σκοτώνοντας τον ήλιο, τον ήλιο. Θα ΄ρθώ Φανή την πιο απροσδόκητη ώρα, αφήνοντας μια υποψία.

(Ταραγμένη, σαν κάποτε να επανέρχεται στον κόσμο αυτόν. Θέλει να φύγει προς την αγορά, η αγωνία την κυρριεύει.)

Τέτοια ώρα οι ασυρματιστές φέρνουν τα νέα των πλοίων.

(κινείται και κοιτά νευρικά.)

Τους θανάτους τους αναφέρουν διακριτικά, βαθμός και ηλικία και ο σταυρός ο βαφτιστικός. Και τα κορίτσια που γεννήθηκαν για να πονέσουν, (επαναλαμβάνει ονόματα, Κατερίνα, Δανάη, Άννα, Ισμήνη)

 γερνούν σε μια άκρη, θυμίζοντας κάτι μισοτελειωμένα φωνήεντα, προικισμένα με την απατηλή χάρη της ενός αρχαίου θεάτρου.

Θα΄ρθώ Φανή κρατώντας στα χέρια μου εκείνη την ζαχαρένια κούκλα που τόσο πόθησες.

(Και το κορίτσι έπεσε να χαθεί γιατί είπαν οι ασυρματιστές πως το πλοίο του αρραβωνιαστικού της χάλασε. Και πως τα ρεύματα τους πήραν τόσους τίμιους άντρες και τους ταξιδεύουν στα νησιά σαν πέτρες ολόλευκες του απόκοσμου και του μοναδικού. Να δεις πώς ζωντάνεψε τις πτυχές του φορέματός της, να δεις με τι φυσικότητα ρίχτηκε στο πέλαγο, την ώρα που της ΄φέρναν τα νέα.)

Φανή του αντρός σου το πλοίο βρέθηκε. Ανεβαίνει  τον ποταμό που βγάζει στις θρυλούμενες πολιτείες.

(Και δεν συλλογιέται πώς περνάει ο καιρός, και δεν περιμένει τον άντρα της. Μονάχα τινάζεται σαν ρεύμα εμπρός στο δοξαστικό του έρωτα. Και μελετά τα παράξενα σημάδια, πίνοντας αργά την πίκρα του χωρισμού. Το έργο τελειώνει, μια πράξη και ένα κορίτσι πεθαίνουν τούτη την ώρα. Και το φανάρι σβήνει και ντύνεται νύχτα βαθιά και έρωτα ανεκπλήρωτο αυτός ο κόσμος ο απατηλός. Φανή, ουσία άπειρη της ζωής μας που τώρα ανεμίζεις πάνω στη σκηνή. Μια θολή εικόνα του ωραίου και του αληθινού. Και τίποτε, τίποτε.)

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου στις Στάχτες

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under Boutique_Theatre, Ανταποκρίσεις