Ανταποκρίσεις Απόστολου Θηβαίου, Ο ύπνος της μηλιάς

thiveos10.7.18

fav_separator

Και στο ποτάμι το΄πλυνα
και έβαψα τα νερά του κόκκιν΄αχείλι.

M’αυτήν και μ΄ άλλους, χιλιάδες στίχους, αναρίθμητους τρόπους τραγουδήθηκε τ΄απαρηγόρητο, τ΄αυθεντικό και τ΄αμετάφραστο της ψυχή μας. Μες στα χορταριασμένα ποιήματα που ΄θαψε για πάντα το τέλος του αγροτικού μας κόσμου κοιμάται ανόθευτη η ψυχή. Και είναι τα χέρια της φωνές τρυφερές και είναι τα μάτια της ασπίδες χάλκινες όλο πυρά και όλο ήλιο. Και είναι τα στήθη της τ΄άλγος της ομορφιάς και ο λόγος της ανείπωτος. Στον κόρφο του Κωνσταντή, στο στρίφωμα της Ελένης και στων μαλλιών της το χιόνι καίγεται αθόρυβο το ελληνικό ντουέντε. Τον σπασμό του αίματος που ΄χρισε θησαυρό της η εξωτική Ανδαλουσία το κρύψαμε στα ξωκλήσια και τους περιστερώνες και κάτι σπαραχτικά βημόθυρρα απάνω στο βλέφαρο του καιρού. Το είπαμε αίμα, το κάναμε πένθος μας και γιορτή, στον ρυθμό του χτυπήσαμε δυνατά  τα σώματά μας, τα σώματά μας, σκεύη του πάθους και του χαμού. Τ΄αλληλούια και των αιώνων η προσευχή κοιμήθηκαν για πάντα μες στα τραγούδια, σ΄ότι αναγράφεται στους ανέμους, σ΄ό,τι νιώθεται και δεν διαβάζεται, δεν διαβάζεται.

Ντουέντε καλείται του αίματος ο αναβρασμός και όταν αναριγώνται οι καρδιές. Ντουέντε ονομάζεται ολάκερη η φωνή του κόσμου στου φανταστικού Φατμίνκο το φευγιό. Και η Βασιλική που έτσι τραγουδιστά αφήνει από έρωτα τον κόσμο, που αψήφιστα δίνεται στην αγάπη, όλο θάρρος και αποφασιστικότητα, μια Άλκηστις που ταξιδεύει στους καιρούς. Ντουέντε είναι νευρώνες που διατρέχουν τα όργανα, το είδος του κεραυνού που καραδοκεί στις επαρχίες, τ΄αμίλητο που συγκλονίζει.

Ο  Λόρκα, μεταγγίζοντας το ανδαλουσιανό νεύρο ανανέωσε καταιγιστικά την ισπανική ποίήση κηρύσσοντας πως άλλος θα΄ναι ο σκοπός της τέχνης και άλλο το φρόνημά της, κάπως ανθρωπινότερο και κάπως τρυφερό. Έτσι άνοιξε έναν φεγγίτη και μπήκαν απ΄όλες τις πλευρές οι ψυχές, φωνάζοντας με χίλιους τρόπους τ΄όνομα της αγάπης, χαράσσοντας πάνω σε σπάνιες επιφάνειες τις χίλιες και μια όψεις του θανάτου.Έφτασε ως εδώ τούτο το ρεύμα και ευθύς ξεχύθηκαν σε πείσμα των καιρών οι ραγδαίοι, οι σεισμικοί στίχοι και οι κρητικές τοιχογραφίες απ΄τα χωριά του Μίνωα και οι Αριάδνες τότε και τώρα λύγισαν ορμητικά τα σώματά των, στους ξέφρενους, τους εκστατικούς χορούς. Σκύψανε τα γεφύρια απάνω στη Λησμονημένη και απάνω σε πετροπήγαδα και αυλές μαρμαρωμένες να ακούσουν των ανθρώπων τους καημούς. Ως τις πόλεις τα πήγαν τα ποτάμια που σκαρφαλώνουν τα βουνά, να αδράξουν τα καλοκαίρια, να φωνάξουν τα ονόματα όλων των πηγών. Ξύπνησαν ρηγάδες και ολομέταξοι θυρσοί της Νεαπόλεως, των Κυκλάδων, κλειστοί κόσμοι σάλεψαν και ο μύθος που διατρέχει τις ψυχές τρύγησε στρώματα και φρεάτια των υπογείων.

 Δεν είναι παλίρροιες, είναι το μαχαίρι και το αίμα και η Χάιδω που δανείζει των παρειών της τη ρόδινη αφή, έτσι όπως πεθαίνει χρόνια τώρα μες στους μπαξέδες. Ντουέντε να ονομάζεται κάθε έρωτας, κάθε θλίψη και όνειρο. Κάθε σύμπαν να λέγεται ντούντε, έτσι όπως ζει μες στους κόσμους τ΄ανομολόγητο, για μια ζωή και μια στιγμή. Τ΄αφώνητο από δειλία ή αιδημοσύνη να μην επικρατήσει. Τ΄αρχαία μας πορτραίτα να λάμψουν μες στο διάσελο, αυτό είναι το ντουέντε, μια ακμή πριν τον καιρό του θερισμού. Δεν είναι σειρήνες που τα πληρώματα δεν ακούν, είναι Κυριακές τα προφορικά αυτά ποιήματα, πληγές και βάλσαμο, σκιές αγαπημένες με τη χάρη του βασιλικού και την κάτωχρη ομορφιά, τη σχεδόν ιδεαλιστική της τελευταίας ανεμώνης.

Γράφω τώρα μια ποίηση που ανοίγει τις φλέβες, μια ποίηση που έχει δραπετεύσει από την πραγματικότητα, με μια συγκίνηση που αντανακλά όλη μου την αγάπη για τα πράγματα και τη χαρά μου εμπρός στα πράγματα. Έρως του θανάτου και φάρσα του θανάτου.

Η αγωνία της αθανατισθή δεν είναι μόνο μια μάχη, αλλά και ένα ειδύλιο με το θάνατο. Και αν η ζωή ενός αληθινού ποιητή είναι η συναναστροφή με την ομορφιά είναι ταυτόχρονα και μια καθημερινή συμβίωση με το θάνατο. Να ζήση ότι κάθε στιγμή πεθαίνει, να ο σκληρός έρωτς των πραγμάτων, το κάλλος.

Με αυτά τα λόγια του αγίου Φεντερίκο της Ανδαλουσίας, κοινωνείται το μήνυμα της αυθεντικής ποίησης. Εκείνης που αντλεί απ΄τ΄όνειρο και την πίκρα για να στελεχώσει το τραγούδι. Μενεξέδες και ζουμπούλια και απ΄την Χίο ως τον Μαρμαρά και απ΄την Θράκη ως την Κρήτη, η ίδια πίστη στη ζωή, η ίδια περιφρόνηση στον θάνατο. Που φορεί χιλιάδες όψεις, πότε θεός, πότε έρωτας και πότε το κύμα που σαρώνει τις πεδιάδες. Ίσως ζωγραφισμένες οι απόκοσμες μαινάδες πάνω στους παλιούς, επαρχιακούς δρόμους. Κάτι βρύσες ακίνητες που νιώθουν μέσα τους το μυστικό του κηροστάτη, που ακούν τα ψιθυρίσματα του τελευταίου μυστηρίου. Στην άλλη άκρη φωνές και φώτα και ορχήστρες για τόπους ξένους και αλαργινούς, σαν να τραγουδούν στους πεθαμένους τη ζωή να μην λησμονήσουν. Εκείνη την ατμόσφαιρα, τον γκρεμό που καραδοκεί κάτω από τη σκάλα την περιγράφουν τα τραγούδια, τα ποίηματα με την ωραία μοίρα που κρεμάστηκαν απ΄την πουκαμίσα μιας φορεσιάς νησιώτικης.

Μες στο καλοκαίρι είναι πιο σκληρός ο θάνατος. Σκάβει ο καιρός με αμανέδες τη γη και γερνούν οι άνθρωποι. Τα πανηγύρια σκαρφαλωμένα κάτω απ΄τη σκέπη του αγίου φέρνουν ταξιδιώτες και ξεψυχάνε. Ξυπνούν οι ρηγάδες, βγαίνουν με θυμιατά παλιοί ζωγράφοι των ναών, τεχνίτες χαρισμένοι στις εξοχές και τους αποσπερίτες. Γυρνούν οι Θεόφιλοι στα πέριξ της Ελλάδας και κρατούν το μίτο. Και μες στις πρασιές αποκαλύπτεται ένας αρχαίος κρουνός και ένας μύθος. Εδώ αγαπήθηκαν δυο παιδιά και εκεί απάνω στην ομορφιά τα βρήκε ο ύπνος. Κάποιος αφήνει έναν ανθό ανήμερα του φεγγαριού και οι στίχοι σαλεύουν και οι λύρες. Τρομάζει ο θάνατος εμπρός στην προσευχή της Αμοργού και όλα αποθεώνονται, με σένα θαμμένο μαζί με την κιθάρα κάτω απ΄την άμμο, στις πορτοκαλιές ανάμεσα και τις μέντες.

Στις πιο μεγάλες λύπες τα σπίτια ανοίγουν. Όλα χαιρετούν το σύμπαν που χάνεται και έχει εκείνη η ώρα ολόκληρο τον ηρωισμό του λαού μας. Βαλκάνια και ιωνική η ψυχή μας προσμένει τέτοιες καθάριες στιγμές για να ζήσει τ΄αμετάφραστο. Είναι το πανηγύρι της ψυχής για την ομορφιά που καίγεται, μια μικρή μονάχα, γαλάζια φλόγα των αερίων. Πρόκειται για το δαιμόνιο του Σωκράτη, όλο μάρμαρο και αλάτι, που οργισμένο τσαγγρούνισε το δάσκαλο τη μέρα που ήπιε το κώνειο.

Με τους κλήδονες γράφεται τ΄όνομά μας, με όργανα και μουσικές σέρνουμε τα αρχαία μας υπάρχοντα.  Φρεσκάδα θαλασσινή και περιβόλια και οι λευκές παρειές της θεάς. Τίποτε άλλο. Στην πορεία μας βρίσκουμε βωμούς, δυο τραγούδια αφήνουμε και το τελευταίο στεφάνι πριν τον θερισμό. Δεν είναι σπονδές, είναι ένας ανόθευτος  κεραυνός ετούτο το στοιχείο που μας ορίζει. Το πάθος της ζωής, ο καημός της ανθρώπινης ύλης να πάει πέρα από τη θνητότητά της, ο ανυπέρβλητος, αλεξανδρινός θίασος, φάσμα ξαφνικό του μυστηρίου.

Όλα τούτα και όσα από αδυναμία εδώ δεν διατυπώθηκαν, ξορκίζουν το θάνατο με έναν τρόπο που ποτέ δεν μετέβαλε το ύφος του. Η συμπεριφορά του αίματος, όπως την καθόρισε ο Γιώργος Ιωάννου, το πείσμα του θανάτου που όλο αρχινά απ΄την αρχή συνιστούν τους δυο πόλους της ψυχής μας. Στ΄ανάμεσά τους η δοκιμασία της ομορφιάς και του θανάτου και η ασκητική του κλειστού μας κόσμου. Στ΄ανάμεσά τους, εκείνο που ανεβαίνει σαν ήχος και σαν λύπη, οχρηστρίδες, ακροβάτες της αρχαίας εποχής, βυζαντινοί μοναχοί και διασκεδαστές που μας κατοικούν. Και τοιχογραφίες απάνω στο κλίτος μας με αιμασιές και υποκύανα λουλούδια, πέργκολες, αναρριχώμενα φυτά να ξορκίσουν τα εν νυκτί συμβαινόμενα. Τραγούδια που κρύφτηκαν στα δόντια και ξεχειλίζουν απάνω στην ακμή του χαμού. Λίγες του κόσμου οι σημασίες, λένε τα ποιήματα που ψάλλουν μέσα τους εποχές ολόκληρες. Κόμβοι ψυχικοί φτιαγμένοι για μας τους ηττημένους Ελπήνορες της ζωής, να μας αποκαλύπτουν αρχαίους, με μάτια καθαρά σαν των παιδιών.Πράγματα δικά μας, κληροδοτήματα απ΄τις φούγκες των βουνών, αισθήσεις αναγκαίες για να βρεθεί ο δρόμος, τώρα που το πηδάλιο στέκει αποσπασμένο. Μεταχειρισμένα σκηνικά ενός θεάτρου που χάνεται, μέσα ναυαγοσωστικά στις πλημμύρες των καιρών.

Ντούεντε θα πει λύπη και χαρά, με όψη λιονταριού να μας σπαράζουν Θα πει, το κοινό των ανθρώπων χιτώνιο και δαπάνη αλόγιστη της ζωής μας και ευτυχισμένη. Θα πει την όψη της θεάς, το φίδι, τον αμφορέα και τ΄αγκίστρι. Θα πει με δύναμη τα πόδια να χτυπούν στη γη, απ΄αγάπη μ΄όλο το κύρος της το σώμα και η ψυχή να αφοσιώνονται  στη μαγεμένη, την κρυμμένη.

Στο κορίτσι που απ΄όμορφιά το χαράξανε σε μια πέτρα αρχαία, σε ένα βυζαντινό θωράκιο και έτσι το σώσανε για να το αγαπούν.

*

*Τα πλάγια γράμματα αντλούν από τις διατυπώσεις του Λόρκα για τον παλμό και τη θερμότητα του ντουέντε. Σε μετάφραση Τ. Λιγνάδη.

*

©Απόστολος Θηβαίος

Διαβάστε όλα τα κείμενα του Απόστολου Θηβαίου στις Στάχτες

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε


aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under critique, Ανταποκρίσεις, Δοκίμιο