Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη, Αρκετά καλά

xoulioumi20.6.18

favicon

Διέσχισε την μικρή και απόμερη παραλία του Άγιου Σώστη. Πολύχρωμες εσάρπες ανέμιζαν στον ώμο μαζί με τα ψαρά μαλλιά και την ξεθωριασμένη γενειάδα. Ξεφτισμένα απομεινάρια της εποχής των χίπη των παιδιών των λουλουδιών. Αυτός έγινε χίπη κάπως όψιμα βέβαια. Αρχικά στη νεότητά του ήταν συντηρητικός. Αφότου μπήκε στο κίνημα της ειρήνης και των λουλουδιών συνέχιζε πιστός στην στάση ζωής υπέρ της αγάπης. Στον άλλο ώμο κρεμόταν το σακίδιο του  και στο χέρι κράταγε μια μπλε ταξιδιωτική τσάντα.

Διαλαλούσε την πραμάτεια του διακριτικά με χαμηλό τόνο στη φωνή. Κάπως δειλά, ίσως. Λες και φοβόταν μη διαταράξει την ηρεμία των λουόμενων που λιάζονταν στην παραλία. Άλλοτε στ’ αγγλικά και άλλοτε σε σπασμένα ελληνικά. Μαντίλες κι εσάρπες παρακαλώ έλεγε σχεδόν ψιθυριστά και προσπερνούσε. Δεν κοντοστέκονταν στιγμή να δώσει λίγο χρόνο σε κάποιον να σκεφτεί. Να τον φωνάξει να δει από κοντά την πραμάτεια του κι ενδεχομένως ν’ αγοράσει. Άλλωστε η παραλία ήταν σχεδόν άδεια. Φυσούσε βοριάς εκείνο το απόγευμα και η θάλασσα ήταν παγωμένη.

Ένα ζευγάρι ερωτευμένων αψηφώντας το κρύο, κολυμπούσε στα παγωμένα νερά ερωτοτροπώντας με γέλια και παιχνίδια. Δυο τρεις βουτούσαν για λίγο και ξανάβγαιναν τρέχοντας να τυλιχτούν στις πετσέτες. Μερικοί άλλοι ξάπλωναν στην παραλία. Δεν τολμούσαν να βουτήξουν. Τους αρκούσε η απόλαυση της ηρεμίας, της νωχέλειας και της άγριας ομορφιάς του τοπίου.

Λόφοι γυμνοί. Κάποιοι καχεκτικοί θάμνοι. Άρωμα από άγρια ρίγανη και θυμάρι. Και μετά κυριαρχούσε στο τοπίο πέτρα και πάλι πέτρα μαζί με το γαλάζιο της θάλασσας. Διάσπαρτα άσπρα σπιτάκια σαν κουκλόσπιτα, σαν σπιρτόκουτα. Ορθογώνιες μαργαρίτες που στόλιζαν τους γυμνούς, καφετί βραχώδεις λόφους, ξανοίγοντας την μουντάδα τους και ντύνοντας την γύμνια τους.

Ατενίζοντας το τοπίο ένιωθες μια γαλήνη, μια γαλήνη πετρωμένη. Αισθανόσουν μοναξιά, θλίψη. Η ηρεμία εισχωρούσε μέσα σου, λες και βρισκόσουν σε μια αχανή έρημο. Η γοητεία της σιωπής και της ερημίας. Τα σπίτια χωρίς αυλές και πράσινο έμοιαζαν ακατοίκητα. Τα μικρά παραθυράκια προστάτευαν αλλά και απομόνωναν τους ενοίκους των σπιτιών από τον έξω κόσμο.

Ο  μικρόσωμος πλανόδιος πραματευτής διέσχισε την παραλία χωρίς να πουλήσει τίποτε. Σταμάτησε στην άκρη ξεγυμνώθηκε και ξάπλωσε να λιαστεί.

Κι αν δεν πούλησε τίποτε είχε ν’ απολαύσει την ερημιά και την γαλήνη, τον ήλιο και τον αέρα που χάιδευαν το κάθε σημείο του κουρασμένου και ταλαιπωρημένου κορμιού του. Ήταν ολόγυμνος όπως και μερικοί άλλοι στη απόμερη και ήσυχη παραλία. Άνοιξε τα πόδια του και ένιωσε μια ευχάριστη αίσθηση στ’ αχαμνά του. Έτσι όπως ήταν εκτεθειμένος στις χλομές ακτίνες του απογευματινού ήλιου και στο φύσημα του αγέρα τον διαπερνούσε μια τονωτική ανατριχίλα.

Τον πλησίασε ένα αγοράκι κι αυτός θέλοντας να το διασκεδάσει, του επιδείκνυε μια λεοπάρδαλη που κουνούσε το κεφάλι και τα πόδια όταν τράβαγες ένα μπαλάκι που κρεμόταν από ένα κορδόνι κάτω απ’ την κοιλιά της. Πλησίασε και η μάνα του παιδιού. Συμφωνούσε ότι ήταν χαριτωμένο παιχνίδι, χωρίς ωστόσο ν’ αποφασίζει να το  αγοράσει για τ’ αγοράκι της που το ζητούσε επίμονα. Μόνος μου το κατασκεύασα είπε ο ερασιτέχνης πραματευτής, γεμάτος ικανοποίηση. Προσφέρθηκε να το χαρίσει στο παιδί, αλλά η μητέρα του  παρά τα παρακάλια και την γκρίνια του αρνήθηκε να το επιτρέψει. Θέμα αρχής είπε. Επέτρεψε ωστόσο του παιδιού να παίξει με το παιχνίδι ενώ ο πραματευτής κουβέντιαζε μαζί της.

Λες και η πραμάτεια του ήταν το πρόσχημα για να επικοινωνεί με τους γύρω του και όχι να βγάλει κανένα φράγκο προς το ζην. Τον έλεγαν Ρέι και ήταν από την Αριζόνα. Εδώ και τριάντα χρόνια περίπου ζούσε στην Στοκχόλμη. Το καλοκαίρι ανελλιπώς κάθε χρόνο το περνούσε στη Μύκονο. Έμενε σε ένα δωματιάκι στη χώρα κοντά στο ξενοδοχείο Δεσποτικό. Ζούσε πουλώντας αυτοσχέδια μικροαντικείμενα και παιχνίδια που κατασκεύαζε, κινέζικες μαντίλες, εσάρπες χαϊμαλιά και ότι άλλο αξεσουάρ του συρμού.

Ο αέρας άρχισε να δυναμώνει. Πήρε να σκοτεινιάζει κι άρχισε κι αυτός να μαζεύει την πραμάτεια του. Δίπλωσε προσεκτικά μία μία τις εσάρπες και τις τοποθέτησε μέσα στην τσάντα πάνω απ’ τα παιχνίδια. Έβαλε την πετσέτα του στο σάκο. Τα φορτώθηκε και σκαρφάλωσε αγκομαχώντας την ανηφοριά για να βγει στο δρόμο. Θα περίμενε κάποιον περαστικό να τον πάρει στο αμάξι του.

Ανέβαινε ασθμαίνοντας. Κοντοστέκονταν ενδιάμεσα για να επανακτήσει τις δυνάμεις του. Έ , δεν ήταν πια και κανένα παιδαρέλι. Κόντευε να πατήσει τα εξήντα και η ανάβαση στο ανηφορικό μονοπάτι ήταν δύσκολη. Ήταν σχετικά λεπτός αλλά οι σάκοι είχαν και αυτοί το βάρος τους. Δεν δυσανασχετούσε, το αντίθετο μάλιστα. Ένιωθε ικανοποιημένος που είχε να προσπαθεί για κάτι και να γεμίζει την άδεια καθημερινότητα και την έρημη σαν το τοπίο ζωή του. Στάθηκε στη άκρη του δρόμου με στωικότητα κρατώντας σηκωμένο τον αντίχειρα. Περίμενε κάποιον να τον κατεβάσει στη Χώρα.

Περίμενε αρκετή ώρα. Άρχισε να κουράζεται. Δεν ήταν μόνο το ότι δεν περνούσαν πολλά αυτοκίνητα απ’ την απόμερη αυτή γωνιά του νησιού την παραλία του Άγιου Σώστη. Αυτό που τον κούρασε περισσότερο ήταν που δεν σταμάταγε κανείς να τον πάρει. Παρατηρούσε ότι κατά τα τελευταία χρόνια οι άνθρωποι ήταν πιο επιφυλακτικοί στο ν’ ανεβάζουν αγνώστους στο αυτοκίνητό τους. Δεν ήταν όπως τις δεκαετίες του εβδομήντα και του ογδόντα, που μπορούσες να κάνεις το γύρο του κόσμου με οτοστόπ. Μα τι φοβόταν επιτέλους αυτοί οι άνθρωποι; Μήπως δεν ήταν μόνο φόβος; Μήπως περίσσεψε η αδιαφορία προς τον συνάνθρωπο αναρωτήθηκε δυσανασχετώντας που περίμενε για αρκετή. Σουρούπωσε κι αυτός όρθιος εκεί στην άκρη του έρημου δρόμου εκτεθειμένος στις ριπές του βοριά.

Του ήρθε στο νου το αγοράκι που συνάντησε στην παραλία και η επιμονή της μάνας, να μη του κάνει το χατίρι ν’ αποκτήσει την λεοπάρδαλη. Οι συνειρμοί  ανέσυραν απ’ την μνήμη του εικόνες, όπου αυτός νήπιο παρακαλούσε την μάνα του κλαίγοντας να του αγοράσει μια μπάρμπι. Ήταν τότε που οι μπάρμπι είχαν πρωτοεμφανιστεί στην αγορά και η λάμψη τους φάνταζε στα παιδικά του μάτια. Δυστυχώς η μάνα τον είχε αντιμετωπίσει με κάθετη άρνηση. Ο δε πατέρας του τον είχε καρφώσει με ένα περιφρονητικό και αυστηρό βλέμμα. Δεν το ξέχασε ποτέ του εκείνο το βλέμμα. Λες και τον έβλεπε μπροστά του μετά από τόσα χρόνια. Σα να του έλεγε, ότι ποτέ δεν θα επέτρεπε τον γιο του να παίζει με κούκλες. Ότι του φαινόταν τόσο μα τόσο γελοίο.

Η παιδική θύμηση, η κούραση και η δυσαρέσκεια που ένιωθε περιμένοντας όρθιος με υψωμένο τον αντίχειρα ξύπνησαν μέσα του εκείνη την ύπουλη θλίψη που τον έπιανε τα βραδάκια. Αχ τα βραδάκια ήταν ανυπόφορα, πάντοτε κάτι προέκυπτε για να τον ρίξει και να τον πάρει από κάτω εκείνη η θλίψη τυλίγοντας όλο το κορμί του. Εισχωρώντας βαθιά μέσα του, κυριεύοντας τον εσώτερο πυρήνα του.

Όχι δεν την άντεχε, δεν την άντεχε με τίποτε εκείνη τη θλίψη. Προτιμούσε να αυτοσαρκάζεται, να κάνει τον καραγκιόζη, να διαλαλεί την ψευτοπραμάτεια του.

Ν’ ανεβαίνει ανηφοριές φορτωμένος σαν το μουλάρι. Να εκλιπαρεί ή να εξαγοράζει ερωτική συντροφιά. Να μαστουρώνει. Να κάνει οτιδήποτε αρκεί να μπορούσε ν’ αποφεύγει εκείνη την θλίψη που τον κυρίευε ύπουλα τα βραδάκια.

Ένιωσε μια ανησυχία, έναν εκνευρισμό. Έπρεπε να βρει επειγόντως μέσον. Να πάει να χωθεί στο καμαράκι του, να καπνίσει ένα τσιγαριλίκι. Να καταχωνιάσει τις θύμισες και την θλίψη.

Ένιωθε μοναξιά, τα τελευταία χρόνια ένιωθε όλο και βαθύτερη μοναξιά. Ένιωθε ότι γερνούσε και γινόταν όλο και πιο δύσκολο να βρει εραστές. Να ερωτευτεί βεβαίως ούτε συζήτηση. Πάει καιρός που είχε νιώσει κάτι τέτοιο.

Του έμενε ωστόσο η ελευθερία του. Το αίσθημα της ελευθερίας αυτοπροσδιορισμού, αυτοδιαχείρισης του χρόνου και του τρόπου ζωής του. Η ελευθερία αυτοδιάθεσης κι αυτό τον κρατούσε και του  έδινε νόημα.

Μόνος, έρημος και πλανόδιος, απένταρος και άκληρος αλλά ελεύθερος στο βαθμό που του επέτρεπαν οι συμβάσεις της ζωής να το νιώθει.

Δεν χρειαζόταν να κρύβεται απ’ τον εαυτό του ή από κανέναν άλλον κερατά. Γι’ αυτό τα μούντζωσε όλα κι έφυγε απ’ την Αριζόνα λίγο πριν τριανταρίσει, πετυχημένος αρχιτέκτονας. Γόνος εύπορης οικογένειας επιχειρηματιών ξενοδοχειακών μονάδων. Όχι δεν άντεχε τον πουριτανισμό και τον αυταρχισμό της αμερικανικής κοινωνίας. Την υποκρισία και τη χλεύη στο σπίτι και στην δουλειά. Κυρίως εκείνο το ταπεινωτικό βλέμμα του αυτοδημιούργητου και μάτσο πατέρα. Δεν έχανε την ευκαιρία να του υπενθύμιζε πως όσο κι αν προσπαθούσε ποτέ δεν θα κατόρθωνε να σταθεί στο ύψος του. Κουράστηκε να βλέπει την υποταγή της μάνας του. Την αποχαύνωση της από την εκκλησία.

Για πολλά χρόνια όλα αυτά τα θεωρούσε δεδομένα και άφηνε να τον ορίζουν. Κάποια στιγμή όμως ξύπνησε. Κάτι επαναστάτησε μέσα του. Κουράστηκε να ζει στη σιωπή. Στην ερωτική μοναξιά. Στην ντροπή, στην ενοχή. Δεν άντεξε άλλο να υποδύεται κάτι ξένο απ’ τον εαυτό του. Να μην αντιδρά σ’ αυτά που συνέβαιναν γύρω του.

Πνιγόταν.

Πήρε των ομματιών του και έφυγε μακριά απ’ όλα. Άγνωστος μεταξύ αγνώστων, παλεύοντας να τα βρει με τον εαυτό του τουλάχιστον. Και τα βρήκε κάπως. Αρκετά καλά μπορεί να πει κανείς. Αρκετά καλά; Αναρωτιόταν ωστόσο και αμφέβαλε ορισμένες φορές. Ιδιαίτερα τις δύσκολες ώρες τις θλίψης και τότε έπνιγε το παράπονο και την πίκρα του στις ουσίες.

Στη Στοκχόλμη δεν ασχολήθηκε ποτέ με την αρχιτεκτονική, μπλέχτηκε με τα παιδιά των λουλουδιών. Αυτό που τον ενδιέφερε πάνω απ’ όλα ήταν να τα βρει με τον εαυτό του και με κάποιους που θα τον αποδέχονταν όπως ήταν. Να ζήσει τον έρωτα χωρίς να ντρέπεται και την αγάπη αν ήταν δυνατό. Να μπορεί να εκφράζει την αντίστασή του απέναντι σε κάθε συντηρητισμό, αυταρχισμό και κατεστημένο μέσω της άρνησης.

Για μερικά χρόνια ψευτοαπασχολιόταν διδάσκοντας αγγλικά. Μετά του παρουσιάστηκε κάποιο πρόβλημα υγείας. Αναγκάστηκε να συμφιλιωθεί με τη συνθήκη πρόωρης συνταξιοδότησης. Παράλληλα προσπαθούσε ν’ αυξήσει κάπως το εισόδημα του από την πενιχρή σύνταξη με κάποια λεφτουδάκια που έβγαζε από τα μικροαντικείμενα που κατασκεύαζε και τα πουλούσε διακριτικά σε φίλους.

Ζούσε λυτά αλλά χρειαζόταν λεφτά για την αλκοόλη και τις άλλες ουσίες που συνόδευαν τα ξέφρενα πάρτι και τις ερωτικές συνευρέσεις του. Παράξενο αλλά δεν μπορούσε να κατανοήσει γιατί έπρεπε κάθε φορά να φτιάχνεται με ουσίες για να μπορεί να αφήνεται σε ερωτικές περιπτύξεις. Του ήταν αδιανόητο, δεν μπορούσε να το εξηγήσει. Ήταν σίγουρος σχεδόν ότι είχε αποδεχθεί τον εαυτό του και όμως δεν μπορούσε να λειτουργήσει ερωτικά χωρίς αυτές. Ένιωθε τόσο μπλοκαρισμένος, σα να τον έβλεπε ο άλλος του εαυτός απ’ τα παλιά. Πολλές φορές εκείνες τις στιγμές έρχονταν μπροστά του το ταπεινωτικό βλέμμα του πατέρα. Τελικά μπορεί να κατόρθωσε να βάλει φρένο σ’ αυτόν τον άνθρωπο που όριζε την ζωή του, όμως του ήταν τόσο δύσκολο να λυτρωθεί ολοκληρωτικά απ’ την επιβολή του.

Στη Μύκονο ένιωθε όμορφα από το πρώτο κιόλας καλοκαίρι που την επισκέφτηκε.

Σ’ αυτό το νησί των αγέρηδων χωρούσαν όλοι και όλα. Ένα συνονθύλευμα από νέους και γέρους, ντόπιους και ξένους, πλούσιους και φτωχούς, μοναχικούς και κοσμικούς, ιδιαίτερους και συμβατικούς ανθρώπους.

Μετά από τόσα καλοκαίρια γνώριζε όλους τους ντόπιους τώρα πια και ένιωθε οικειότητα με αρκετούς απ’ αυτούς, όντας στην μοναξιά του. Βιοπορίζονταν με τα αυτοσχέδια κατασκευάσματά του, τα χαϊμαλιά και άλλα ινδικά και κινέζικα αντικείμενα και απολάμβανε την ομορφιά και την αποδοχή αυτού του έρημου και παράλληλα με την φρενήρη κοσμική ζωή τόπου. Ιδιαίτερα στα νυχτερινά μαγαζιά όπου σύχναζε, κάποιες φορές ξανάνιωνε την αγριάδα της νιότης του.

Βυθισμένος στις σκέψεις του με τον αντίχειρα σηκωμένο ένιωσε ανακούφιση, όταν άκουσε τον Φάνη τον γιο της γειτόνισσας, της κυρα Πελαγίας να τον φωνάζει. Ρέι άντε πήδα πάνω, θ’ αγαλματώσεις. Θα γίνεις ένα με τις πέτρες, αν μείνεις λίγο ακόμη περιμένοντας του είπε και τον πήρε να τον κατεβάσει στη Χώρα.

*

©Δέσποινα Καϊτατζή-Χουλιούμη
(από ανέκδοτη συλλογή διηγημάτων)

φωτο: Στράτος Φουντούλης

favicon

Η Καϊτατζή Χουλιούμη Δέσποινα είναι κλινικός ψυχολόγος-ψυχοθεραπεύτρια (Msc) της Σχολής Εφαρμοσμένης Ψυχολογίας του Πανεπιστημίου Ουψάλα.
Είναι μέλος της Εταιρίας Λογοτεχνών Θεσσαλονίκης (ΕΛΘ) και μέλος της Εταιρίας η Συντροφιά της Karin Boye ( Karin Boye Sällskapet).
Έχει εκδώσει τις ποιητικές συλλογές: Λιγοστεύουν οι λέξεις, 2017, Εκδόσεις Μελάνι, Διαδρομές, 2015, Εκδόσεις Γαβριηλίδης, Συναισθηματικό αλφαβητάρι, 2009, Εκδόσεις UNIVERSITY STUDIO PRESS, Ο Δρόμος, 2006, Εκδώσεις Δήμου Σερρών, καθώς και το δίγλωσσο βιβλίο σουηδικής ποίησης σε δική της μετάφραση Δέρμα από Πεταλούδες-Επιλογές Σουηδικής Ποίησης, 2018, εκδόσεις intellectum.

vintage_under2

Στηρίξτε την προσπάθειά μας με ένα απλό like στο facebook. Ευχαριστούμε

aegean-campaign8.11.16

Comments Off

Filed under ελληνική λογοτεχνία, Πεζογραφία