Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, Le maitre des lieux

milsani4.7.18

favicon

Δεν είναι πια ο Κύριος του άλλοτε. The master. Αυτός που όλος ο κόσμος θα έδειχνε με το δάχτυλο. Που θα ψιθύριζαν με δέος πίσω από την πλάτη του:

« Τον βλέπετε; Σ’ αυτόν ανήκει όλο σχεδόν το νησί. Από πάππου προς πάππων ήταν οι αποκλειστικοί ιδιοκτήτες όλων αυτών των όμορφων τοπίων με τις παραλίες, τα πεύκα, τα μαρμάρινα βράχια, τα λιόδεντρα…»

Tι συνέβη λοιπόν; Της τύχης τα γυρίσματα; Αναποδιές; Οικογενειακές ατυχίες, περάσματα εξουσίας σε πιο αδρανείς, σε αδιάφορους η σπάταλους, συνέβαλλαν για να τον αποκαθηλώσουν; να τον απομακρύνουν; να του καθαιρέσουν την εξουσία;

Η αναμνήσεις όμως δεν στέρεψαν… Το αίμα νερό δεν γίνεται, το πάτριο χώμα δεν ξεχνιέται, δεν εγκαταλείπεται ουσιαστικά, δεν το απαρνιέσαι ποτέ. Ένας αόρατος ομφάλιος λώρος σε ενώνει για πάντα μαζί του. Έτσι λοιπόν εκείνος, ο εξόριστος, ο εκπεπτωκώς, ξαναεμφανιζόταν από καιρού εις καιρόν στα άλλοτε ποτέ δικά του λημέρια.

Στην ντάλα του καλοκαιριού τον έπαιρνε το μάτι μου να κάνει απροειδοποίητα την εμφάνισή του διασχίζοντας με μεγάλες δρασκελιές την πλαζ. Αυτό συνέβαινε γύρω στο μεσημέρι. Θα έλεγα πως ερχόταν από τo πουθενά, έστω κι αν ήξερα πολύ καλά πως η αφετηρία του ήταν το μικρό σπιτάκι το κρυμμένο μέσα στον πευκώνα όσο ζούσε ακόμη η μητέρα του, κι ύστερα πιθανόν από κάποιο δωμάτιο του ξενοδοχείου. Η στητή σιλουέτα του ξεχώριζε από μακριά, ψηλός γεροδεμένος, μαυρισμένος κιόλας από τον αυγουστιάτικο ήλιο. Ποιες άλλες ξένες παραλίες του είχαν άραγε χαρίσει αυτήν την καλοκαιρινή χάλκινη πανοπλία;

Δεν κοίταζε ούτε δεξιά ούτε αριστερά, πράγμα που δήλωνε ίσως κάποια έπαρση… ίσως όμως και συστολή, αμηχανία; Γιατί, τι κι αν η πλαζ ήταν γεμάτη από αλλόκοτο κόσμο και δυσνόητες λαλιές, τι κι αν το ξενοδοχείο είχε κιόλας κατασπαράξει τα πάτρια εδάφη, τι κι αν το διαμορφωμένο τοπίο δεν έμοιαζε σε τίποτε μ’ εκείνο που τον είχε αναθρέψει… εκείνος έξω από κάθε ανόητα συμπερασματική λογική ήταν πάντα κύριός τους! Και το ήξερε αυτό πολύ καλά!

Πέρα από κάθε αμφιβολία ήξερε πως εδώ ήταν οι ρίζες του, η ουσιαστική ζωή του, από εδώ είχε ξεκινήσει, είχε νοιώσει τις πρώτες συγκινήσεις, είχε κοιτάξει, αναμοχλέψει, φέρει στο φως τις μύχιες πτυχές της ψυχής του, είχε αντιμετωπίσει τις πιο επείγουσες ανάγκες του, ιδίως εκείνη την πρωταρχική, την τυραννική, αυτή που έμελλε να γίνει η κινητήρια δύναμη της ύπαρξής του: το γράψιμο.

Και μ’αυτή την συνείδηση, την απόλυτη γνώση, ήξερε πως τούτη την πλαζ κανείς δεν μπορούσε να του την διεκδικήσει. Ήταν πέρα για πέρα δική του. Αυτά τα χαλίκια εκείνος τα είχε πρώτο-πατήσει, πρώτο-κλοτσήσει κι ίσως σ’ αυτή την παραλία κάποιο βράδυ να είχε ξεμοναχιάσει και φιλήσει την πρώτη του μικρή ερωμένη… Τι κι αν όλα πια είχαν καταπατηθεί, τι κι αν είχαν χάσει όλη τους την αγνότητα, αν είχαν μεταμορφωθεί σε κάτι ανοίκειο, σχεδόν απόλυτα ξένο… Από μέσα τους μια μυστική φωνή αναδυόταν και μουρμούριζε επίμονα: εδώ εμείς είμαστε πάντα τα ίδια, τα παντοτινά, τα δικά σου χώματα…

Σ’ αυτό το τελετουργικό μπάνιο δεν συνέβαιναν πολλά. Με γρήγορες κινήσεις ο κολυμβητής κατευθυνόταν προς τη θάλασσα. Μόλις τα πόδια άγγιζαν το νερό έσκυβε και τιναζόταν με ορμή κάνοντας ένα μακροβούτι τόσο μακρύ που κάποια στιγμή αναρωτιόσουν αν θα ξανάβγαινε στην επιφάνεια. Όταν έκανε πάλι την εμφάνισή του στον αφρό, με ρυθμικές απλωτές, τραβούσε προς τα ανοιχτά μέχρι που πάλι χανόταν. Η επιστροφή γίνονταν μια στιγμή που τον είχα κιόλας ξεχάσει. Έβγαινε το ίδιο ντούρος, με το βρεγμένο δέρμα να γυαλίζει μέσα στο ήλιο και χανόταν μέσα στο πυκνό υφάδι ομπρελών και λουομένων.

Αυτή η σχεδόν συμβολική βουτιά, η μία, ήταν ένα γεγονός που επαναλαμβανόταν αργά και κάπου έτσι ώστε να μη χαθεί η ανάμνηση της ιδιοκτησίας, έστω κι αν τώρα τίποτε από αυτά που μας περιστοίχιζαν δεν ήταν πραγματικά δικό του. Αλλά η κατοχή ενός πράγματος είναι πολύ πιο πέρα από την υλικότητα. Οι τόποι, οι παραλίες, μερικά αντικείμενα, ακόμη και εικόνες που δημιουργήσαμε στο μυαλό μας συνεργαζόμενοι με τη φύση, ανήκουν σ’ αυτούς που πρώτοι τις αγκάλιασαν, τις κατάκτησαν με το βλέμμα και το χέρι, τις ταύτισαν με το είναι τους μέσα από την επιθυμία, τη σκέψη και την αφοσίωση.

Έτσι κι αυτός, κι ας μην εμφανιζόταν πλέον καθόλου, κι ας απομακρύνθηκε κάνοντας άλλες επιλογές, η πλαζ του Ποτού θα τον περιμένει πάντα με την ίδια υπομονή. Πάντα στη διάθεσή του. Άλλωστε δεν μπορεί, κάποια στιγμή ένας άνεμος σαν κι αυτούς τους χειμερινούς που διαλύουν τα καράβια, ισοπεδώνουν παραλίες και πευκώνες, που ρίχνουν κάτω ολόκληρα βράχια, θα φυσήξει με τόσο θυμό που θα σαρώσει για πάντα ότι βέβηλο κι εφήμερο έχουν φυτέψει επάνω της τα ξένα χέρια.

*

©Ευρυδίκη Τρισόν Μιλσανή, από το ανέκδοτο βιβλίο “Παραθεριστές στη Θάσο”

φωτο: Στράτος Φουντούλης

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία