Αχιλλέας Σωτηρέλλος, Το Τιγράκι

sotirellos25.6.18

fav_separator

Στάθμευσα το αμάξι έξω από το πρότυπο νηπιαγωγείο της πόλης, η ταμπέλα στην είσοδο έγραφε, «παρακαλώ μην παρκάρετε», κάποιος εξυπνάκιας είχε συμπληρώσει από κάτω με κόκκινο μαρκαδόρο «και μην απαγάγετε τα παιδάκια!». Κλείδωσα και κίνησα για το μπαρ, η φούσκα μου ήταν έτοιμη να εκραγεί, κατουριόμουνα πριν καλά καλά ξεκινήσω αλλά δεν είχα μπει στον κόπο να κάνω το αυτονόητο.

Ξαπόστασα σε κάτι θάμνους και την έβγαλα έξω, πίσω από τα θαμνόκλαδα δύο μάτια με κοίταζαν προσεκτικά, ένα διερχόμενο αυτοκίνητο έριξε άθελα του τα φώτα αποκαλύπτοντας μου τον κάτοχο τους. Ήταν ένα μικρό τιγράκι, που στο διάολο είχε βρεθεί στην Αθήνα το τιγράκι; Κούμπωσα τα μαγαζιά μου και έμεινα να το κοιτάω να με κοιτάει. «Πως χάθηκες στη ζούγκλα μικρό μου, που είναι η μαμά σου;». Με παρατηρούσε με το σπινθηροβόλο βλέμμα του χωρίς να αποκρίνεται, αν δεν μου το απαγόρευαν θα το έπαιρνα μαζί μου στο μπαρ, εκείνη την εποχή ένιωθα πολύ μόνος στην Αθήνα, δεν είχα εντούτοις αποκτήσει τη φήμη του εκκεντρικού ώστε να μπορώ να κυκλοφορώ με τιγράκια. Ήμουν απλά ένας μοναχικός μαλάκας.

Μπήκα και χαιρέτησα το προσωπικό εισπράττοντας τις κροκοδείλιες φιλοφρονήσεις του, ένας μαλάκας που πληρώνει καλά είναι ένας μαλάκας που τον σέβονται ακόμη και αν τον θεωρούν μαλάκα. Κάθισα στο σκαμπό μου και περίμενα την μπάντα να βγει στη σκηνή. Ήταν κάτι τύποι που τα πρωινά δούλευαν σε τράπεζες και δημόσιες υπηρεσίες και στον ύπνο τους ονειρεύονταν να γεμίζουν στάδια και να γαμάνε γκρούπις. Ήταν δηλαδή η κλασσική αποτυχημένη συνοικιακή μπάντα, η διάψευση προσωποποιημένη. Τρεις ταλαιπωρημένοι Δον Κιχώτες που φορούσαν αγιοβασιλιάτικους σκούφους για να τιμήσουν την περίσταση της γέννησης του θεανθρώπου και παιάνιζαν την άγια νύχτα σε trash metal εκδοχή.

Οι δέσμες των φωτορυθμικών στριφογύριζαν πάνω τους καθώς έξυναν τα έγχορδα και βάραγαν τα κρουστά. Από τα ηχεία έβγαινε ένα κράμα ασυντόνιστης οργής, η οργή είναι η άλλη όψη του φόβου. Θυμήθηκα εκείνη την παλιά μου φιλενάδα που με είχε κάποτε επισκεφτεί για να μου δώσει μια ζωγραφιά της. Ήταν ένας τύπος που κοίταζε φοβισμένος τη θυμωμένη αντανάκλαση του στον καθρέφτη.

«Τι θέλεις να πεις με αυτό;»

Την είχα ρωτήσει.

«Δεν το πιάνεις έτσι; Είναι ένας άνθρωπος που φοβάται την οργή του ειδώλου του και το είδωλο του οργίζεται με τον φόβο του»

Παρήγγειλα μια μπύρα ακόμη.Ένιωθα ευτυχής που σε αυτή την πόλη οι επιλογές ήταν τόσο απελπιστικά περιορισμένες. Ο τύπος από την μπάντα εξακολουθούσε να ξύνει την κιθάρα του σαν κεφαλοτύρι. Ένιωθε προφανώς και αυτός καλά που είχε είκοσι άτομα να εισπράττουν τη μελοποίηση της σύγχυσης του, πολλώ δε μάλλον να την επικροτούν. Φτάνει ένα σημείο στη ζωή σου που συνειδητοποιείς ότι τα βήματα σου σε οδηγούν προς το αναπόφευκτο χωρίς να μπορείς να κάνεις και πολλά πράγματα. Ακόμα και τα όνειρα αποκτούν μια χροιά θλιβερής υποχρέωσης, αν τουλάχιστον είχες εκπληρώσει τα μισά από εκείνα που έκανες νέος θα είχες ένα σοβαρό επιχείρημα να συνεχίσεις. Ήπια μια ακόμη γουλιά μπύρας διατηρώντας το βλέμμα μου κρατημένο στη σκηνή, είχα αρχίσει να τους συμπαθώ αυτούς τους τύπους, ο,τι έχαναν σε επαγγελματισμό το συμπλήρωναν σε φιλότιμο, μου θύμισαν για ένα δευτερόλεπτο την μπάντα του Τιτανικού, θα συνέχιζαν να παίζουν αμέριμνοι μέχρι να γκρεμοτσακιστούν πάνω στα βράχια της οδυνηρής πραγματικότητας, μέχρι να εγκλωβιστούν δίχως την παραμικρή ελπίδα διαφυγής πίσω από γκισέδες τραπεζών και τόνους χαρτούρας.

Βγήκα έξω και περπάτησα προς το αυτοκίνητο ανάβοντας το τελευταίο τσιγάρο. Ξαπόστασα στους θάμνους αντικρίζοντας το τιγράκι στη θέση του. «Κάποια μέρα θα μεγαλώσεις μικρό μου, θα βγάλεις κυνόδοντες και νύχια γαμψά και δεν θα χρειάζεται να κρύβεσαι πια». Έκανα να το χαϊδέψω μα εκείνο τραβήχτηκε προς τα πίσω υποχωρώντας μέσα στη φυλλωσιά, προχώρησα προς το αυτοκίνητο και πέταξα το τσιγάρο ξεκλειδώνοντας. Ασυναίσθητα τα λόγια της γλίστρησαν πάλι στο νου μου. «Φοβάσαι αντικρίζοντας το οργισμένο είδωλο σου στον καθρέφτη και εκείνο οργίζεται με τον φόβο σου». Όμως ποιος αλήθεια από τους δυο έκανε την αρχή; Ποιος έκανε την αρχή…

*

©Αχιλλέας Σωτηρέλλος

 

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία